Κρίσιμη για τη διατήρηση υψηλών ρυθμών ανάπτυξης αποτελεί η απορρόφηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης. Σύμφωνα με την εαρινή έκθεση του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου (ΕΔΣ) και με βάση τις συστάσεις διεθνών οργανισμών, τα επόμενα έτη θα πρέπει να δοθεί έμφαση στη συνέχιση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων οι οποίες ενισχύουν τον ανταγωνισμό, την καινοτομία και συμβάλλουν στην καλύτερη αξιοποίηση του διαθέσιμου ανθρώπινου δυναμικού και κεφαλαίου.
Όπως τονίζεται, η πρόβλεψη για ρυθμό ανάπτυξης 1,9% για φέτος κρίνεται ρεαλιστική λόγω της διατήρησης της ισχυρής δυναμικής των επενδύσεων και της συνεχιζόμενης αξιοποίησης των ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών πόρων. Παράλληλα, υποστηρίζεται από την ανθεκτικότητα της ιδιωτικής κατανάλωσης, λόγω της ενίσχυσης της απασχόλησης και της αύξησης του διαθέσιμου εισοδήματος.
Παρά την επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας, η ελληνική οικονομία θα συνεχίσει να αναπτύσσεται με ρυθμό σημαντικά υψηλότερο από τον μέσο όρο της ευρωζώνης. Όσον αφορά την περίοδο 2026-2029, παρά τις γεωπολιτικές εντάσεις και τις αβεβαιότητες που επιβαρύνουν το διεθνές περιβάλλον, η ελληνική οικονομία προβλέπεται να αναπτύσσεται με μέσο ετήσιο ρυθμό 1,8% εξαιτίας των επενδύσεων που συνδέονται με το Ταμείο Ανάκαμψης (ΤΑΑ) και την ιδιωτική κατανάλωση, «αν και η συμβολή των επενδύσεων εκτιμάται ότι θα περιοριστεί μετά την ολοκλήρωση του ΤΑΑ» τα επόμενα έτη.
Σύμφωνα με την Εαρινή Έκθεση, βασικοί μοχλοί ανάπτυξης για την ελληνική οικονομία αποτελούν φέτος η θετική δυναμική του ρυθμού των επενδύσεων και της ιδιωτικής κατανάλωσης. «Οι προοπτικές αυτές ενισχύονται από τις φορολογικές ελαφρύνσεις που προκύπτουν από την πρόσφατη φορολογική μεταρρύθμιση, οι οποίες τονώνουν την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και επιτρέπουν μεγαλύτερη κατανάλωση. Ωστόσο δεν αγνοείται ο ρόλος των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης όπως και οι ευνοϊκές συνθήκες στην αγορά εργασίας». Πιο συγκεκριμένα εκτιμάται ότι:
- Η ιδιωτική κατανάλωση αναμένεται να διατηρήσει τη δυναμική της πορεία, με εκτιμώμενους ρυθμούς αύξησης 1,5% για το 2026. Δεδομένου ότι η ιδιωτική κατανάλωση αποτελεί τον παράγοντα με τη μεγαλύτερη θετική συμβολή στην συνολική οικονομική μεγέθυνση, η εξέλιξη αυτή ενδέχεται να αιτιολογεί και τις πρόσφατες αναθεωρήσεις στους συνολικούς ρυθμούς ανάπτυξης.
- Η δημόσια κατανάλωση εκτιμάται ότι θα αυξηθεί φέτος κατά 1,1% κυρίως ως αποτέλεσμα των δημοσιονομικών πρωτοβουλιών που έχουν ήδη αναγγελθεί.
- Ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου προβλέπεται να αυξηθεί κατά 7,1% φέτος. Οι επενδύσεις σε πάγιο κεφάλαιο έχουν ιδιαίτερη σημασία, καθώς ενισχύουν τη μακροπρόθεσμη παραγωγική δυναμική της χώρας.
Κρίσιμη θεωρεί το ΕΔΣ τη διατήρηση του υψηλού ρυθμού απορρόφησης των πόρων του ΤΑΑ και προσθέτει ότι απαιτείται προσεκτική αξιολόγηση των ποιοτικών χαρακτηριστικών των χρηματοδοτούμενων επενδύσεων, προκειμένου να εκτιμηθεί η αποδοτικότητά τους και ο πολλαπλασιαστικός τους αντίκτυπος στην οικονομία.
Το έλλειμμα στο ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών προβλέπεται να αυξηθεί το 2026, αντανακλώντας τις αναμενόμενες πιέσεις από αυξημένες εισαγωγές, κυρίως λόγω της εντονότερης επενδυτικής δραστηριότητας. Παρά τη βελτίωση που παρατηρήθηκε το 2025, το έλλειμμα στο ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών παραμένει διαρθρωτικό ζήτημα για την ελληνική οικονομία.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το παραγωγικό κενό (output gap) της ελληνικής οικονομίας παραμένει θετικό το 2025, υποδηλώνοντας ότι η οικονομία λειτουργεί κοντά ή ελαφρώς πάνω από τις δυνατότητές της. «Αν αυτό ισχύει, η ανάπτυξη της οικονομίας στηρίζεται εν μέρει σε κυκλικούς παράγοντες και σε εξωγενείς πόρους (ΤΑΑ, τουρισμός), και όχι σε διαρθρωτική βελτίωση της παραγωγικότητας. Επιπρόσθετα, το δυνητικό ΑΕΠ αυξάνεται με βραδύτερο ρυθμό από το πραγματικό, γεγονός που δημιουργεί κινδύνους για τη βιωσιμότητα της ανάπτυξης μετά το πέρας του Ταμείου Ανάκαμψης» τονίζεται χαρακτηριστικά.
Όπως είναι ευρέως γνωστό σε ερευνητικό επίπεδο, η βελτίωση της παραγωγικότητας της εργασίας και, συνεπώς, η επίτευξη οικονομικής μεγέθυνσης σε διατηρήσιμη βάση είναι ευκολότερο να ειπωθεί παρά να πραγματοποιηθεί. Δεν υπάρχει «μαγικό ραβδί» σχολιάζεται στην Έκθεση, καθώς, όπως σημειώνει, υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ της ενεργοποίησης της μεγέθυνσης και της διατήρησής της διαχρονικά. «Η πρώτη είναι ευκολότερη και μπορεί να επιτευχθεί μέσω μιας καλής πολιτικής, όπως δείχνει, για παράδειγμα, ο ρόλος των πόρων του ΤΑΑ στην τρέχουσα συγκυρία στην Ελλάδα. Η δεύτερη είναι δυσκολότερη, και αυτή θα είναι το ζητούμενο τα επόμενα χρόνια».
Όπως έχουν επισημάνει πρόσφατα όλοι σχεδόν οι διεθνείς οργανισμοί (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ΟΟΣΑ και ΔΝΤ) σε αναφορές τους στην ελληνική οικονομία, προτεραιότητα πρέπει να δοθεί στην συνέχιση των μεταρρυθμίσεων που ενισχύουν τον ανταγωνισμό στις αγορές προϊόντων, την καινοτομία, την αξιοποίηση της διαθέσιμης τεχνολογίας στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, την εκπαίδευση, καθώς και την καλύτερη αξιοποίηση του διαθέσιμου ανθρώπινου δυναμικού και κεφαλαίου. Οι παραπάνω τομείς συνδέονται με βιώσιμη και διατηρήσιμη οικονομική ανάπτυξη και είναι αυτοί στους οποίους η ελληνική οικονομία υπολείπεται ακόμα έναντι των άλλων χωρών σύμφωνα με τα διαθέσιμα δεδομένα.
Η διατήρηση ενός υψηλού ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και πολιτικών που ενισχύουν τη μεγέθυνση, ιδίως σε εκείνους τους τομείς στους οποίους η Ελλάδα υστερεί σημαντικά έναντι άλλων χωρών της ΕΕ και του ΟΟΣΑ.
Η πορεία του πληθωρισμού
Όσον αφορά την πορεία του πληθωρισμού, το ΕΔΣ σημειώνει ότι το 2026, αναμένεται αύξηση του πληθωρισμού σε 3,2% ενώ για το 2027 αναμένεται να αποκλιμακωθεί στο 2,4%, λόγω της επανεμφάνισης ισχυρών πληθωριστικών πιέσεων, οι οποίες συνδέονται με τη σημαντική αύξηση των τιμών της ενέργειας και την όξυνση των γεωπολιτικών εντάσεων στην Μέση Ανατολή, παράγοντες που επηρεάζουν αρνητικά τις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες και ενισχύουν το κόστος παραγωγής.
Ωστόσο, ο δομικός πληθωρισμός παραμένει επίμονα υψηλός, κυρίως εξαιτίας της ανθεκτικότητας του, στον τομέα των υπηρεσιών και ιδιαίτερα, του τουρισμού.
Για φέτος προβλέπεται η διατήρηση πρωτογενούς πλεονάσματος, 3,2% του ΑΕΠ, και η επίτευξη οριακού πλεονάσματος 0,2% του ΑΕΠ στο ισοζύγιο της Γενικής Κυβέρνησης. Παράλληλα, εκτιμάται περαιτέρω μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ κατά 9,3 ποσοστιαίες μονάδες.
Οι αβεβαιότητες
Παρά τις θετικές προοπτικές, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές αβεβαιότητες που συνδέονται με τις γεωπολιτικές εξελίξεις, ιδιαίτερα στην Μέση Ανατολή και τις επιπτώσεις στις τιμές της ενέργειας. Θεωρεί μάλιστα αναγκαία τη συνέχιση συνετής δημοσιονομικής πολιτικής.
Ειδικά για την περίοδο 2026-2029, προβλέπονται σταθερά πρωτογενή πλεονάσματα 2,7% ετησίως. Οι δαπάνες για τόκους, ως ποσοστό του ΑΕΠ, ακολουθούν σταδιακή αποκλιμάκωση σε ετήσια βάση, από 3,0% το 2026 σε 2,9% το 2027, 2,7% το 2028 και 2,6% το 2029, παραμένοντας όμως πάνω από τον μέσο όρο της ευρωζώνης.
Η μείωση του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους και τα σταθερά πρωτογενή πλεονάσματα δημιουργούν τις προϋποθέσεις για αντιστροφή της δημοσιονομικής τάσης: το οριακό έλλειμμα στο ισοζύγιο της Γενικής Κυβέρνησης προβλέπεται να διαμορφωθεί στο -0,2% του ΑΕΠ το 2027, να μηδενιστεί το 2028 και να μετατραπεί σε οριακό πλεόνασμα 0,1% του ΑΕΠ το 2029.
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












