Στη σύγχρονη οικονομική πραγματικότητα, η έννοια της ελεύθερης αγοράς τείνει να διολισθήσει από το πεδίο της επιστημονικής περιγραφής σε εκείνο του ιδεολογικού ευχολογίου.
Ο μέσος πολίτης δεν βρίσκεται πλέον αντιμέτωπος με τις ορθολογικές διακυμάνσεις της προσφοράς και της ζήτησης, αλλά εγκλωβίζεται σε ένα αυτοτροφοδοτούμενο σπιράλ ακρίβειας, το οποίο οριοθετείται από ολιγοπωλιακές δομές και μια προκλητική θεσμική ανοχή. Αυτή η μετάβαση από τον πληθωρισμό κόστους στον λεγόμενο «πληθωρισμό απληστίας» (Greedflation) δεν αποτελεί μια παροδική στρέβλωση, αλλά μια δομική αποτυχία του συστήματος να προστατεύσει τον καταναλωτή από την οργανωμένη κερδοσκοπία.
Η μηχανική αυτής της δίνης ξεκινά από τον πυρήνα της ενέργειας και διαχέεται ακαριαία σε όλη την παραγωγική αλυσίδα, ωστόσο η πραγματική παθογένεια αποκαλύπτεται στο φαινόμενο της ασυμμετρικής προσαρμογής.
Είναι πλέον κοινός τόπος ότι οι αυξήσεις των πρώτων υλών μετακυλίονται με «ταχύτητα ήχου» στην κατανάλωση, ενώ οι μειώσεις αυτών —όταν συμβαίνουν— διολισθαίνουν με την «ταχύτητα παγετώνα», αν δεν απορροφηθούν πλήρως από τη διεύρυνση των περιθωρίων κέρδους. Σε αυτό το περιβάλλον, το περίφημο «αόρατο χέρι» του Adam Smith, που θα έπρεπε να αυτορρυθμίζει την αγορά προς όφελος του κοινωνικού συνόλου, έχει αντικατασταθεί από τη «σιωπηρή σύμπραξη» (tacit collusion).
Οι μεγάλοι παίκτες της αγοράς δεν χρειάζεται πλέον να συνεννοούνται σε σκοτεινά δωμάτια· χρησιμοποιούν την αλγοριθμική παρακολούθηση και την πληθωριστική ψυχολογία για να εναρμονίσουν τις τιμές τους προς τα πάνω, ακυρώνοντας στην πράξη κάθε έννοια ανταγωνισμού.
Η αίσθηση ότι ο καταναλωτής παραμένει έρμαιο οργανωμένων συμφερόντων επιτείνεται και από την παχυλή ανεπάρκεια των ελεγκτικών μηχανισμών. Όταν τα διοικητικά πρόστιμα εγγράφονται στους ισολογισμούς των πολυεθνικών ομίλων ως ένα απλό «κόστος λειτουργίας» (cost of doing business), η αποτροπή παύει να υφίσταται. Η κερδοσκοπία καθίσταται πλέον μια ορθολογική επιχειρηματική επιλογή, καθώς τα υπερκέρδη από την τεχνητή διατήρηση υψηλών τιμών υπερκαλύπτουν κατά πολύ τις όποιες διοικητικές κυρώσεις. Η οικονομική επιστήμη υπενθυμίζει με τον πλέον ωμό τρόπο τη σκληρή πραγματικότητα μέσω του τύπου της πραγματικής αγοραστικής δύναμης: Wreal=Wnominal /P. Όταν το επίπεδο των τιμών (P) αυξάνεται τεχνητά μέσω εναρμονισμένων πρακτικών, η αγοραστική δύναμη κατακρημνίζεται, μετατρέποντας τις όποιες ονομαστικές αυξήσεις μισθών σε κενό γράμμα.
Στο σημείο αυτό, η ευθύνη μετατοπίζεται από το πεδίο της οικονομίας σε εκείνο της πολιτικής και της κοινωνικής δράσης. Η έξοδος από το σπιράλ της εξάρτησης απαιτεί τη μετάβαση από τον παθητικό πελάτη στον συνειδητό «πολίτη-καταναλωτή».
Η δύναμη του ολιγοπωλίου κάμπτεται μόνο όταν κλονιστεί η ανελαστικότητα της ζήτησης μέσω της συλλογικής αποχής και της στροφής σε εναλλακτικά δίκτυα διανομής. Ωστόσο, η ιδιωτική πρωτοβουλία δεν αρκεί.
Απαιτείται ένα «ορατό χέρι» δικαιοσύνης: η επιβολή αυστηρού πλαφόν στο περιθώριο κέρδους, η χρήση Τεχνητής Νοημοσύνης από το κράτος για την ανίχνευση καρτέλ σε πραγματικό χρόνο και η φορολόγηση των υπερκερδών. Ο καταναλωτής θα παραμένει έρμαιο όσο η θεσμική αφασία και η οργανωμένη απληστία θεωρούνται κανονικότητα. Η αποκατάσταση της αγοράς δεν είναι ζήτημα οικονομικών δεικτών, αλλά ζήτημα δημοκρατικής αξιοπρέπειας.
*Ομότιμος Καθηγητής στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












