© Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Ο Μάριος Στρόφαλης, ο δημιουργός του soundtrack της τηλεοπτικής σειράς του Alpha «Porto Leone, στη γειτονιά με τα κόκκινα φανάρια», με τους ήχους του ενώνει το αυθεντικό λαϊκό αίσθημα των πειραιώτικων, ρεμπέτικων, σμυρναίικων αφηγήσεων, με jazz ήχους των καμπαρέ και το cinematic noir της Τρούμπας της δεκαετίας του ’60.
Τα τραγούδια και οι μουσικές που έντυσαν πάθη, έρωτες, σκιές του λιμανιού και αληθινές ιστορίες της Τρούμπας, κυκλοφορούν στις δύο συλλογές «Porto Leone vol1» & «Porto Leone vol2» σε όλες τις ψηφιακές πλατφόρμες!
Ο Μάριος Στρόφαλης μίλησε μαζί μας.
Με αφορμή την πιο πρόσφατη κυκλοφορία σας με τα τραγούδια και τις μουσικές από την τηλεοπτική σειρά «Porto Leone», τι έχει αλλάξει αυτά τα 30 χρόνια που ασχολείστε με τη σύνθεση μουσικής για τηλεοπτικές σειρές;
«Ξεκίνησα να δουλεύω ως film composer, στην “αναλογική εποχή”. Τότε, δουλεύαμε με το μονταρισμένο υλικό σε βιντεοταινία με μετρονόμο, χρονόμετρο, μολύβι και πεντάγραμμο. Ηχογραφούσαμε σε πολυκάναλα μαγνητόφωνα μόνο με φυσικά όργανα. Όλη αυτή η διαδικασία ήταν χρονοβόρα και επίπονη αλλά ήταν ένα σημαντικό γεγονός. Με τους υπολογιστές, κερδίσαμε πολύ χρόνο. Με τα ηχητικά samples, μπορέσαμε να έχουμε ορχήστρες έστω και ψεύτικες μέσα στα στούντιό μας. Πολλά άλλαξαν. Λίγοι μείναμε που γράφουμε πρωτότυπες μουσικές πια για μια τηλεοπτική σειρά. Επικρατεί το pret a porter των music libraries. Η νέα πρόκληση είναι, πλέον, οι μουσικές που θα προκύπτουν από αιτήματα σε AI εφαρμογές. Το μέλλον δεν είναι φωτεινό για την πρωτότυπη δημιουργία. Δεν πρέπει, όμως, να απογοητευόμαστε. Πάντα θα υπάρχουν εκείνοι που θα γυρεύουν τις μουσικές μιας αληθινής ψυχής».
Παρατηρούμε τη μεγάλη ποικιλία συνθέσεων για τις ανάγκες της σειράς. Από ρεμπέτικα και λαϊκά μέχρι τζαζ φόρμες. Πόσο δύσκολο είναι να αναβιώνεις, μέσω της μουσικής, μία ολόκληρη περιοχή μίας συγκεκριμένης εποχής;
«Δεν μου ήταν δύσκολο, η αλήθεια είναι. Αντίθετα, ήταν η απόλυτη πρόκληση και δεν σταμάτησα, μέχρι την τελευταία στιγμή, να γυρεύω την κάθε μουσική ιδιαιτερότητα της εποχής για να την αποτυπώσω. Στα τελευταία 25 επεισόδια της σειράς, μπορεί κάποιος να ακούσει και άλλα μουσικά στοιχεία. Η νιότη του ’60, στην Ελλάδα μύριζε γλυκιά ροκ και δεν έχασα την ευκαιρία να το αποτυπώσω αυτό. Ασφαλώς, το ρεμπέτικο, η jazz, blues & light latin χαρακτήριζαν την Τρούμπα τη δεκαετία του ’60. Ήταν ωραίο ηχοτοπίο και το “ταξίδι μου” μαζί του σε κείνη την Τρούμπα ήταν μαγικό.

Υπήρξαν ήρωες από τη σειρά «Porto Leone» οι οποίοι στάθηκαν πηγή έμπνευσης για κάποια από τα τραγούδια σας; Και με ποιον ήρωα βρεθήκατε πιο κοντά;
«Αγάπησα πολύ αυτή τη σειρά· κάθε χαρακτήρα και κάθε πτυχή της. Ταξίδεψα με τη σειρά αυτή στο ’60, στο λιμάνι και την Τρούμπα. Δεν άφησα κανέναν χαρακτήρα δίχως την ψυχική υπεραξία που δίνει ένα μουσικό θέμα του σάουντρακ. Αν πρέπει να αναφέρω κάποιους… Η Αλεξάνδρα, την οποία υποδύεται η Μαρίνα Ασλάνογλου, ήταν η γυναίκα του αφεντικού της Τρούμπας αλλά ευγενής κυρία αλλά και η μοιραία μάνα που έχασε το παιδί της. Έγινε μέγαιρα για να εκδικηθεί τους πάντες. Έγινε μαφιόζα η ίδια, γεμάτη εμμονές. Ένας χαρακτήρας βγαλμένος από αρχαία τραγωδία. Ο Ηλίας Καπετανάκος, που υποδύεται ο Αλέκος Συσσοβίτης, είναι ο σκληρός μαφιόζος με τον δικό του κώδικα ηθικής. Ατσάλινος άντρας αλλά και πατέρας που κατέρρευσε, χάνοντας το παιδί του. Ο Γρηγόρης Βούλγαρης, που υποδύθηκε ο Βασίλης Μηλιώνης, ήταν ένα πολύ καλό παιδί, όπως εκείνα τα καλά συνεσταλμένα παιδιά του ’60· που ήταν καλός φίλος, καλός αδελφός, καλός σύντροφος, που αγάπησε παθιασμένα, που δεν θέλησε να αδικεί κανένα, αλλά όλα του πήγαν στραβά. Θα μπορούσα, φυσικά, να μη σταματήσω εδώ…»
Πόσο δεσμευτικά μπορεί να λειτουργήσει η ανάθεση ενός έργου, στην έμπνευσή σας;
«Για τον film composer, το ίδιο το έργο είναι η έμπνευση. Ένα σάουντρακ δεν είναι μια ελεύθερη σύνθεση που γράφεται δίχως πλάνο, μόνο για την ευχαρίστηση. Ένα σάουντρακ είναι η προέκταση και η εμβάθυνση ενός προϋπάρχοντος πολυσυμμετοχικού έργου. Το σάουντρακ γίνεται η ψυχή που κρύβεται ή η ψυχή που πετάει ψηλά. Αυτή είναι και η μεγάλη γοητεία της δουλειάς μας».
Πόσο σημαντικό ρόλο έχει παίξει, τα τελευταία χρόνια, η συνεργασία σας με την Ειρήνη Τουμπάκη, την οποία γνωρίσαμε ως μία εξαιρετική ερμηνεύτρια και τώρα την ανακαλύπτουμε και ως μία ξεχωριστή στιχουργό;
«Γνωρίστηκα και συνεργάστηκα για πρώτη φορά με την Ειρήνη, τον Μάιο του 2020, στο πρώτο lock down, προκειμένου να τραγουδήσει το “Χτυποκάρδι” στην ταινία “Army baby” του Γιώργου Κορδέλλα. Αν δει κανείς τι έχουμε κάνει μαζί από τότε ως σήμερα, εύκολα θα καταλάβει πως η παρουσία της έφερε καμπή στην καριέρα μου· και αντίστροφα. Γράψαμε μαζί πολλά τραγούδια, πειραματιστήκαμε πολύ, κάναμε και κάνουμε συναυλίες και μουσικές παραστάσεις με αρκετά προγράμματα. Η ευκολία τού να γράψουμε μαζί ένα τραγούδι και αμέσως να το ηχογραφήσουμε, είναι σίγουρα η απόλυτη ευχαρίστηση για μια δημιουργική ομάδα. Η Ειρήνη Τουμπάκη είχε μια μεγάλη πορεία στο λαϊκό, ρεμπέτικο, σμυρνέικο και έντεχνο. Είναι μια από τις σημαντικότερες τραγουδίστριες της γενιάς της και είναι χαρά και τύχη για μένα να είναι η μόνιμη συνεργάτις μου. Το ότι οι μουσικές μου την ενέπνευσαν και άφησε το στιχουργικό της ταλέντο να εκφραστεί, ήταν ευλογία. Γράφει στίχους σε μουσικές μου και γράφω μουσική σε στίχους της. Έχουμε ήδη δισκογραφήσει μαζί τρεις συλλογές αλλά και μεμονωμένα τραγούδια. Ωστόσο, πολύ σύντομα θα έχουμε νέες παρουσιάσεις».
Παρακολουθώντας σας σε συναυλίες με το κουαρτέτο σας, καταλαβαίνουμε πως το επίπεδό σας ως σολίστ πιάνου είναι αρκετά υψηλό. Πόσο συμβάλλει αυτό στο να συνθέτετε; Είναι ένα επιπλέον εφόδιο ή μπορεί να λειτουργήσει ως παγίδα, λαμβάνοντας υπόψη πως αρκετοί από τους κορυφαίους συνθέτες μας δεν κατείχαν αυτό το υψηλό επίπεδο δεξιοτεχνίας;
«Οι ευκολίες μπορούν πάντα να φρενάρουν ένα μεγαλύτερο αναπτυξιακό πλάνο και να μας εγκλωβίζουν σε μικρές ατέρμονες χαρές. Αν δεν ξεπερνάμε τα δεδομένα μας, δεν εξελισσόμαστε. Υπήρξαν μεγάλοι μουσουργοί που ήταν εξαιρετικοί σολίστ σε κάποιο όργανο και, κυρίως, στο πιάνο. Μότσαρτ, Λιστ, Μπραμς, Σοπέν, Ραχμάνινοφ, Γκέρσουιν κ.ά. Αλλά και δικοί μας σπουδαίοι συνθέτες· όπως Αττίκ, Πλέσσας, Χατζηνάσιος κ.ά. Όσον αφορά δε στους συνθέτες κινηματογράφου, ο αγαπημένος μου Ρουίτσι Σακαμότο ήταν υπέροχος πιανίστας. Σε όλους αυτούς υπάρχει κάτι κοινό. Ο πιανίστας δεν καβάλησε τον συνθέτη. Χρειάζεται αυτοπειθαρχία και ισχυρή συνθετική θέληση. Πιστεύω ότι από πολύ νωρίς αξιοποίησα ορθά την πιανιστική μου δεινότητα υπέρ του συνθέτη. Επίσης, λατρεύω τη μουσική δωματίου, άρα και να συνθέτω για μικρά μουσικά σύνολα. Μου αρέσει πολύ να γράφω για άλλους μουσικούς. Το σταθερό μου κουαρτέτο, φυσικά, είναι το αγαπημένο μου· γιατί μπορεί να υπάρχει ταυτόχρονα σε δυο κόσμους· στην κλασσική και τη λαϊκή μουσική, με την ευρύτερη έννοια του όρου».
Πιστεύετε πως ο χώρος των soundtracks θεωρείται αδικημένος;
«Ο χώρος των soundtracks είναι σημαντικά υπαρκτός στην Ελλάδα, λόγω των αρκετών ταινιών, τηλεοπτικών σειρών και θεατρικών παραστάσεων που γίνονται ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Εν τούτοις, δεν έχει την αναγνώριση που του πρέπει. Στην Ελλάδα είναι απίστευτα δύσκολο ένας πολύ καλός film composer αποκλειστικά, να αποκτήσει κοινωνική αναγνωρισιμότητα μόνο από τις μουσικές του για ταινίες, σειρές ή θεατρικές παραστάσεις. Για να αποκτήσει κοινό θα πρέπει να κάνει κι άλλα πράγματα εκτός της ειδικότητάς του. Κι αυτό είναι πολύ άδικο, γιατί το soundtrack είναι στην ουσία η σύγχρονη κλασσική μουσική. Δεν χάνει, λοιπόν, τόσο ο film composer όσο η ίδια η μουσική συνέχεια στον τόπο μας».
Πόσο βοηθά η νέα πραγματικότητα με τις πλατφόρμες τύπου spotify να ακουστεί η μουσική σας σε όλο τον κόσμο, κυρίως με τα ορχηστρικά σας έργα, αφού ξεπερνάτε τη δυσκολία της ξένης γλώσσας;
«Δε νομίζω ότι ο αλγόριθμος του spotify βοηθάει προς τη διεθνή ανάδειξη· όσο εγώ, τουλάχιστον, θα ήθελα. Αν, ωστόσο, κάπως, κάπου, κάποιος σε έχει ακούσει, μπορεί μέσω spotify εύκολα να σε εντοπίσει. Κάποιοι τέτοιοι άνθρωποι μπορούν να διαδώσουν μία ή περισσότερες μουσικές ενός συνθέτη. Στο διεθνές στερέωμα, αυτούς τους soundtrack fans γυρεύουμε. Noμίζω, ωστόσο, ότι τα προηγούμενα χρόνια, το myspace και στη συνέχεια το youtube λειτούργησαν πολύ θετικά και, όντως, ο αλγόριθμος τους πρότεινε σε διεθνές κοινό αρκετές φορές μουσικές μου. Σήμερα, κυριαρχούν τα reels των εμπορικών social media που, πλέον, απευθύνονται σε ένα μαζικό κοινό που σκρολάρει ασταμάτητα για να πάει στην επόμενη πληροφορία».

Αγαπημένες σας μελωδίες τα τραγούδια «Αχ και να ’ξερες» με τη φωνή του Γιάννη Κούτρα, ο «Έρωτας φυγάς» με την Ειρήνη Τουμπάκη και, φυσικά, το πιο πρόσφατο «Ο καπνός απ’ το λιμάνι» με τη φωνή της Μάρθας Φριντζήλα. Κάποια δική σας προτίμηση, ίσως από τα όχι τόσο γνωστά αλλά από τα πιο «αδικημένα»;
«Είμαι πολύ δεμένος με όλα σχεδόν τα τραγούδια του Porto Leone. Ο “Καπνός απ’ το λιμάνι” αλλά και ο “Έρωτας φυγάς” είναι πολύ αγαπημένα μου τραγούδια σε στίχους της Ειρήνης Τουμπάκη. Τα τραγούδια του “Μυστικού κήπου με τα άνθη του καλού” είναι τα καμάρια μου και τα έχω εντάξει στις συναυλίες του κουαρτέτου μου, όπου παρουσιάζουμε πάντα μουσικές από τις συλλογές “European Taxim I & II” που είναι τα “ταξίδια της ζωής μου”. Αν γυρίσω πίσω στον χρόνο θα ακούσω το “Σε τρώει η σκουριά” ή αλλιώς “Μελβούρνη” που τραγούδησε ο Γιώργος Νταλάρας σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου, θα ακούσω την “Πίσω πόρτα” που τραγούδησε ο Χρήστος Θηβαίος σε στίχους Σωτήρη Κακίση, όπως και το “Γλυκόξινο κρασί” με τη Δήμητρα Γαλάνη πάλι σε στίχους Κακίση. Αγαπάω πολύ ωστόσο τον “Ήρωα” από τους “Γενναίους της Σαμοθράκης” που τραγούδησα εγώ σε στίχους Παναγιώτη Κουτσουμπού, το “Πυροβόλα το φεγγάρι” με τον Μιχάλη Κακέπη σε στίχους Νίκου Απειρανθίτη, το “Προς το παρόν” με τον Διονύση Τσακνή και εμένα σε στίχους Γιώργου Κορδέλλα από τον “Δούρειο Ίππο”, το “Κράτα τα λόγια μου για φυλαχτό” με τον Βασίλη Λέκκα και φυσικά το “Σ’ ενα κουτάλι νερό” με τον Γιάννη Κούτρα σε στίχους Ανδρέα Θωμόπουλου».
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα πολυθεματικά Φεστιβάλ της πόλης, το «Μικρό Παρίσι των Αθηνών». Να το περιμένουμε, μετά το καλοκαίρι;
«Ελπίζω πως θα γίνει αντιληπτή η θεσμική αξία και προσφορά αυτού του Φεστιβάλ στον τόπο μας, πως θα αντιμετωπιστεί σοβαρά από την πολιτεία και φιλοδοξώ πως θα το επαναφέρουμε σε στέρεη βάση τον Οκτώβριο του 2027. Το “Μικρό Παρίσι των Αθηνών” ξεκίνησε το 2013 και πραγματοποιούνταν ανελλιπώς, κάθε χρόνο, ως και το 2024».
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












