© Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Η θεατρική παράσταση «Οι Ανέγγιχτες», μια δημιουργία των Αντώνη Χανιώτη και Λάμπρου Κομζιά παρουσιάζεται στο Θέατρο Χώρος [Πραβίου 6-8, Βοτανικός].
Το έργο γράφτηκε για να επισφραγίσει τη μοναδικότητα του Ανθρώπου και να αναδείξει εναργώς την ειδοποιό διαφορά του με οτιδήποτε άλλο προσπαθήσει στο μέλλον να τον μιμηθεί.

Ο Αντώνης Χανιώτης μίλησε μαζί μας.
Κύριε Χανιώτη, λίγα λόγια σας για την υπόθεση της παράστασης;
«Tρεις αδερφές απομονωμένες απ’ τον υπόλοιπο κόσμο, σε ένα απόμερο δασος της Βόρειας Αμερικής. Η άφιξη ενός Ξένου διαταράσσει τις ισορροπίες. Οι “Ανέγγιχτες” είναι ένα έργο για τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι της ανθρώπινης ψυχής. Επιδιώκει να αφυπνίσει ερωτήματα μέσα από μια ατμόσφαιρα ποιητική, σχεδόν μεταφυσική…»

Τι συναντάμε στον πυρήνα της;
«Νομίζω πως ο πυρήνας των Ανέγγιχτων ταυτίζεται με τον πυρήνα της ανθρώπινης ζωής που είναι η απέραντη ανάγκη του ανθρώπου για εσωτερική ελευθερία. Δίχως την ελευθερία αυτή, ο άνθρωπος, όσο ασφαλής κι αν είναι, όσα αγαθά κι αν έχει, παραμένει πάντα βαθιά και υπαρξιακά δυστυχισμένος. Κοντά στην ανάγκη για ελευθερία βρίσκεται και η ανθρώπινη ανάγκη για λύτρωση και πίστη, η προσπάθειά μας να κρατηθούμε από κάτι αγνό, μέσα σε έναν κόσμο που μας απογοητεύει».

Το έργο συνδημιουργήθηκε με τον Λάμπρο Κομζιά· ποιο ήταν το αρχικό έναυσμα για τη δημιουργία του και πώς λειτούργησε η συγγραφική σας συνεργασία;
«Η πρώτη σπίθα για τη δημιουργία αυτού του έργου ξεπήδησε μέσα από την ανάγνωση του βιβλίου “Η Μορφωμένη” της Tara Westover, το οποίο μας αποκάλυψε έναν κόσμο που σχεδόν αγνοούσαμε την ύπαρξή του. Έπειτα, αφού μελετήσαμε μαζί κάποιες ακραίες καταστάσεις ανάλογων παραθρησκευτικών ομάδων (David Koresh, Jim Jones), συγκλονιστήκαμε και αποφασίσαμε πως αυτό θα ήταν το πλαίσιο για το επόμενο έργο μας».

Μια περιγραφή σας για τις Ανέγγιχτες -Ρεβέκκα, Ραχήλ και Αθαλία; Ανέγγιχτες από τι;
«Η αίρεση των Ανέγγιχτων αντλεί την ονομασία της από την απόλυτη βεβαιότητα των μελών της πως δεν τα έχει αγγίξει η αμαρτωλότητα αυτού του κόσμου. Ανέγγιχτες, λοιπόν, από οτιδήποτε θα μπορούσε να βεβηλώσει, κατά την άποψη τους, την ψυχή και το σώμα τους. Ανέγγιχτες από τον κόσμο, ανέγγιχτες από τον χρόνο, και τελικά ανέγγιχτες από την ίδια τη ζωή, εγκλωβισμένες μέσα σε μια νοητική κατασκευή, που τις καθιστά ανέγγιχτες από την πραγματικότητα».

Θα επιλέξετε να μας πείτε κάτι από αυτά που λέει κάποια από τις Ανέγγιχτες; Η πρώτη φράση που θα σας έρθει στον νου.
«Έχω πολλές αγαπημένες φράσεις από το έργο, αλλά η πιο αγαπημένη μου είναι η φράση που τραγουδά με απόγνωση η Ρεβέκκα προς την Αθαλία: “Πώς μου ζητάς να γίνω άγγελος, προτού του ανθρώπου να διαβώ τα μονοπάτια…” Είναι μια φράση κλειδί για κάθε νοήμονα και ευαίσθητο άνθρωπο».
Και λίγα λόγια σας για τον μυστηριώδη ξένο; Τι σηματοδοτεί η εμφάνισή του;
«Ο Ξένος είναι ακριβώς όπως το είπατε, μυστηριώδης. Μοιάζει να ταιριάζει παντού, αλλά ταυτόχρονα σου δημιουργεί μια αίσθηση απόλυτου κενού. Η εμφάνισή του σηματοδοτεί την αρχή του τέλους για τις Ανέγγιχτες. Είναι ο καταλύτης που θα επιταχύνει την εξώθερμη αντίδραση που πυροδοτούν οι διαφορετικοί χαρακτήρες της Αθαλίας, της Ρεβέκκας και της Ραχήλ.
Συμβολικά, ο Ξένος είναι ο καθρέφτης της συνείδησης, εκείνος που φέρνει την αμφιβολία, αλλά και την πιθανότητα της λύτρωσης που ανέφερα προηγουμένως».

Και λίγα δικά του λόγια;
«Αν σας πω την αγαπημένη μου φράση απ’ τον Ξένο, θα τινάξω όλη την παράσταση στον αέρα! Θα προτιμήσω να τον κρατήσω απόλυτα ξένο και για σας, έτσι ώστε να σας κάνω να έρθετε στην παράσταση για να τον γνωρίσετε από κοντά».
Που εστίασε η σκηνοθετική σας ματιά;
«Στη δημιουργία μιας ατμόσφαιρας όπου το ορατό και το αόρατο συναντιούνται· με ενδιέφεραν πολύ τα συναισθήματα πίσω από τις λέξεις. Θέλω ο θεατής να ταυτιστεί με τη Ραχήλ ή τη Ρεβέκκα, όχι να δει απλώς, αλλά να αισθανθεί, να περπατήσει για λίγο μέσα στον εσωτερικό κόσμο των ηρωίδων».

«…η ιστορία αυτή δεν είναι απλώς ένα θεατρικό έργο. Είναι ένας καθρέφτης που μας ρωτάει: Μήπως κι εμείς ζούμε σε μια φυλακή που βαφτίσαμε “κανονικότητα”;» -διαβάζουμε, μεταξύ άλλων, στο σκηνοθετικό σας Σημείωμα· πώς βλέπετε τη δική μας, σύγχρονη «φυλακή» και μέσα από ποιες διαδικασίες θα έλθει η απελευθέρωση;
«Η σύγχρονη φυλακή μας δεν έχει κάγκελα, τουλάχιστον όχι ορατά, πιθανόν να έχει καθρέφτες. Ζούμε μέσα σε μια πραγματικότητα που μάθαμε να ονομάζουμε “κανονική”, αλλα πολλές φορές είναι βαθιά αποξενωμένη. Η απελευθέρωση δεν έρχεται απ’έξω, έρχεται από τη στιγμή που τολμάς να κοιτάξεις μέσα σου, να δεις τις αλήθειες που αποφεύγεις και να τις αποδεχθείς. Η διαδικασία που ίσως να μπορούσε να μας απελευθερώσει από αυτό το τέλμα είναι η συντριβή του εγωισμού μας και η επιλογή της αγάπης ως τρόπου ύπαρξης. Όπως οι “Ανέγγιχτες”, έτσι κι εμείς απελεθερωνόμαστε όταν πάψουμε να φοβόμαστε το φως…»

Πιθανά συναισθήματα και σκέψεις θα συνοδεύσουν τον θεατή μετά την συνάντησή του με τις Ανέγγιχτες;
«Θα ήθελα ο θεατής να φύγει με εκείνη την αίσθηση της σιωπής που σηματοδοτεί μια αλλαγή μέσα του, έστω και μικρή. Ίσως νιώσει ταραχή, ίσως συγκίνηση, ίσως λύπη· οι Ανέγγιχτες δε ζητούν να τις κατανοήσεις, αλλά να τις αισθανθείς. Κι αν, φεύγοντας, ο θεατής κουβαλά ένα ερώτημα περισσότερο, τότε η παράσταση έχει πετύχει τον σκοπό της».
Υπάρχει κάποια στιγμή στη δημιουργική πορεία των «Ανέγγιχτων» που σας συγκλόνισε ή σας άλλαξε προσωπικά;
«Αυτό που με συγκλόνισε περισσότερο ήταν η διαδρομή. Το έργο χρειάστηκε κοντά δυο χρόνια για να ολοκληρωθεί, διάστημα στο οποίο συνέβησαν και σε μένα προσωπικά και στην ανθρωπότητα πολύ δυσάρεστα πράγματα. Παράλληλα με αυτά, καθώς οι Ανέγγιχτες άρχισαν να παίρνουν μορφή, ένιωσα πως κάτι μέσα μου ξεγυμνώνεται κι επαναπροσδιορίζεται. Προσέγγισα από διαφορετική σκοπιά τη συμπεριφορά των ανθρώπων, τη σχέση τους με την αλήθεια, το ψέμα, την ενσυναίσθηση, τη συνείδηση, τη μνήμη, τη σιωπή και πώς εμένα επηρέαζαν ψυχικά και συναισθηματικά. Και ίσως αυτό, τελικά, να είναι το πιο συγκλονιστικό· ότι μέσα από ένα έργο προσπαθείς να καταλάβεις λίγο καλύτερα την ανθρώπινη ύπαρξη».
Παρακαλείτε όσους το δουν, να μην αποκαλύψουν το φινάλε, ώστε οι επόμενοι θεατές να το απολαύσουν, επίσης, απροειδοποίητα· χωρίς, εννοείται, να σας ζητάμε τίποτα αποκαλυπτικό του τέλους, θα θέλαμε πολύ να κλείσουμε με κάποιο σχόλιό σας, σχετικό με αυτό.
«Το τέλος έρχεται σαν ένας καθρέφτης που μας δείχνει την ανθρώπινη σκέψη και προσέγγιση στη σημερινή κοινωνία. Ζούμε σε μια εποχή, που η λογική σκέψη και η τεχνολογία προχωρούν πιο γρήγορα από την καρδιά. Το φινάλε αγγίζει ακριβώς αυτό το σημείο, εκεί όπου το αληθινό συναίσθημα συναντά το προσποιητό κι εμείς πρέπει να αποφασίσουμε ποιο από τα δύο μας καθορίζει».
Ταυτότητα Παράστασης
Συγγραφείς: Αντώνης Χανιώτης, Λάμπρος Κομζιάς
Σκηνοθεσία: Αντώνης Χανιώτης
Μουσική: Αντώνης Χανιώτης
Στίχοι: Λάμπρος Κομζιάς – Έλλη Δαδήρα
Σκηνικά – Κοστούμια: Δήμητρα Μαρίνη
Χορογραφίες – Κινησιολογία: Χριστιάνα Σκιαδά-Πομόνη
Ενορχήστρωση – Παραγωγή: Βασίλης Αβραντίνης, Φίλιππος Γέμελας, Athensmusic Group
Φωτογραφίες – Βίντεο: Πάτροκλος Σκαφίδας
Παίζουν και τραγουδούν επί σκηνής (αλφαβητικά): Έλλη Δαδήρα, Δημήτρης Σαμαράς, Ελένη Σαμπαριώτη, Παρασκευή Τζιαρτζιάνη, Χαρά Φιούρη.
Θέατρο Χώρος, Πραβίου 6-8, Βοτανικός, τηλέφωνο 213426736
Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Παρασκευή & Σάββατο: 21:00
Κυριακή: 20:00
Διάρκεια: 85’
Τιμές εισιτηρίων:
Γενική είσοδος 15€, Ανέργων, ΑμεΑ, φοιτητικό/μαθητικό: 12€, ομαδικές κρατήσεις: 10€ Προπώληση: ticketmaster.gr
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












