Να λοιπόν που στην Ελλάδα ζούμε το δικό μας κατασκοπευτικό θρίλερ. Όχι με γκατζετάκια τύπου Τζέιμς Μποντ και μυστικά τούνελ, αλλά με USB, διαρροές, Κίνα, CIA και έναν σμήναρχο που –όπως φαίνεται– άφησε πίσω του περισσότερα ίχνη απ’ όσα θα επέτρεπε οποιοδήποτε εγχειρίδιο αντικατασκοπείας.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έρχονται στο φως, ο αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας φέρεται να διοχέτευε ευαίσθητο υλικό στην Κίνα, χρησιμοποιώντας –τι άλλο– καθημερινά ψηφιακά εργαλεία, χωρίς ιδιαίτερη φροντίδα για το αν κάποιος τον παρακολουθεί. Κάπου εδώ μπαίνει στο κάδρο και η CIA, η οποία, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, είχε λόγο και ρόλο στον εντοπισμό της υπόθεσης, δίνοντας σήμα κινδύνου προς τις ελληνικές αρχές.
Το ενδιαφέρον είναι ότι δεν μιλάμε για κάποιον «τυχαίο» πληροφοριοδότη, αλλά για στέλεχος με πρόσβαση σε κρίσιμα δεδομένα, που άπτονται όχι μόνο των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων αλλά και της συμμαχικής αρχιτεκτονικής του ΝΑΤΟ. Δηλαδή, από τα χαρτιά που αλλάζουν χέρια, μέχρι τα bits που ταξιδεύουν σε servers, το ζήτημα ξεπερνά κατά πολύ τα στενά εθνικά όρια.
Και εδώ αρχίζουν τα δύσκολα – και τα ενοχλητικά. Γιατί, όπως όλα δείχνουν, το κουβάρι δεν άρχισε να ξετυλίγεται από κάποιον εσωτερικό μηχανισμό ασφαλείας, αλλά όταν «χτύπησαν καμπανάκια» εκτός Ελλάδας. Με απλά λόγια: άλλοι είδαν τα ίχνη πρώτοι. Το παρασκήνιο έχει όλα τα στοιχεία που αγαπά η εποχή μας: τεχνολογία, μεγάλες δυνάμεις, ανταγωνισμούς, αλλά και μια αδυναμία στη διαχείριση του απορρήτου. Συμβαίνει και στις καλύτερες οικογένειες. Κάποιος πάντα μιλάει παραπάνω απ’ όσο πρέπει. Μόνο που, όπως αποδεικνύεται, κάποιος πάντα βλέπει. Και κρατά σημειώσεις.
Η υπόθεση Παναγόπουλου και ο δεύτερος εμπλεκόμενος
Ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ, Γιάννης Παναγόπουλος (προερχόμενος από το ΠΑΣΟΚ) ανακάλυψε αυτές τις μέρες ότι η εξουσία δεν είναι μόνο μικρόφωνο, πάνελ και θεσμικά χαμόγελα. Είναι και φάκελοι. Και όταν ανοίγουν, κάνουν θόρυβο. Η Αρχή για το ξέπλυμα μαύρου χρήματος τον έβαλε στο στόχαστρο και ξαφνικά το συνδικαλιστικό αφήγημα περί «υπεράσπισης των εργαζομένων» σκοντάφτει σε κάτι πιο πεζό: κινήσεις λογαριασμών, διαδρομές εκατομμυρίων και ερωτήματα που δεν απαντιούνται με ανακοινώσεις.
Για χρόνια, ο Παναγόπουλος παρουσιαζόταν ως θεσμικός πυλώνας του συνδικαλισμού. Ο άνθρωπος της «υπευθυνότητας», της «συνεννόησης», της «κοινωνικής ειρήνης». Τώρα, όμως, καλείται να εξηγήσει όχι πολιτικές θέσεις αλλά οικονομικά ίχνη. Και εκεί το πράγμα δυσκολεύει.
Δεν ερευνώνται μόνο οι δικοί του λογαριασμοί. Στο ίδιο κάδρο, εμφανίζεται και γνωστός δημοσιογράφος και παρουσιαστής της ΕΡΤ, του οποίου οι τραπεζικοί λογαριασμοί κατά πληροφορίες δεσμεύτηκαν επίσης, λόγω φερόμενων διασυνδέσεων με τον πρόεδρο της ΓΣΕΕ και πιθανής εμπλοκής (αν και δεν έχουν διαρρεύσει συγκεκριμένα στοιχεία). Γιατί, βλέπετε, όταν η συνδικαλιστική εξουσία συναντά τη μιντιακή προβολή, σπάνια το κάνει από ιδεολογικό πάθος.
Η εποχή που κάποιοι ένιωθαν άτρωτοι επειδή μιλούσαν εξ ονόματος «των πολλών» φαίνεται πως τελειώνει. Και όταν μπαίνει στη μέση η Αρχή για το ξέπλυμα, οι μεγάλες κουβέντες για δικαιώματα αντικαθίστανται από μικρές, πολύ συγκεκριμένες, ερωτήσεις. Σεμνά και ταπεινά.
Το νέο στοίχημα της αγοράς
Ένα μέρος των προσδοκιών, οι οποίες είχαν καλλιεργηθεί καθ’ όλη τη διάρκεια των προηγούμενων μηνών, αρχίζει να ικανοποιεί ο Ροδόλφος Οντόνι, δηλαδή ο βασικός μέτοχος της Centric, ο οποίος εδώ και δεκαετίες έχει αναπτύξει μια πολύπλευρη επιχειρηματική δραστηριότητα.
Οι χθεσινές ανακοινώσεις για το Ελληνικό, όπου μαζί με την Ten Brike θα προχωρήσει σε μια οικιστική επένδυση της τάξης των 100 εκατ. ευρώ, εντάσσεται σ’ αυτό που εν πολλοίς περίμενε η αγορά. Δηλαδή στη βαθύτερη εμπλοκή του 54χρονου επιχειρηματία με τις προοπτικές της εισηγμένης, η οποία σήμερα αποτιμάται άνω των 40 εκατ. ευρώ.
Έχοντας στην… άκρη την πλούσια ρευστότητα από την πώληση της Novibet, ο Ροδόλφος Όντονι φαίνεται να εστιάζει περισσότερο στη Centric, η οποία ετοιμάζεται να επεκταθεί στον κλάδο των οικιστικών αναπτύξεων και του real estate. H σύμπραξη με την TEN Brike συνιστά «κλειδί» σ’ αυτά τα πρώτα βήματα του νέου σχεδιασμού, ο οποίος έρχεται να προστεθεί στις παραδοσιακές δραστηριότητες της εισηγμένης. Δηλαδή στα υπηρεσίες ψυχαγωγίας, στα τουριστικά και εμπορικά ακίνητα, καθώς και στις ενοικιάσεις σκαφών αναψυχής. Την ίδια στιγμή, ουδείς μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο να υπάρξουν και νέες εκπλήξεις σε βάθος χρόνου.
Όλα αυτά δεν περνούν απαρατήρητα από το ταμπλό του Χ.Α. (+20% από τις 30/1/2026), το οποίο αναζητά συνεχώς «φρέσκα» επιχειρηματικά stories. Θα μπορέσει ο Οντόνι να καταστήσει τη μέχρι πρότινος «άγευστη» και «αδιάφορη» Centric (από το 2024 έως και προχθές η μετοχή βρισκόταν κολλημένη στο 0,3 ευρώ) σε ένα νέο και φιλόδοξο χρηματιστηριακό project;
Ψυχραιμία παρά τη βουτιά
Λίγο η απόφαση του Άρειου Πάγου για τους δανειολήπτες του νόμου Κατσέλη, λίγο οι διήμερες τεχνολογικές πιέσεις στη Wall Street, ήταν λογικό και εύλογο να ασκηθούν πιέσεις στον τραπεζικό δείκτη του Χρηματιστηρίου, ο οποίος κατά παράδοση είναι ο πλέον ευάλωτος στις μεταπτώσεις της επενδυτικής ψυχολογίας.
Κάπως έτσι, οι χρηματοπιστωτικές μετοχές κατέγραψαν χθες τη δεύτερη χειρότερη συνεδρίαση του 2026, υποχωρώντας κατά σχεδόν -2,8%.
Βέβαια, οι άνθρωποι της αγοράς προς το παρόν δεν ανησυχούν. Το «λίπος» από το φετινό ράλι παραμένει μεγάλο (+21,1%), με τις ρευστοποιήσεις να δίνουν την ευκαιρία στους επενδυτές για μια πρώτη ουσιαστική κατοχύρωση των ισχυρών κερδών.
Όταν η «ηθική ανωτερότητα» γίνεται σαπίλα
Στη διεθνή επικαιρότητα τώρα, πέρα από τις ανατροπές στις αγορές, ένα θέμα κυριαρχεί: το σκάνδαλο Έπστιν. Όσο ζούσε λοιπόν ο διαβόητος χρηματιστής κακοποιούσε συστηματικά νεαρά κορίτσια. Τώρα που είναι νεκρός, στοιχειώνει κάτι πολύ ευρύτερο και πολύ πιο ισχυρό: τους γηραιούς θεούς του παγκόσμιου καπιταλισμού. Όχι με μεταφυσικούς όρους – αλλά με emails, ημερολόγια, πτήσεις και αμήχανες σιωπές.
Πολύ πριν το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης ανοίξει, στα τέλη Ιανουαρίου, το «κουτί της Πανδώρας» με έγγραφα, η υπόθεση Έπστιν είχε ήδη τερματίσει καριέρες. Ο Λες Γούεξνερ, ο άνθρωπος που του άνοιξε την πόρτα των μεγάλων χρημάτων, παραιτήθηκε από την L Brands. Ο Τζες Στάλεϊ εκπαραθυρώθηκε από την Barclays. Ο Λίον Μπλακ αποκαθηλώθηκε από την Apollo. Και γύρω τους, σαν καπνός, αιωρούνται ονόματα που κάποτε δεν ακούγονταν ψιθυριστά: Μπιλ Γκέιτς, Λάρι Σάμερς και άλλοι «σοβαροί», «επιφανείς» άνδρες. Και το πάρτι μόλις ξεκίνησε.
Καθώς δικηγόροι, δημοσιογράφοι και στρατιές χρηστών στα social media ξεσκονίζουν την αλληλογραφία του Έπστιν, οι παραιτήσεις συνεχίζονται. Στις αρχές Φεβρουαρίου, ο πρόεδρος της Paul Weiss – από τα πιο γνωστά δικηγορικά γραφεία της Νέας Υόρκης – προστέθηκε στη λίστα. Το κοινό στοιχείο όλων αυτών; Δεν είναι μόνο η κακή κρίση. Είναι ότι ανήκουν σε μια ελίτ στο απόγειό της μιας εποχής που άνοιξε τη δεκαετία του 1980 και έκλεισε το 2019. Μια ελίτ που πλούτισε από τις παγκόσμιες αγορές και τώρα μαθαίνει τι σημαίνει single point of failure: ένας άνθρωπος, ένα δίκτυο, ένα τεράστιο πρόβλημα.
Το σκάνδαλο Έπστιν είναι σχεδόν τέλεια σχεδιασμένο για να γελοιοποιήσει τις ιερές αγελάδες του καπιταλισμού. Άλλους θα τους σοκάρει η ηθική σαπίλα – ή έστω η άνεση με την οποία συνυπήρχε κανείς μαζί της. Άλλους, οι μπλεγμένες σχέσεις επιχειρηματιών και πολιτικών. Το κοινό, όμως, δεν θυμώνει το ίδιο με όλους. Τα σεξουαλικά σκάνδαλα ή η διαφθορά συγχωρούνται τελικά ευκολότερα από την υποκρισία. Όσοι έχτισαν καριέρες πάνω στην «ηθική ανωτερότητα» ή έσπευσαν να δηλώσουν ότι «δεν είχαν καμία σχέση με τον Έπστιν», βρίσκονται σήμερα στο επίκεντρο. Και μην έχετε αυταπάτες: ούτε εκατομμύρια σελίδες εγγράφων θα κλείσουν αυτή την ιστορία. Πολλά αρχεία παραμένουν κλειδωμένα. Το πολιτικό ζητούμενο παραμένει ανοιχτό.
Στο μεταξύ, η ελίτ κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα όταν απειλείται: τρώγεται μεταξύ της.
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.











