Skip to main content

Τρυφερή, ειδυλλιακή ιστορία, βουτηγμένη σε σακέ

«Πικροδάφνες», 1888, λάδι σε καμβά, 60.3 x 73.7 εκ. [Βίνσεντ βαν Γκογκ (1853-1890), Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης, Νέα Υόρκη]

«Ο Σενσέι και ο χαρτοφύλακας», Χιρόμι Καουακάμι, μτφ. Μαρία Αρώνη-Kyoko Shibayama || εκδόσεις Άγρα

Προσθέστε την «Ν» ως προτιμώμενη πηγή στο Google

© Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη

Η Τσούκικο κοντεύει τα σαράντα,  εργάζεται σε γραφείο και ζει μόνη της. Ένα βράδυ, σ’ ένα μπαρ, συναντά τυχαία τον καθηγητή της των ιαπωνικών από το σχολείο, τον «Σενσέι».

Είναι τουλάχιστον τριάντα χρόνια μεγαλύτερός της και συνταξιούχος. Μετά από αυτή την πρώτη συνάντηση, οι δυο τους βρίσκονται περιστασιακά, συνήθως στο ίδιο μπαρ.

«Εκείνο το βράδυ ήπιαμε πέντε μπουκαλάκια σακέ. Ο Σενσέι πλήρωσε το λογαριασμό. Την επόμενη φορά ήπιαμε στο ίδιο μπαρ, πλήρωσα εγώ. Την τρίτη φορά, και κάθε φορά έκτοτε, πληρώναμε χωριστά. Έτσι γινόταν. Μας άρεσαν οι ίδιες γεύσεις, είχαμε παρόμοιους ρυθμούς ζωής και παρόμοια ιδιοσυγκρασία. Παρά τη διαφορά ηλικίας, πάνω από τριάντα χρόνια, ένιωθα πιο άνετα μαζί του απ’ ό,τι με συνομήλικους φίλους. […]     
Όταν το σκέφτομαι, ο Σενσέι ήταν ο μόνος που έκανα παρέα. Εδώ και αρκετό καιρό δεν υπήρχε κανείς, εκτός απ’ τον Σενσέι, με τον οποίο είχα καθίσει να πιω ένα ποτό, να πάω έναν περίπατο ή να δω κάτι ενδιαφέρον. Προσπάθησα να σκεφτώ με ποιον έκανα παρέα πριν συνδεθώ φιλικά με τον Σενσέι, αλλά κανείς δεν μου ’ρθε στο νου.          
Ήμουν μόνη. Έπαιρνα το λεωφορείο μόνη, τριγύριζα στην πόλη μόνη, έκανα τα ψώνια μου μόνη και έπινα μόνη. Η αλήθεια είναι ότι ακόμα και τώρα με τον Σενσέι, δεν ένιωθα διαφορετικά. Φαίνεται ότι δεν είχε τόση σημασία αν ήμουν ή όχι με τον Σενσέι, εντούτοις κάνοντας αυτά τα πράγματα μαζί του ένιωθα ότι κάνω το “σωστό”.  
“Σωστό” είναι ίσως περίεργος τρόπος να το θέσω. Ένιωθα όπως όταν αγόραζα ένα βιβλίο και κρατούσα τη χάρτινη λωρίδα που τύλιγε το εξώφυλλο αντί να την πετάξω. Ο Σενσέι μάλλον θα θύμωνε αν ήξερε ότι τον συνέκρινα με τη λωρίδα στο εξώφυλλο ενός βιβλίου».

Η Καουακάμι ξεδιπλώνει έναν κόσμο, αναδημιουργεί στιγμές από τη ζωή των δύο χαρακτήρων, που διαφεύγουν ακόμα και από την ίδια· μια μοντέρνα ιστορία που συνδυάζει αναφορές σε λαϊκούς μύθους και στην παιδική ηλικία.
Στην έκδοση περιλαμβάνεται και η ιστορία δώρο Parade, που αναπλάθει μια συνηθισμένη, νωχελική, καλοκαιρινή μέρα από τη ζωή του ασυνήθιστου ζευγαριού.

Τρώνε και πίνουν σακέ μαζί, και καθώς περνούν οι εποχές –από τη γιορτή των ανθισμένων κερασιών την άνοιξη μέχρι το μάζεμα μανιταριών το φθινόπωρο– η Τσούκικο και ο Σενσέι αναπτύσσουν μια συγκρατημένη οικειότητα, που σταδιακά εξελίσσεται αμήχανα, αδέξια και συγκινητικά σε τρυφερή αγάπη.

«Ο Σενσέι γέλασε δυνατά. Το γέλιο του αντήχησε με τη βροντή του κεραυνού.
“Σενσέι, το εννοούσα όταν είπα ότι σας αγαπώ”, είπα ξαπλωμένη στην αγκαλιά του. Τα λόγια μου χάθηκαν μέσα στους κεραυνούς και στο ηχηρό γέλιο του Σενσέι.    
Η καταιγίδα ολοένα και δυνάμωνε. Η βροχή έπεφτε καταρρακτωδώς. Ο Σενσέι γελούσε. Κι εγώ σαστισμένη στην αγκαλιά του. Άραγε τι θα έλεγε ο Κοζιμά αν μας έβλεπε τώρα;
Όλα ήταν σχεδόν παράλογα. Εγώ να ομολογώ στον Σενσέι καταπρόσωπο “σ’ αγαπώ”, ο Σενσέι να το παίρνει εντελώς ήρεμα, χωρίς όμως ανταπόκριση, το ξαφνικό ξέσπασμα της καταιγίδας, η αποπνικτική υγρασία στο δωμάτιο πιο έντονη τώρα που οι εξωτερικές συρτές πόρτες ήταν κλειστές -όλα φάνταζαν σαν σε όνειρο.
“Σενσέι, ονειρεύομαι;” ρώτησα.        
“Όνειρο; Ναι, μάλλον”, απάντησε χαρούμενα.           
“Αν είναι όνειρο, πότε θα ξυπνήσω;” 
“Χμμ, δεν ξέρω”.       
“Μακάρι να μη χρειαστεί να ξυπνήσω”.         
“Αν όμως είναι όνειρο, τότε θα πρέπει κάποια στιγμή να ξυπνήσουμε”.         
Μια μεγάλη βροντή αντήχησε αμέσως μετά από έναν δυνατό κεραυνό· κοκάλωσα. Ο Σενσέι μου χάιδεψε την πλάτη.
“Δεν θέλω να ξυπνήσω”, είπα ξανά.  
“Καλή ιδέα”, απάντησε ο Σενσέι.                   
Η βροχή έπεφτε δυνατά πάνω στη στέγη. Κρατιόμουν σφιχτά στην αγκαλιά του Σενσέι ενώ μου χάιδευε απαλά την πλάτη.

Η Χιρόμι Καουακάμι, γεννημένη στο Τόκιο το 1958, είναι μία από τις πιο δημοφιλείς και πολυβραβευμένες σύγχρονες μυθιστοριογράφους της Ιαπωνίας.
Στον Επίλογο του παρόντος έργου, παραδέχεται ότι, συχνά, αναρωτιέται τι συμβαίνει στους χαρακτήρες της όταν τελειώνουν οι ιστορίες της· αναρωτιέται αν είναι το τέλος του βιβλίου, το τέλος των ιστοριών τους.

Μέσα από την αφήγηση διαφορετικών επεισοδίων, παρακολουθούμε πώς, με εξαιρετική λεπτότητα, γλυκύτητα, χιούμορ και ενίοτε σε ονειρική ατμόσφαιρα, αναπτύσσεται και χτίζεται η σχέση αγάπης δύο μοναχικών ανθρώπων από διαφορετικές γενιές, με τις δικές του ιδιορρυθμίες ο καθένας, σε ένα μυθιστόρημα που φέρνει κοντά την καθημερινή ζωή στη σύγχρονη Ιαπωνία με τον ρομαντισμό του παρελθόντος.

Προτιμώμενη πηγή στην Google

Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.