Στην κατηγορία «Α» πέρασε ο ΟΤΕ μετά την αναβάθμιση της πιστοληπτικής του αξιολόγησης από τη S&P Global Ratings σε «Α-» από «BBB+», εξέλιξη που τον καθιστά πλέον τη μοναδική ελληνική εταιρεία με αξιολόγηση στην κατηγορία Α.
Ο οίκος διατήρησε παράλληλα σταθερές τις προοπτικές της εταιρείας. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με την αναβάθμιση της Deutsche Telekom και τη βελτίωση της πιστοληπτικής εικόνας της Ελλάδας.
Ωστόσο, στην έκθεσή της η S&P δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στα χαρακτηριστικά του ίδιου του ΟΤΕ και ειδικότερα στη χρηματοοικονομική του θέση.
Ο χαμηλός δανεισμός αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους της αναβάθμισης. Η S&P εκτιμά ότι η μόχλευση θα παραμείνει κοντά στο 0,5x την περίοδο 2026 – 2028, επίπεδο που θεωρείται ιδιαίτερα χαμηλό για τηλεπικοινωνιακό όμιλο, ενώ ο λόγος χρέους προς EBITDA αναμένεται να διατηρηθεί σημαντικά κάτω από τη μία φορά. Παράλληλα, προβλέπει ότι ο ΟΤΕ θα συνεχίσει να παράγει ισχυρές ταμειακές ροές ακόμη και μετά τη χρηματοδότηση επενδύσεων, τις επαναγορές ιδίων μετοχών και τις διανομές προς τους μετόχους.
Η S&P θεωρεί πλέον ότι ο ΟΤΕ μπορεί να αξιολογείται έως και τρεις βαθμίδες υψηλότερα από το ελληνικό Δημόσιο, εκτίμηση που συνδέεται με τη σταθερότητα των λειτουργικών επιδόσεων, την ισχυρή παραγωγή ταμειακών ροών και τον περιορισμένο δανεισμό.
Παράλληλα, η έκθεση διαπιστώνει ότι ο ΟΤΕ εξακολουθεί να διατηρεί ηγετική θέση στις βασικές αγορές όπου δραστηριοποιείται. Στην κινητή τηλεφωνία εκτιμάται ότι το μερίδιό του θα παραμείνει κοντά στο 50%, παρά τον ανταγωνισμό από Nova και Vodafone. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην αύξηση των συνδρομητών συμβολαίου, εξέλιξη που στηρίζει τα έσοδα και συμβάλλει στη διατήρηση της κερδοφορίας.
Αντίστοιχα, στη σταθερή ευρυζωνική αγορά ο ΟΤΕ διατηρεί περίπου το 53% των συνδέσεων. Η S&P αναγνωρίζει ότι η ανάπτυξη του δικτύου οπτικών ινών της ΔΕΗ αποτελεί τη σημαντικότερη αλλαγή που συντελείται σήμερα στον κλάδο, εκτιμώντας ότι η επιχείρηση θα ενισχύσει περαιτέρω την παρουσία της τα επόμενα χρόνια, κυρίως στις μεγάλες αστικές περιοχές.
Παρά την ενίσχυση του ανταγωνισμού, ο οίκος θεωρεί ότι ο ΟΤΕ εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικά πλεονεκτήματα. Αποδίδει τη θέση αυτή στην έκταση του δικτύου, στην ποιότητα των υπηρεσιών, στα συνδυαστικά πακέτα σταθερής και κινητής τηλεφωνίας, αλλά και στην ισχυρή παρουσία που διατηρεί η εταιρεία στη συνδρομητική τηλεόραση.
Στην αξιολόγηση λαμβάνεται υπόψη και η πορεία των επενδύσεων σε δίκτυα νέας γενιάς. Στο τέλος του πρώτου τριμήνου του 2026 το δίκτυο οπτικών ινών μέχρι το σπίτι (FTTH) κάλυπτε περισσότερες από 2,1 εκατ. κατοικίες και επιχειρήσεις, με στόχο η κάλυψη να αυξηθεί σε 2,4 εκατ. έως το τέλος του έτους και σε περίπου 3,5 εκατ. έως το 2030. Παράλληλα, η εταιρεία αναπτύσσει υπηρεσίες σταθερής ασύρματης πρόσβασης μέσω 5G, τις οποίες η S&P θεωρεί συμπληρωματική λύση για περιοχές όπου δεν έχουν ακόμη αναπτυχθεί δίκτυα οπτικών ινών.
Για την επόμενη τριετία ο οίκος εκτιμά ότι τα περιθώρια EBITDA θα διατηρηθούν μεταξύ 40% και 42%, παρά το γεγονός ότι η αγορά τηλεπικοινωνιών εισέρχεται σε περίοδο μεγαλύτερου ανταγωνισμού.
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












