Έτος έντονης πολιτικής αβεβαιότητας ήταν το 2025 για την ευρωπαϊκή ατμομηχανή -τον γαλλογερμανικό άξονα-, καθώς η Γερμανία και η Γαλλία αντιμετωπίζουν σοβαρές πολιτικές και οικονομικές προκλήσεις, με την Ακροδεξιά να καραδοκεί, έτοιμη να εκμεταλλευτεί την κοινωνική δυσαρέσκεια.
Η χρονιά ξεκίνησε με πρόωρες εκλογές στη Γερμανία, τον Φεβρουάριο, επτά μήνες νωρίτερα. Εκλογές που ξαναέφεραν στην εξουσία τους Χριστιανοδημοκράτες, αυτή τη φορά με ηγέτη τον Φρίντριχ Μερτς, με σημαντικές ωστόσο πολιτικές ανακατατάξεις. Το ακροδεξιό κόμμα Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) αναδείχθηκε δεύτερο μεγαλύτερο κόμμα, με ποσοστό 20,8%, διπλάσιο σε σχέση με τις προηγούμενες εκλογές του 2021, γεγονός που το ανέδειξε σε αξιωματική αντιπολίτευση.
Το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, το οποίο είχε έρθει πρώτο στις προηγούμενες εκλογές, καταποντίστηκε από το 25,7% στο 16,4%, το χειρότερο εκλογικό αποτέλεσμα από το 1887. Το Κόμμα των Ελεύθερων Δημοκρατών, το οποίο ήταν αυτό που έριξε την τρικομματική κυβέρνηση του φαναριού (Σοσιαλδημοκράτες, Πράσινοι και Φιλελεύθεροι) του καγκελαρίου Όλαφ Σολτς, ανακοινώνοντας την αποχώρησή του από την κυβέρνηση το 2024, έμεινε τελικά εκτός Βουλής, αφού δεν κατάφερε να φθάσει το απαιτούμενο όριο του 5% -έλαβε 4,3%.
Εύθραυστη ισορροπία
Ο Μερτς εκλέχτηκε καγκελάριος τον Μάιο του 2025 και μάλιστα στον δεύτερο γύρο της ψηφοφορίας από τη γερμανική Βουλή, γεγονός πρωτοφανές στη μεταπολεμική ιστορία της Γερμανίας. Ο Μερτς συγκυβερνά με τους Σοσιαλδημοκράτες σε μία εύθραυστη ισορροπία, αντιμετωπίζοντας μάλιστα, στα τέλη της χρονιάς, την ανταρσία επτά συντηρητικών βουλευτών.
Επτά βουλευτές του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος δεν ψήφισαν το νομοσχέδιο που διατηρεί το επίπεδο των συντάξεων στα τωρινά επίπεδα έως το 2031. Παρ’ όλο που το νομοσχέδιο τελικά ψηφίστηκε, εξασφαλίζοντας την παραμονή των Σοσιαλδημοκρατών στην κυβέρνηση συνασπισμού, έδειξε τη δυσκολία που έχει να αντιμετωπίσει ο Μερτς όσον αφορά την προώθηση της πολιτικής του ατζέντας.
Ομιχλώδες τοπίο
H πολιτική κατάσταση είναι πολύ πιο ομιχλώδης στη Γαλλία με επίκεντρο και εκεί δημοσιονομικές περικοπές και αλλαγές στο συνταξιοδοτικό. O πρωθυπουργός Φρανσουά Μπαϊρού, που είχε αναλάβει «να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά» εξωθήθηκε, τον περασμένο Σεπτέμβριο, σε παραίτηση, καθώς αδυνατούσε να εξασφαλίσει την απαραίτητη κοινοβουλευτική πλειοψηφία για να περάσει το πρόγραμμα περικοπών.
Διάδοχο του Μπαϊρού στην πρωθυπουργία ο Μακρόν όρισε τον Σεμπαστιάν Λεκορνί, ο οποίος παραιτήθηκε έχοντας μόλις 26 ημέρες στο αξίωμα του πρωθυπουργού, γεγονός που του χάρισε μία θέση στη γαλλική Ιστορία, ως του συντομότερου πρωθυπουργού της Πέμπτης Γαλλικής Δημοκρατίας. Η ειρωνεία είναι πως, λίγες ημέρες αφότου παραιτήθηκε, πήρε ξανά την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης, ανακοινώνοντας, αυτή τη φορά, το πάγωμα της αύξησης του ορίου συνταξιοδότησης.
H κυβέρνηση μειοψηφίας του Λεκορνί παραμένει ωστόσο ευάλωτη, με τον προϋπολογισμό του 2026 να μην έχει ακόμη εγκριθεί από την κατακερματισμένη εθνοσυνέλευση, η οποία ψήφισε έκτακτο νόμο που επιτρέπει τη λειτουργία του κράτους μέχρι το τέλος Ιανουαρίου.
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












