Skip to main content

Ελληνική κρίση ή κινεζικό κραχ;

Από την έντυπη έκδοση

Της Αγγελικής Κοτσοβού
[email protected]

Ποια είναι αυτή τη στιγμή η μεγαλύτερη εστία κινδύνου για τα διεθνή χρηματιστήρια;

Η ελληνική κρίση ή το μίνι κραχ στις κινεζικές μετοχές; Ιδιαίτερα δύσκολο το δίλημμα για τους επενδυτές, που γνωρίζουν καλά ότι οι αγορές δεν θα μπορούσαν να αντέξουν ένα διπλό χτύπημα.

Οι τελευταίες εβδομάδες ήταν δραματικές για την κινεζική χρηματιστηριακή αγορά.

Ο γενικός δείκτης στο Χρηματιστήριο της Σαγκάης έχει απολέσει το ένα τρίτο των κερδών που κατέγραφε έως τον Ιούνιο, τότε που το κλίμα ευφορίας είχε εκτοξεύσει τη συνολική κεφαλαιοποίηση των κινεζικών μετοχών στα δέκα τρισ. δολάρια.

Η κεντρική τράπεζα της Κίνας, με τις κινήσεις νομισματικής χαλάρωσης στις προσπάθειες τόνωσης της δεύτερης μεγαλύτερης οικονομίας στον κόσμο, συνέβαλε στη δημιουργία της χρηματιστηριακής «φούσκας».

Κανείς όμως δεν ανησυχούσε για όσον καιρό οι μετοχικές αξίες έπαιρναν την ανιούσα. Και κανείς δεν ήταν προετοιμασμένος για τέτοια συντριβή.

Μέσα σε τρεις εβδομάδες χάθηκαν σχεδόν τέσσερα τρισ. δολάρια από την κεφαλαιοποίηση των κινεζικών χρηματιστηρίων -Σαγκάης και Σενζέν-, ενώ η αναστολή διαπραγμάτευσης στις μετοχές περισσότερων από 1.400 εταιρειών εκτοπίζει τους επενδυτές σχεδόν από το ήμισυ της κινεζικής χρηματιστηριακής αγοράς, της δεύτερης μεγαλύτερης στον κόσμο.

Τα συντονισμένα μέτρα των αρχών του Πεκίνου να συγκρατήσουν την κατρακύλα αναχαίτισαν πρόσκαιρα την καθοδική πορεία: Το Χρηματιστήριο της Σαγκάης ανέκαμψε χθες 5,8%, ενώ ο γενικός δείκτης στη μικρότερη αγορά Σενζέν ενισχύθηκε 3,8%.

Η άνοδος όμως θα μπορούσε να αποτελεί την απαρχή μιας περιόδου έντονης μεταβλητότητας και διακυμάνσεων, καθιστώντας αναπόφευκτη τη διόρθωση.

Για τους επενδυτές, το μεγαλύτερο ρίσκο είναι η μετάδοση του κινεζικού «ιού» και στα υπόλοιπα διεθνή χρηματιστήρια, σε μια εποχή που κλονίζονται λόγω της ελληνικής κρίσης.

Οι μικρές εστίες κινδύνου θα μπορούσαν πολύ εύκολα να βρεθούν εκτός ελέγχου, απειλώντας και πάλι τη σταθερότητα του παγκόσμιου χρηματοοικονομικού συστήματος.

Η προσοχή στρέφεται και πάλι στις κεντρικές τράπεζες και στον σωτήριο ρόλο που έχουν διαδραματίσει από την εποχή της πιστωτικής κρίσης του 2008.

Είναι όμως πλάνη να πιστεύει κανείς ότι οι κεντρικές τράπεζες έχουν τη λύση σε όλα τα προβλήματα.

Ακόμη κι αν κυριαρχεί η πεποίθηση ότι οι κεντρικές τράπεζες θα κάνουν ό,τι χρειαστεί, αυτό δεν σημαίνει ότι τα μέτρα που λαμβάνουν έχουν πάντοτε και το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Η υπερ-χαλαρή νομισματική πολιτική στα χρόνια μετά την κρίση είναι από τους βασικότερους παράγοντες που τροφοδότησαν τη «φούσκα» στα διεθνή χρηματιστήρια.

Κανείς όμως δεν ξέρει εάν θα αντέξουν αλλεπάλληλα χτυπήματα. Και τότε μπορεί να μην είναι αρκετή η συμβολή των κεντρικών τραπεζών.