Παράξενες συγκυρίες ζει τον τελευταίο καιρό η Ευρώπη, με δύο από τις πιο εμβληματικές προσωπικότητες της ακροδεξιάς της γηραιάς ηπείρου να βρίσκονται αντιμέτωποι με αυτό που οι ίδιοι αποκαλούν «διεφθαρμένο κατεστημένο». Μαριν Λε Πεν και Νάιτζελ Φάρατζ, οι δελφίνοι της ηγεσίας σε Γαλλία και Βρετανία, «έμπλεξαν» σε νομικές… ατασθαλίες και αποφάσισαν να ακολουθήσουν μία ιδιαίτερη τακτική που «δίδαξε» ο Ντόναλντ Τραμπ.
Η Λε Πεν, ηγέτιδα του ακροδεξιού Εθνικού Συναγερμού και φαβορί για την γαλλική προεδρία, κρίθηκε ένοχη από το Εφετείο το απόγευμα της Τρίτης για υπεξαίρεση ευρωπαϊκών κονδυλίων και, παρά το γεγονός ότι της άφησε ανοιχτή την πόρτα του Ελιζέ, της επιβλήθηκε η υποχρέωση να φορά «βραχιολάκι».
Λίγο αργότερα, ο Φάρατζ, από τους βασικούς υποστηρικτές του Brexit και επικεφαλής του κόμματος Reform UK, το οποίο προηγείται στις δημοσκοπήσεις στη Βρετανία, παραιτήθηκε από τη βουλευτική του έδρα, καθώς εντάθηκαν οι πολιτικές και δημοσιογραφικές πιέσεις σχετικά με τις οικονομικές του υποθέσεις και τη φιλική του σχέση με καταδικασμένο εγκληματία.
Ωστόσο, αντί να αποσυρθούν από το πολιτικό προσκήνιο, όπως θα συνέβαινε με πιο συμβατικούς πολιτικούς, και οι δύο επέλεξαν να περάσουν αμέσως σε προεκλογική αντεπίθεση.

Λίγες ώρες μετά την ανακοίνωση της δικαστικής απόφασης, η Λε Πεν ουσιαστικά εγκαινίασε την εκστρατεία της για τις προεδρικές εκλογές της Γαλλίας το επόμενο έτος. Την ίδια ώρα, ο Φάρατζ προκάλεσε τους επικριτές του να τον αντιμετωπίσουν σε επαναληπτική εκλογική αναμέτρηση στην εκλογική του περιφέρεια, υποστηρίζοντας ότι οι πολίτες θα πρέπει να αποφασίσουν αν έχει πράξει κάτι επιλήψιμο.
Το «δίδαγμα» του Τραμπ
Στον πυρήνα της στρατηγικής τους βρίσκεται η τακτική που χρησιμοποίησε ο πρόεδρος Τραμπ ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2024:
- πλήρης άρνηση κάθε παρανομίας
- κατηγορία προς το «διεφθαρμένο κατεστημένο» ότι συνωμοτεί εναντίον των ίδιων και των ψηφοφόρων τους
- προσδοκία ότι η κοινή γνώμη θα υιοθετήσει αυτή την αφήγηση
Η στρατηγική αυτή απέδωσε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Παρά τις δικαστικές περιπέτειες του Τραμπ, οι δημοσκοπικές του επιδόσεις βελτιώθηκαν και τελικά εξελέγη πρόεδρος, αποτελώντας τον πρώτο καταδικασμένο για κακούργημα που ανέλαβε το ανώτατο πολιτειακό αξίωμα της χώρας.
Η ιστορία επαναλαμβάνεται και… στην Ευρώπη;
Το ερώτημα πλέον είναι κατά πόσο το ιδιόμορφο μοντέλο Τραμπ μπορεί να αποδειχθεί επιτυχημένο και στην Ευρώπη.
Η απάντηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η Γαλλία θα εκλέξει νέο πρόεδρο σε δέκα μήνες και η Λε Πεν εμφανίζεται σε αρκετές δημοσκοπήσεις να προηγείται οριακά των βασικών αντιπάλων της. Στη Βρετανία, αντίστοιχα, το Reform UK καταγράφει δυναμική που θα μπορούσε να το αναδείξει πρώτη δύναμη στο Κοινοβούλιο, καθιστώντας τον Φάρατζ φαβορί για την πρωθυπουργία.
Κεντρικό στοιχείο των λαϊκιστικών εκστρατειών, τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρώπη, αποτελεί η παρουσίαση του υποψηφίου ως εκπροσώπου «του λαού» απέναντι σε μια διεφθαρμένη και αυτάρεσκη ελίτ. Αυτή η ρητορική κυριάρχησε κατά τη διάρκεια του δημοψηφίσματος για το Brexit και επανεμφανίστηκε έντονα τις τελευταίες ημέρες τόσο στο Λονδίνο όσο και στο Παρίσι.
Ο Ντάνι Κρούγκερ, που συντονίζει την προετοιμασία του Reform UK για ενδεχόμενη ανάληψη της διακυβέρνησης, υποστήριξε ότι ο Φάρατζ «είχε πλέον κουραστεί» από τις προσπάθειες του κατεστημένου να τον πλήξει μέσω προσωπικών υποθέσεων.

Όπως ανέφερε σε εκδήλωση του Politico στο Λονδίνο, πίσω από αυτές τις κινήσεις βρίσκεται, κατά την άποψή του, μια οργανωμένη στρατηγική στην οποία συμμετέχουν τόσο οι πολιτικοί αντίπαλοι όσο και μεγάλο μέρος των παραδοσιακών μέσων ενημέρωσης.
Μάλιστα, ισχυρίστηκε ότι η κυβέρνηση, μαζί με συμμάχους της στα ΜΜΕ και στα υπόλοιπα κόμματα, επιχειρεί να διαμορφώσει τους κανόνες του παιχνιδιού έτσι ώστε να εμποδίσει το Reform UK να αναλάβει την εξουσία, ακόμη και μέσω αλλαγών στο εκλογικό σύστημα ή αναβολής εκλογικών διαδικασιών.
«Ο Νάιτζελ πιστεύει -και σωστά- ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Οι ψηφοφόροι του πρέπει να έχουν την ευκαιρία να αποφασίσουν αν εξακολουθούν να τον εμπιστεύονται», υποστήριξε ο Κρούγκερ.
Στη Γαλλία, η Λε Πεν παρουσιάζει εδώ και χρόνια τις δικαστικές της υποθέσεις ως πολιτικά υποκινούμενες επιθέσεις από το κατεστημένο. Μετά την πρωτόδικη καταδίκη της πέρυσι, είχε δηλώσει ότι οι δικαστές υιοθετούν πρακτικές που συναντώνται σε αυταρχικά καθεστώτα.
Μετά τη νέα απόφαση του Εφετείου, η οποία επιβεβαίωσε την ενοχή της αλλά μείωσε την ποινή της, υιοθέτησε πιο ήπιους τόνους. Παράλληλα ανακοίνωσε ότι θα προσφύγει στο ανώτατο δικαστήριο της Γαλλίας, γεγονός που σημαίνει ότι η εφαρμογή του μέτρου του ηλεκτρονικού βραχιολιού θα ανασταλεί μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης.
Ο βουλευτής του Εθνικού Συναγερμού Ματίας Ρενό απέρριψε τις συγκρίσεις με τον Τραμπ, υποστηρίζοντας ότι η Λε Πεν απλώς εξαντλεί κάθε νόμιμο ένδικο μέσο. «Αν η άσκηση έφεσης θεωρείται “τραμπική”, τότε δεν υπάρχει πλέον κράτος δικαίου», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Τα πρώτα δημοσκοπικά στοιχεία δείχνουν ότι η στρατηγική της ενδέχεται να αποδίδει. Έρευνα της Ifop, που πραγματοποιήθηκε μετά την τελευταία δικαστική απόφαση, καταγράφει τη Λε Πεν να επικρατεί στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών έναντι του πρώην πρωθυπουργού Εντουάρ Φιλίπ με ποσοστό 54% έναντι 46%.
Δυσαρέσκεια απέναντι στο παραδοσιακό πολιτικό σύστημα
Οι πρόσφατες εκλογικές αναμετρήσεις στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες καταδεικνύουν ότι μεγάλο μέρος των πολιτών θεωρεί πως το παραδοσιακό πολιτικό σύστημα δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες του, καθώς το κόστος ζωής αυξάνεται και οι κοινωνικές ανισότητες διευρύνονται. Σε αρκετές περιπτώσεις, αυτή η δυσαρέσκεια συνοδεύεται από την αίσθηση ότι το ίδιο το κράτος λειτουργεί εις βάρος των απλών πολιτών, ενισχύοντας τα λαϊκιστικά κινήματα.
Ο καθηγητής Συγκριτικής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο Queen Mary του Λονδίνου, Στάιν φαν Κέσελ, εκτιμά ότι η αφήγηση περί συνωμοσίας του κατεστημένου βρίσκει απήχηση επειδή πολλοί ψηφοφόροι στη Γαλλία και τη Βρετανία αισθάνονται πως έχουν αδικηθεί από το πολιτικό σύστημα.
Ο ίδιος επισημαίνει ότι παραμένει αβέβαιο αν οι περιπέτειες των Φάρατζ και Λε Πεν θα ενισχύσουν περαιτέρω την εκλογική τους βάση ή αν τελικά θα τους στοιχίσουν πολιτικά.
Όπως σημειώνει, πολιτικοί όπως ο Φάρατζ και η Λε Πεν έχουν αξιοποιήσει με επιτυχία τόσο την ανησυχία για τη μετανάστευση όσο και τη γενικευμένη δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς. Η κοινωνική ανισότητα, η αίσθηση ότι το βιοτικό επίπεδο δεν βελτιώνεται και ο φόβος απώλειας της εθνικής ταυτότητας αποτελούν, σύμφωνα με τον ίδιο, βασικούς λόγους της εκλογικής τους επιτυχίας.
Έρευνες δείχνουν επίσης ότι η υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών σε πολλές χώρες της Δυτικής Ευρώπης συνδέεται με την ενίσχυση της άκρας δεξιάς, καθώς καλλιεργείται η αντίληψη ότι η μετανάστευση ευθύνεται για μέρος των πιέσεων που βιώνουν οι πολίτες. «Πολλοί άνθρωποι αισθάνονται ότι οι πολιτικοί δεν άκουσαν ποτέ τις ανησυχίες τους», τονίζει ο φαν Κέσελ.
Ριψοκίνδυνος ο Φάρατζ
Για τον Φάρατζ, πάντως, υπάρχει και ο κίνδυνος η επιλογή του να προκαλέσει πρόωρη επαναληπτική εκλογή να αποδειχθεί μπούμερανγκ. Αν και δήλωσε ότι θέλει να αποδείξει πως οι ψηφοφόροι τον εμπιστεύονται, τα μεγάλα κόμματα χαρακτήρισαν την κίνηση «επικοινωνιακό τέχνασμα» και ανακοίνωσαν ότι δεν πρόκειται καν να κατεβάσουν υποψήφιο απέναντί του, γεγονός που θα μπορούσε να αφαιρέσει κάθε ουσιαστικό νόημα από την αναμέτρηση.
Μέχρι στιγμής, ο μοναδικός γνωστός αντίπαλος που έχει δηλώσει συμμετοχή είναι ο σατιρικός υποψήφιος Count Binface, γνωστός στη Βρετανία για τις χιουμοριστικές του υποψηφιότητες απέναντι σε εν ενεργεία πρωθυπουργούς.
Με τη μαύρη κάπα και έναν ασημένιο κάδο απορριμμάτων στο κεφάλι αντί για κράνος, ο Count Binface αποτελεί μια χαρακτηριστική βρετανική σατιρική φιγούρα, που θυμίζει σκηνή από τους Monty Python. Το ερώτημα είναι αν η πιθανότητα να γίνει αντικείμενο σάτιρας από έναν τέτοιο αντίπαλο μπορεί να προκαλέσει μεγαλύτερη πολιτική ζημιά στον Φάρατζ από όση κατάφερε να του επιφέρει το πολιτικό κατεστημένο μέσα σε δύο δεκαετίες.
Ο φαν Κέσελ εμφανίζεται επιφυλακτικός απέναντι σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Όπως σημειώνει, ακόμη κι αν η εκλογική αναμέτρηση εξελιχθεί σε παρωδία, δύσκολα θα σημάνει το τέλος της πολιτικής καριέρας του Φάρατζ. Το ίδιο, καταλήγει, ισχύει και για τη Λε Πεν, καθώς η στήριξη προς τα ακροδεξιά κόμματα δεν εξαφανίζεται απλώς επειδή οι ηγέτες τους περνούν μια δύσκολη πολιτική ή δικαστική περίοδο.
Με πληροφορίες από Politico
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












