Όταν μιλάμε για την προστασία της φύσης, σχεδόν όλοι σκεφτόμαστε τα δάση, τα σπάνια φυτά και τα απειλούμενα ζώα. Πολύ λιγότεροι όμως αναρωτιούνται ποιος προστατεύει τα πετρώματα, τα απολιθώματα, τα σπήλαια, τους καταρράκτες, ή τους γεωλογικούς σχηματισμούς που αφηγούνται την ιστορία της Γης.
Η γεωποικιλότητα, που αντιπροσωπεύει την ποικιλία των πετρωμάτων, των ορυκτών, των γεωμορφών και των γεωλογικών διεργασιών, ενώ πάνω σε αυτήν στηρίζεται η ίδια η βιοποικιλότητα, παραμένει μέχρι σήμερα ο «σιωπηλός» πυλώνας του φυσικού περιβάλλοντος [1].
Η ασυμμετρία αυτή δεν οφείλεται μόνο σε ελλείψεις της περιβαλλοντικής νομοθεσίας. Έχει πολύ βαθύτερες ιστορικές και φιλοσοφικές ρίζες.
Ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε σήμερα τη φύση διαμορφώθηκε κυρίως κατά την Επιστημονική Επανάσταση του 17ου αιώνα, όταν η ευρωπαϊκή σκέψη εγκατέλειψε σταδιακά την εικόνα της Γης ως ενός οργανικού κόσμου και υιοθέτησε μια περισσότερο μηχανιστική αντίληψη της φύσης [2].
Από τον Βάκωνα στον Καρτέσιο: Η αλλαγή της αντίληψης για τη φύση
Στη διαμόρφωση αυτής της νέας κοσμοθεωρίας ξεχωρίζουν δύο μορφές. Ο Francis Bacon (1561–1626), γνωστός στην ελληνική βιβλιογραφία ως Φράνσις Μπέικον και παλαιότερα ως Βάκωνας, από τις σημαντικότερες μορφές της πρώιμης Επιστημονικής Επανάστασης, υποστήριξε στο Novum Organum (1620) ότι σκοπός της επιστήμης είναι η απόκτηση γνώσης που θα επιτρέψει στον άνθρωπο να κατανοήσει και να αξιοποιήσει αποτελεσματικότερα τη φύση μέσω της εμπειρικής παρατήρησης και του πειράματος [3]. Η γνωστή ρήση scientia potentia est («η γνώση είναι δύναμη») συμπυκνώνει αυτή τη νέα αντίληψη.
Λίγες δεκαετίες αργότερα, ο René Descartes (1596–1650), γνωστός και ως Ρενάτος Καρτέσιος, θεμελίωσε φιλοσοφικά αυτή τη νέα θεώρηση, διακρίνοντας στους Στοχασμούς περί της Πρώτης Φιλοσοφίας (1641), τον σκεπτόμενο νου (res cogitans) από τον υλικό κόσμο (res extensa) [4]. Η φύση αντιμετωπίστηκε πλέον ως ένας κόσμος που υπακούει σε μηχανικούς νόμους και μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο επιστημονικής μελέτης και ανθρώπινης αξιοποίησης.
Η συνάντηση της βακωνικής εμπειρικής μεθόδου με τον καρτεσιανό δυισμό αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους άξονες της νεότερης επιστημονικής κοσμοθεωρίας, χωρίς βέβαια να εξαντλεί τα αίτια της Επιστημονικής Επανάστασης. Βεβαίως, όπως επισημαίνει η σύγχρονη ιστοριογραφία της επιστήμης, η Επιστημονική Επανάσταση δεν υπήρξε έργο δύο μόνο ανθρώπων. Αποτέλεσε το αποτέλεσμα μιας σύνθετης αλληλεπίδρασης φιλοσοφικών, θρησκευτικών, τεχνολογικών και κοινωνικών εξελίξεων [5].
Ωστόσο, οι ιδέες του Βάκωνα και του Καρτέσιου αποτύπωσαν με ιδιαίτερη σαφήνεια τη νέα κοσμοθεωρία που διαμορφώθηκε στη νεότερη Ευρώπη, σύμφωνα με την οποία η φύση αποτελούσε πρωτίστως αντικείμενο γνώσης, ελέγχου και ανθρώπινης αξιοποίησης. Η αντίληψη αυτή συνέβαλε στη σταδιακή νομιμοποίηση της ολοένα εντατικότερης εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων. Μέσα σε αυτό το νέο πνευματικό πλαίσιο, η Γη έπαψε να αντιμετωπίζεται ως ένας ζωντανός, οργανικός κόσμος και άρχισε να θεωρείται ένα σύστημα που λειτουργεί σύμφωνα με σταθερούς φυσικούς νόμους και μπορεί να μελετηθεί, να ελεγχθεί και να αξιοποιηθεί από τον άνθρωπο. Η νέα αυτή θεώρηση επέτρεψε τη θεαματική πρόοδο της επιστήμης και της τεχνολογίας, αλλά ταυτόχρονα εδραίωσε την αντίληψη ότι ο φυσικός κόσμος αποτελεί κυρίως ένα ανεξάντλητο απόθεμα πόρων προς ανθρώπινη αξιοποίηση [2].
Γιατί η γεωποικιλότητα μένει στο περιθώριο
Η επιρροή αυτής της κοσμοθεωρίας δεν περιορίστηκε στη φιλοσοφία ή στην επιστήμη. Διαμόρφωσε σταδιακά και τον τρόπο με τον οποίο οι σύγχρονες κοινωνίες αντιλαμβάνονται, αξιολογούν και προστατεύουν το φυσικό περιβάλλον. Τα περισσότερα σύγχρονα προγράμματα προστασίας της φύσης επικεντρώνονται στα οικοσυστήματα και στα έμβια όντα, ενώ η γεωποικιλότητα αντιμετωπίζεται συχνά ως το ουδέτερο σκηνικό πάνω στο οποίο εξελίσσεται η ζωή. Ωστόσο, χωρίς τη γεωλογική ποικιλότητα δεν θα υπήρχαν τα διαφορετικά εδάφη, τα τοπία και οι οικολογικές συνθήκες που επιτρέπουν την ανάπτυξη της ίδιας της βιοποικιλότητας [6].
Τα πετρώματα δεν είναι απλώς… πέτρες
Η σημασία της γεωποικιλότητας γίνεται ακόμη πιο εμφανής αν αναλογιστούμε ότι τα πετρώματα, τα οποία δομούν τον στερεό φλοιό του πλανήτη, δεν είναι απλώς αδρανή υλικά. Φιλοξενούν, αποθηκεύουν, διηθούν και προστατεύουν τα υπόγεια νερά, δηλαδή το πολυτιμότερο φυσικό αγαθό για τη ζωή, ενώ παράλληλα διαμορφώνουν τα εδάφη, το ανάγλυφο και τις φυσικοχημικές συνθήκες από τις οποίες εξαρτώνται όλα τα χερσαία οικοσυστήματα. Με άλλα λόγια, πριν ακόμη στηρίξουν τη βιοποικιλότητα, τα πετρώματα στηρίζουν τις βασικές διεργασίες που καθιστούν δυνατή την ίδια τη ζωή.
Η αλλαγή που επιχειρεί η επιστήμη
Τα τελευταία χρόνια η επιστημονική κοινότητα επιχειρεί να αποκαταστήσει αυτή την ανισορροπία. Η γεωποικιλότητα δεν θεωρείται πλέον απλώς σύνολο πετρωμάτων ή γεωμορφών, αλλά θεμελιώδης συνιστώσα της φυσικής κληρονομιάς με επιστημονική, εκπαιδευτική, πολιτισμική και αισθητική αξία [7]. Η προστασία της δεν ανταγωνίζεται τη βιοποικιλότητα: τη συμπληρώνει.
Ίσως λοιπόν το σημαντικότερο δίδαγμα από την ιστορία της εξέλιξης των ιδεών είναι ότι οι αντιλήψεις μας για τη φύση δεν διαμορφώνουν μόνο την επιστήμη, αλλά και τις αξίες με τις οποίες επιλέγουμε τι αξίζει να προστατεύσουμε.
Όσο τα ανόργανα τμήματα του πλανήτη δεν αναγνωρίζονται ως το αναπόσπαστο υπόβαθρο της ζωής, η γεωποικιλότητα θα συνεχίσει να αγνοείται. Και όμως, χωρίς αυτήν δεν υπάρχει διατήρηση, ούτε εξέλιξη της ζωής. Και έτσι τίθεται το ερώτημα: αφού η επιστήμη έχει αποδείξει τον θεμελιώδη και ουσιαστικό ρόλο της γεωποικιλότητας για τη ζωή, σε τι οφείλεται η τόσο περιορισμένη θέση της στις περιβαλλοντικές πολιτικές και στη συλλογική μας συνείδηση;
* Καθηγητής και τέως Κοσμήτορας της Σχολής Μηχανικών Ορυκτών Πόρων του Πολυτεχνείου Κρήτης
Βιβλιογραφία
[1] Gray, M. (2004). Geodiversity: Valuing and Conserving Abiotic Nature. Chichester: John Wiley & Sons.
[2] Merchant, C. (1980). The Death of Nature: Women, Ecology, and the Scientific Revolution. San Francisco: Harper & Row.
[3] Bacon, F. (1620/2000). Novum Organum. Cambridge: Cambridge University Press.
[4] Descartes, R. (1641/1996). Meditations on First Philosophy. Cambridge: Cambridge University Press.
[5] Shapin, S. (1996). The Scientific Revolution. Chicago: University of Chicago Press.
[6] Hjort, J., Gordon, J.E., Gray, M. & Hunter, M.L. (2015). Why geodiversity matters in valuing nature’s stage. Conservation Biology, 29(3), 630–639.
[7] Brilha, J., Gray, M., Pereira, D.I. & Pereira, P. (2018). Geodiversity: an integrative review as a contribution to the sustainable management of the whole of nature. Environmental Science & Policy, 86, 19–28.
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.











