Skip to main content

ΗΠΑ: Καταθέσεις για τα περί ρωσικής εμπλοκής στις εκλογές

Δύο αξιωματούχοι της κυβέρνησης του πρώην προέδρου των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα θα καταθέσουν σήμερα στην ειδική επιτροπή της Γερουσίας, η οποία διερευνά τις καταγγελίες για ρωσική εμπλοκή στις προεδρικές εκλογές του περασμένου Νοεμβρίου, αλλά και για τις επαφές του επιτελείου του Ντόναλντ Τραμπ προεκλογικά με τη Μόσχα.

Ο Τζέιμς Κλάπερ, πρώην διευθυντής της Υπηρεσίας Πληροφοριών των ΗΠΑ και η Σάλι Γέιτς πρώην αναπληρώτρια υπουργός Δικαιοσύνης, θα καταθέσουν σήμερα στην υποεπιτροπή της Γερουσίας για τη Δικαιοσύνη, που διερευνά υποθέσεις εγκλημάτων και τρομοκρατίας. Πρόκειται για την πρώτη σειρά καταθέσεων μελών της προηγούμενης αμερικανικής κυβέρνησης, στο πλαίσιο της έρευνας που έχει συσταθεί, αναφορικά με τις καταγγελίες για την προσπάθεια επηρεασμού του εκλογικού αποτελέσματος από τη Ρωσία.

Η Γέιτς διετέλεσε επίσης υπηρεσιακή υπουργός Δικαιοσύνης των ΗΠΑ κατά το πρώτο διάστημα ανάληψης των προεδρικών καθηκόντων του Ντόναλντ Τραμπ (Ιανουάριος 2017) και απαλλάχθηκε των υπηρεσιακών καθηκόντων της από τον ίδιο, καθώς διαφώνησε με την εφαρμογή του πρώτου προεδρικού διατάγματος για την απαγόρευση εισόδου στις ΗΠΑ προσφύγων και ταξιδιωτών από μουσουλμανικές χώρες. Ο Κλάπερ από την πλευρά του συνταξιοδοτήθηκε στις 20 Ιανουαρίου, την ημέρα της προεδρικής ορκωμοσίας του Τραμπ.

Ηλεκτρονικές υποκλοπές

Οι επιτροπές του Κογκρέσου άρχισαν να διερευνούν τις καταγγελίες ρωσικής εμπλοκής στις προεδρικές εκλογές του 2016 μετά το συμπέρασμα των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών ότι ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν διέταξε την πραγματοποίηση ηλεκτρονικών υποκλοπών στα αρχεία υπηρεσιών και οργανισμών του Δημοκρατικού Κόμματος. Οι υποκλοπές αυτές, σύμφωνα με τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες, είχαν ως στόχο την άσκηση θετικής επιρροής προς το εκλογικό σώμα υπέρ της προεδρικής υποψηφιότητας του Τραμπ.

Από την πλευρά της, η Μόσχα έχει αρνηθεί την οποιαδήποτε εμπλοκή της στην υπόθεση, ενώ τους ισχυρισμούς και τα συμπεράσματα των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών απορρίπτει και ο πρόεδρος των ΗΠΑ.

Ο Γερουσιαστής Λίντσεϊ Γκράχαμ που είναι πρόεδρος της υποεπιτροπής είναι γνωστός για τη σκληρή στάση του τηρεί έναντι της Ρωσίας, ενώ περιστασιακά έχει ασκήσει κριτική στον Τραμπ. Ο Λίντσεϊ έχει υποστηρίξει την διεξαγωγή ουσιαστικής έρευνας για τον ενδεχόμενο ρωσικής εμπλοκής στον προεκλογικό αγώνα.

Η Γέιτς αναμένεται να καταθέσει στην επιτροπή ότι στις 26 Ιανουαρίου, όταν ασκούσε τα καθήκοντα της υπηρεσιακής υπουργού Δικαιοσύνης των ΗΠΑ, είχε προειδοποιήσει τον σύμβουλο του Λευκού Οίκου Ντόν Μακγκάν, ότι ο (τότε) Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ Μάικλ Φλιν δεν είχε πει την αλήθεια αναφορικά με τις συνομιλίες που είχε με τον πρεσβευτή της Ρωσίας στην Ουάσιγκτον Σεργκέι Κίσλιακ. Ο Φλιν παραιτήθηκε αφού άσκησε τα καθήκοντα του συμβούλου εθνικής ασφάλειας για χρονικό διάστημα μικρότερο του μηνός.

Ωστόσο, οι ακροάσεις της επιτροπής έχουν επισκιαστεί από καταγγελίες κυρίως των Δημοκρατικών ότι οι Ρεπουμπλικάνοι που είναι μέλη της επιτροπής είναι προκατειλημμένοι και ως εκ τούτου αδυνατούν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά.

«Όχι» από πρώην σύμβουλο Εθνικής Ασφάλειας

Των σημερινών προσκλήσεων για τις ακροάσεις στη Γερουσία προηγήθηκε η άρνηση της Σούζαν Ράις, συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ, στην κυβέρνηση Ομπάμα να καταθέσει καθώς είχε προσκληθεί μόνο από τους Ρεπουμπλικάνους που συμμετέχουν στη σύνθεση της επιτροπής και όχι από τον Σέλντον Χουάιτχαους, ηγετικό στέλεχος των Δημοκρατικών που συμμετέχουν σε αυτή.

Το όνομα της Ράις συνδέθηκε με την υπόθεση μετά από σχόλιο του Τραμπ που υποστήριξε ότι ενδεχομένως η ίδια να παραβίασε τη νομοθεσία, ζητώντας από τις υπηρεσίες ασφάλειας να γνωστοποιήσουν το όνομα συνεργάτη του Τραμπ που είχε συμπεριληφθεί σε αναφορά των μυστικών υπηρεσιών, προφανώς για διασυνδέσεις με τη Ρωσία.

Η έρευνα που διενεργείται από τον Γκράχαμ, αλλά και τον Λευκό Οίκο είναι μία από τις τρεις έρευνες που διενεργούνται για τη Ρωσία και τις προεδρικές εκλογές που πραγματοποιήθηκαν το 2016. Οι δύο άλλες έρευνες είναι ανεξάρτητες μεταξύ τους και πραγματοποιούνται από την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Ερευνών των ΗΠΑ (FBI), αλλά και τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες.

Πηγές: ΑΜΠΕ, Reuters