Skip to main content

Γ. Στουρνάρας: Οι πολλαπλές κρίσεις δεν πρέπει να επιβραδύνουν τις προσπάθειες για βιώσιμη ανάπτυξη

EUROKINISSI/ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ

Ευρύτερη δημοσιονομική ενοποίηση, ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης και δημιουργία μιας πραγματικής ένωσης των αγορών κεφαλαίων, για την αντιμετώπιση των προκλήσεων

Η τρέχουσα συγκυρία, αυτή των πολλαπλών κρίσεων, δεν θα πρέπει να επιβραδύνει τις παγκόσμιες προσπάθειες για την επίτευξη βιώσιμης ανάπτυξης, δήλωσε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ), Γιάννης Στουρνάρας, σημειώνοντας ότι αντιθέτως, η προσπάθεια για βιώσιμη ανάπτυξη μπορεί να αποτελέσει μέρος της λύσης.

«Απαιτείται διεθνής συνεργασία, ισχυρή πολιτική δέσμευση, συντονισμένες ενέργειες με παρακολούθηση και αξιολόγηση, διακυβέρνηση χωρίς αποκλεισμούς, ενεργός συμμετοχή της κοινωνίας, και βέβαια πρόσβαση σε επαρκείς χρηματοδοτικούς πόρους, με έμφαση στις πιο ευάλωτες περιφέρειες και κοινωνικές ομάδες» τόνισε ο κ. Στουρνάρας, μιλώντας στο συνέδριο «The Seventh Sustainability Summit for SE Europe and the Mediterranean» του Economist.

Αναφερόμενος στις πολλαπλές κρίσεις, είπε ότι αφορούν ζητήματα γεωπολιτικά, ενεργειακά, κοινωνικά, και όλα, άμεσα ή έμμεσα, σχετίζονται με τη βιωσιμότητα. «Η παγκόσμια οικονομία είναι εύθραυστη, καθώς η ανάκαμψη από την πανδημία και τον πόλεμο στην Ουκρανία επιβραδύνεται, ενώ παράλληλα διευρύνονται οι αποκλίσεις μεταξύ οικονομιών και χωρών» σημείωσε.

Τόνισε, δε, ότι «σε αυτό το απαιτητικό περιβάλλον, ο χρηματοπιστωτικός τομέας χρειάζεται να παραμείνει ανθεκτικός σε πιθανούς μακροοικονομικούς και γεωπολιτικούς κλυδωνισμούς, υποστηρίζοντας την οικονομία, λαμβάνοντας παράλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση των προκλήσεων που σχετίζονται με τον ψηφιακό μετασχηματισμό και την κλιματική αλλαγή».

Όπως τόνισε, στην τρέχουσα συγκυρία, η φύση βρίσκεται σε πρωτοφανή κίνδυνο, όπως αναγνωρίζεται ευρέως από την επιστημονική κοινότητα, ενώ τα ακραία καιρικά φαινόμενα έχουν γίνει πιο συχνά και πιο σφοδρά, με αυξανόμενες απώλειες στο κεφάλαιο – ανθρώπινο, φυσικό και οικονομικό. Πάντως, όπως τόνισε, «τα καιρικά αυτά φαινόμενα, πέρα από τις απώλειες, έδωσαν ώθηση στο σχεδιασμό πολιτικών αντιμετώπισης, συμπεριλαμβανομένης της ενίσχυσης των δράσεων προσαρμογής και των μηχανισμών ανθεκτικότητας. Αντίστοιχα, οι αντιδράσεις των κρατών, και κυρίως της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στις κρίσεις των τελευταίων ετών δημιούργησε νέους πόρους, όπως το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, που έδωσαν στις χώρες τη δυνατότητα να επιταχύνουν την ενεργειακή μετάβαση».

Σύμφωνα με τον διοικητή της ΤτΕ, παρά την πρόοδο που έχει γίνει στη χρηματοδότηση για την εφαρμογή κλιματικών πολιτικών, τόσο η μετάβαση σε οικονομία χαμηλών εκπομπών, όσο και η προσαρμογή στην αλλαγή του κλίματος χρειάζονται ακόμα σημαντική ενίσχυση. Επίσης, ο ρυθμός και το μέγεθος της χρηματοδότησης για έργα προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή παραμένουν αρκετά κάτω από αυτά που χρειάζεται.

Ο κ. Στουρνάρας υπογράμμισε ότι «για την ευρωπαϊκή οικονομία, και ιδιαίτερα για τη ζώνη του ευρώ, δεν θα υπάρξει οριστική απάντηση στις νέες μεγάλες προκλήσεις – είτε στις κρίσεις που προανέφερα, όπως η κλιματική αλλαγή και η πράσινη μετάβαση με τις αυξημένες ανάγκες επενδύσεων και χρηματοδότησης – χωρίς μεγαλύτερη και ευρύτερη δημοσιονομική ενοποίηση, ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης και δημιουργία μιας πραγματικής ένωσης των αγορών κεφαλαίων. Δεν πρέπει όμως να περιμένουμε να ωριμάσουν οι πολιτικές συνθήκες στην ζώνη του ευρώ για να προχωρήσουν όλα αυτά μαζί. Για παράδειγμα, η ένωση των αγορών κεφαλαίων είναι ήδη ώριμη να υλοποιηθεί άμεσα, όπως αντίστοιχα και οι προτάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη διαχείριση των τραπεζικών κρίσεων και το ευρωπαϊκό σύστημα εγγύησης καταθέσεων».

Οι κίνδυνοι που σχετίζονται με το κλίμα αποτελούν πηγή αστάθειας και ευπάθειας για το χρηματοπιστωτικό σύστημα, καθώς μπορούν να επηρεάσουν τη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής και να δημιουργήσουν κλυδωνισμούς στη σταθερότητα των τιμών, υπογράμμισε ο διοικητής της ΤτΕ, συμπληρώνοντας ότι για τον λόγο αυτό οι κεντρικές τράπεζες λαμβάνουν συγκεκριμένα μέτρα, ώστε να προλαμβάνουν κινδύνους για τη σταθερότητα των τιμών και, μαζί με τις εποπτικές αρχές, να διασφαλίζουν ότι το χρηματοπιστωτικό σύστημα είναι ανθεκτικό σε αυτούς τους κινδύνους.