Η ελληνική κτηνοτροφία βρίσκεται αντιμέτωπη με τις πιο εκτεταμένες επιζωοτίες των τελευταίων δεκαετιών, με τις θανατώσεις ζώων να ξεπερνούν το μισό εκατομμύριο και το αποτύπωμα της αναγκαστικής αδράνειας στις εκμεταλλεύσεις, αλλά και στους περιορισμούς στις ενεργές εκτροφές, να ήδη ισχυρό.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, οι συνολικές θανατώσεις ζώων λόγω πανώλης, ευλογιάς και αφθώδους πυρετού ανέρχονται σε περίπου 531.600 ζώα. Με γνώμονα τη «δημιουργική λογιστική» που επικρατεί, ειδικά σε ό,τι αφορά τα αιγοπρόβατα, για τον συνολικό αριθμό του ζωικού κεφαλαίου στην Ελλάδα, το ποσοστό της απώλειας διαφοροποιείται ανάλογα με τη βάση σύγκρισης και διαμορφώνεται από 3,1% έως 4,86%. Συγκεκριμένα, με βάση τα 16.882.319 δηλωθέντα ζώα (βοοειδή και αιγοπρόβατα) στο ΟΣΔΕ 2024, η απώλεια σε ζωικό κεφάλαιο διαμορφώνεται στο 3,15%.
Με βάση τις δηλώσεις ΟΣΔΕ 2025 (15.653.677 βοοειδή και αιγοπρόβατα), το αντίστοιχο ποσοστό ανέρχεται στο 3,4%. Με βάση τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, το 2024 ο αριθμός των αιγοπροβάτων και βοοειδών στο σύνολο της χώρας ανήλθε σε 10.946.068, με αποτέλεσμα το ποσοστό της απώλειας να ανεβαίνει στο 4,86%.
Ευλογιά
Το 91,55% των θανατώσεων αφορά την ευλογιά των αιγοπροβάτων καθώς σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα επικαιροποιημένα στοιχεία του ΥΠΑΑΤ, από τον Αύγουστο του 2024 έως και τις 19 Απριλίου 2026 έχουν επιβεβαιωθεί συνολικά 2.152 κρούσματα σε 2.660 πληγείσες εκτροφές, ενώ οι θανατώσεις αιγοπροβάτων εξαιτίας της νόσου ανέρχονται σε 486.666. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το σύνολο των εκμεταλλεύσεων αιγοπροβάτων σε όλη την Ελλάδα ανήλθε σε 82.607 το 2024 και 85.668 το 2023. Το ποσοστό των εκτροφών της χώρας που έχει τεθεί σε αναγκαστική αδράνεια λόγω ευλογιάς ανέρχεται στο 3,1% σε σχέση με τον αριθμό των εκμεταλλεύσεων το 2023 και στο 3,2% σε σχέση με τον αριθμό των εκμεταλλεύσεων το 2024.
Σημειώνεται ότι ο όρος «εκμετάλλευση» αποτελεί στατιστική/διοικητική μονάδα και δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκην με την έννοια της «εκτροφής», καθώς μία εκμετάλλευση μπορεί να περιλαμβάνει περισσότερες της μίας μονάδες παραγωγής ή, αντιστρόφως, μία εκτροφή να δηλώνεται σε περισσότερες εκμεταλλεύσεις. Παράγοντες της αγοράς εκτιμούν ότι ο πραγματικός αριθμός των εκτροφών αιγοπροβάτων είναι χαμηλότερος και διαμορφώνεται στην περιοχή των 50.000 – 65.000 μονάδων. Με βάση αυτές τις εκτιμήσεις, το ποσοστό των αναγκαστικά ανενεργών μονάδων λόγω ευλογιάς διαμορφώνεται σε περίπου 4,1% – 5%.
Αφθώδης πυρετός
Για τον αφθώδη πυρετό στη Λέσβο, από τις 16 Μαρτίου 2026, όταν επιβεβαιώθηκε το πρώτο κρούσμα, έως και την Τρίτη 28 Απριλίου 2026, το Εθνικό Εργαστήριο Αναφοράς του ΥΠΑΑΤ είχε επιβεβαιώσει συνολικά 61 κρούσματα σε 84 εκτροφές, ενώ έχουν θανατωθεί 301 βοοειδή και 19.630 αιγοπρόβατα, δηλαδή συνολικά 19.931 ζώα. Στη Λέσβο, σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το 2023, ο συνολικός αριθμός των βοοειδών και αιγοπροβάτων ανέρχεται σε 456.124. Με βάση το ΟΣΔΕ 2024, ο αριθμός αυτός ανέρχεται σε 472.851 και με βάση το ΟΣΔΕ 2025 σε 467.171. Συνεπώς, μέχρι τις 28/4/2026, η απώλεια στο ζωικό κεφάλαιο του νησιού λόγω θανατώσεων διαμορφώνεται στο 4,2% – 4,37%, ανάλογα με τη βάση σύγκρισης.
Διασπορά
Η γεωγραφική εξάπλωση των ασθενειών επικεντρώνεται στη Θεσσαλία, τη Μακεδονία, τη Θράκη και τη Δυτική Ελλάδα για την ευλογιά, ενώ η πανώλη προκάλεσε 25.000 θανατώσεις με κύριο επίκεντρο επίσης τη Θεσσαλία. Αντίθετα, ο αφθώδης πυρετός περιορίζεται αποκλειστικά στη Λέσβο και η επιδίωξη είναι να μην εξαπλωθεί σε άλλα νησιά και στην ηπειρωτική Ελλάδα.
Οικονομικές επιπτώσεις
Το κόστος των επιζωοτιών για την εγχώρια κτηνοτροφία είναι ήδη μεγάλο. Οι προσβληθείσες εκτροφές χάνουν το σύνολο του ζωικού τους κεφαλαίου, το σύνολο του αποθέματος ζωοτροφών στον χώρο της εκτροφής, αλλά και τη δυνατότητα άμεσης επανασύστασης των κοπαδιών. Αυτό συνεπάγεται σημαντική κεφαλαιακή απώλεια, αλλά και εξίσου σημαντικά διαφυγόντα εισοδήματα, τα οποία δεν μπορούν να αντισταθμιστούν από τις περιορισμένες αποζημιώσεις του ΥΠΑΑΤ. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι για την ευλογιά, με βάση τον αριθμό των 486.666 θανατωθέντων ζώων και την εκτίμηση του Συνδέσμου Ελληνικής Κτηνοτροφίας ότι κάθε κεφαλή συνεισφέρει συνολικά από 1.000 έως 1.100 ευρώ στην εθνική οικονομία, η συνολική οικονομική ζημία για τη χώρα υπολογίζεται μεταξύ 486,7 και 535,3 εκατομμυρίων ευρώ. Το ποσό αυτό αντιπροσωπεύει τη χαμένη υπεραξία που προκύπτει από τον συνδυασμό της τρέχουσας αξίας του ζωικού κεφαλαίου, της απώλειας παραγωγής γάλακτος και κρέατος, καθώς και της διακοπής της εφοδιαστικής αλυσίδας που περιλαμβάνει ζωοτροφές και μεταποίηση. Καθώς οι κρατικές αποζημιώσεις καλύπτουν μόνο ένα μικρό μέρος αυτής της αξίας, το οικονομικό έλλειμμα που δημιουργείται στον κλάδο προκαλεί μια βαθιά δομική κρίση που απειλεί άμεσα τη μελλοντική επάρκεια πρώτης ύλης και τη βιωσιμότητα των κτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων. Πολύ σημαντικό κόστος προκύπτει και εμμέσως για τους υπόλοιπους κτηνοτρόφους που βρίσκονται εντός ή πλησίον ζωνών προστασίας, επιτήρησης ή περαιτέρω απαγόρευσης, καθώς υπόκεινται σε αυστηρά μέτρα βιοασφάλειας και περιορισμού (απολυμάνσεις, απαγόρευση μετακινήσεων, περιορισμοί αγοραπωλησιών, εκτροφή με ζωοτροφή αντί βόσκησης κ.ά.).
Αποζημιώσεις
Το 2025, στο πλαίσιο των ενισχύσεων για επιζωοτίες και κυρίως για την ευλογιά των αιγοπροβάτων, έχουν καταβληθεί συνολικά 165,8 εκατ. ευρώ. Από αυτά, 69,7 εκατ. ευρώ αφορούν ζωοτροφές, 62 εκατ. ευρώ αποζημιώσεις για θανατωμένα ζώα, 26,9 εκατ. ευρώ απώλεια εισοδήματος και 7,2 εκατ. ευρώ λειτουργικές δαπάνες των Περιφερειών. Το 2026 προστέθηκαν νέες πληρωμές: στις 28 Απριλίου καταβλήθηκαν 22,76 εκατ. ευρώ σε 849 δικαιούχους για θανατωμένα ζώα λόγω ευλογιάς και αφθώδους πυρετού, ενώ στις 4 Απριλίου δόθηκαν 4,4 εκατ. ευρώ στις Περιφέρειες για λειτουργικά έξοδα εφαρμογής μέτρων. Συνολικά, οι άμεσες καταβολές και χρηματοδοτήσεις για τη στήριξη της κτηνοτροφίας λόγω επιζωοτιών ανέρχονται σε τουλάχιστον 192,9 εκατ. ευρώ. Με την προσθήκη 8 εκατ. ευρώ που έχουν δεσμευθεί για τα τυροκομεία της Λέσβου, το συνολικό ύψος στήριξης υπερβαίνει τα 200 εκατ. ευρώ.
Μιλώντας στη «Ν» ο Γενικός Γραμματέας Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Σπύρος Πρωτοψάλτης αναφέρει ότι: «Η ελληνική κτηνοτροφία δοκιμάζεται τα τελευταία δύο χρόνια από αλλεπάλληλες επιζωοτίες, με σοβαρές απώλειες για πολλούς παραγωγούς και με μεγάλη πίεση στις κτηνιατρικές υπηρεσίες της χώρας. Από την πρώτη στιγμή, προτεραιότητά μας είναι διπλή, αφενός η εκρίζωση των νοσημάτων, η προστασία του ζωικού κεφαλαίου και η αποτροπή της διασποράς των νοσημάτων, αφετέρου η ουσιαστική στήριξη των κτηνοτρόφων που υφίστανται τις συνέπειες των υποχρεωτικών μέτρων. Μέχρι σήμερα έχουν διατεθεί σημαντικοί πόροι άνω των 200 εκατ. για αποζημιώσεις θανατωμένων ζώων, απώλεια εισοδήματος, ζωοτροφές και λειτουργικές δαπάνες των Περιφερειών, ενώ για τη Λέσβο έχει διαμορφωθεί ειδικό πλαίσιο στήριξης λόγω του αφθώδους πυρετού, που καλύπτει τόσο τους κτηνοτρόφους όσο και κρίσιμα τμήματα της παραγωγικής αλυσίδας, όπως η γαλακτοκομία και η τυροκομία. Ταυτόχρονα, όμως, πρέπει να είμαστε απολύτως σαφείς: χωρίς αυστηρή τήρηση των μέτρων βιοασφάλειας, χωρίς συνεργασία με τις κτηνιατρικές αρχές και χωρίς μηδενική ανοχή στις παράνομες μετακινήσεις και στην παραβατικότητα, δεν μπορεί να υπάρξει ασφαλής επιστροφή στην κανονικότητα. Η επόμενη μέρα της κτηνοτροφίας περνά μέσα από την εκρίζωση των νοσημάτων, την υπεύθυνη ανασύσταση των κοπαδιών όταν το επιτρέψουν οι επιστημονικοί και ευρωπαϊκοί κανόνες, και τη διαρκή ενίσχυση των ανθρώπων της παραγωγής».
Ανασύσταση
Η συζήτηση για την ανασύσταση του ζωικού κεφαλαίου δεν μπορεί να ξεκινήσει όσο υπάρχουν ενεργές εστίες και ισχύουν περιοριστικά μέτρα. Προτεραιότητα παραμένει η εκρίζωση των νόσων, η απολύμανση των εκτροφών, η επιδημιολογική επιτήρηση και η άρση των μέτρων σύμφωνα με το ευρωπαϊκό και εθνικό πλαίσιο. Στην περίπτωση της ευλογιάς, η ανασύσταση μπορεί να επιτραπεί μόνο μετά την πάροδο έξι μηνών από το τελευταίο περιστατικό. Για τον αφθώδη πυρετό στη Λέσβο, ο σχεδιασμός εξαρτάται από την επιδημιολογική εικόνα και τα μέτρα βιοασφάλειας, σε συνεννόηση με τις ευρωπαϊκές αρχές. Δεν υπάρχουν εθνικές παρεκκλίσεις από το ενιαίο ευρωπαϊκό πλαίσιο.
Ιστορικό
Η ιστορική διαδρομή των δύο ζωονόσων που παραμένουν ενεργές παρουσιάζει διαφορετική συχνότητα και ένταση. Στην περίπτωση της ευλογιάς των προβάτων, η πρώτη μεγάλη κρίση καταγράφηκε την περίοδο 1994-1998 στον Έβρο με θανάτωση 32.000 ζώων. Ακολούθησαν μεμονωμένα περιστατικά το 2000 και το 2007, ενώ νέα μεγάλη έξαρση σημειώθηκε τη διετία 2013-2015 σε Θράκη και Μακεδονία με πάνω από 50.000 θανατώσεις. Από τον Αύγουστο του 2024 καταγράφεται η μεγαλύτερη επιζωοτία της χώρας που διαρκεί μέχρι σήμερα.
Σε ό,τι αφορά τον αφθώδη πυρετό είχε σοβαρές εστίες το 1994 και 1996 στον Έβρο και τελευταία εμφάνιση το 2000 στην Ορεστιάδα. Έκτοτε, η Ελλάδα παρέμεινε επίσημα ελεύθερη από αφθώδη πυρετό για ένα τέταρτο του αιώνα, με την πολυετή αυτή «σιωπή» να διακόπτεται τελικά τον Μάρτιο του 2026, όταν επιβεβαιώθηκαν νέα κρούσματα στη Λέσβο.







Χρονολόγιο
1994 – 1998
- Ευλογιά: Πρώτη μεγάλη κρίση στον Έβρο. Θανάτωση 32.000 ζώων.
- Αφθώδης: Σοβαρές εστίες στον Έβρο (1994 & 1996).
2000
- Ευλογιά: Καταγραφή μεμονωμένων περιστατικών.
- Αφθώδης: Εμφάνιση κρούσματος στην Ορεστιάδα
2001 – 2006
- Αφθώδης: Η Ελλάδα εισέρχεται σε περίοδο ελευθερίας από το νόσημα.
2007
- Ευλογιά: Επανεμφάνιση με μεμονωμένα περιστατικά.
2013 – 2015
- Ευλογιά: Νέα μεγάλη έξαρση σε Θράκη και Μακεδονία. Περισσότερες από 50.000 θανατώσεις ζώων.
2016 – Ιούλιος 2024
- Αφθώδης: Η χώρα παραμένει επίσημα ελεύθερη από τη νόσο.
Αύγουστος 2024 – Σήμερα
- Ευλογιά: Ξέσπασμα της μεγαλύτερης επιζωοτίας που έχει καταγραφεί ποτέ στη χώρα, με τη διάρκεια της να συνεχίζεται έως τώρα.
Μάρτιος 2026
- Αφθώδης: Επιβεβαίωση νέων κρουσμάτων στη Λέσβο. Τερματίζεται η περίοδος 25 ετών χωρίς το νόσημα.
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












