Skip to main content

Αναβαθμολόγηση γραπτών στις πανελλαδικές: Ο αιώνιος γρίφος

EUROKINISSI

«Το αδιάβλητο του συστήματος, που όντως υπάρχει, δεν αρκεί για να δικαιολογεί τις αστοχίες του, όπως οι αναβαθμολογήσεις των γραπτών

Προσθέστε την «Ν» ως προτιμώμενη πηγή στο Google

Οι αναβαθμολογήσεις των γραπτών αποτελούν ένα σημαντικό πρόβλημα των Πανελλαδικών Εξετάσεων, που, ευτυχώς, βελτιώνεται κάθε χρόνο, χωρίς, όμως, να έχουμε φτάσει ακόμη στην οριστική λύση του προβλήματος.

Στον πίνακα 1 βλέπουμε ότι τον μεγαλύτερο αριθμό αναβαθμολογήσεων με διαφορά έχουμε στο μάθημα της Νέας Ελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας.

Πρόκειται για το μοναδικό μάθημα στο οποίο εξετάζονται όλοι οι υποψήφιοι, γι’ αυτό ο αριθμός των αναβαθμολογήσεων είναι τόσο μεγάλος. Πρέπει να προσέξουμε και το ποσοστό, που σ’ αυτή την περίπτωση μας δίνει καλύτερη εικόνα.

Βλέπουμε ότι το ποσοστό των αναβαθμολογήσεων σ’ αυτό το μάθημα έχει μειωθεί στο μισό και αυτό είναι πολύ θετικό. Βοήθησε πολύ σ’ αυτό η αλλαγή στον τρόπο εξέτασης του μαθήματος. Στα υπόλοιπα μαθήματα του πίνακα υπάρχουν τα Αρχαία Ελληνικά και η Ιστορία. Στα Αρχαία Ελληνικά έχουμε μείωση του αριθμού των αναβαθμολογούμενων γραπτών ενώ στην Ιστορία στην πράξη δεν έχουμε μείωση, απλά μειώθηκε ο αριθμός των υποψηφίων που εξετάζονται στο μάθημα. Στα υπόλοιπα μαθήματα το ποσοστό των αναβαθμολογήσεων είναι, ευτυχώς, κάτω του 1%.

Γιατί αποτελεί πρόβλημα η αναβαθμολόγηση;

Για να οδηγηθεί ένα γραπτό σε αναβαθμολόγηση, σε τρίτο βαθμολογητή δηλαδή, πρέπει η διαφορά των δύο βαθμολογητών να είναι μεγαλύτερη των 12 μονάδων στις εκατό. Δηλαδή από 13 μονάδες και πάνω το γραπτό πάει στον τρίτο βαθμολογητή· στις 12 όχι.

Στον πίνακα 2 βλέπουμε τη βαθμολογία ενός υποψηφίου: ο πρώτος βαθμολογητής βαθμολογεί με 100 ο δεύτερος με 88. Το γραπτό δεν πηγαίνει σε τρίτο αναβαθμολογητή, βάσει του νόμου. Ο τελικός βαθμός του υποψηφίου είναι 94, δηλαδή 18,8. Με υπολογισμό των μορίων με συντελεστή 25%, χωρίς δηλαδή βαρύτητα, το γραπτό του υποψηφίου θα δώσει 4.700 μόρια.

Το γραπτό θα έπρεπε να βαθμολογηθεί με 100, που θα έδινε 5.000 μόρια ή με 88, που θα έδινε 4.400 μόρια. Αυτό σημαίνει ότι ο υποψήφιος ή έχασε 300 μόρια ή κέρδισε 300 με τον τελικό βαθμό 94, που δεν άξιζε. Είναι μεγάλη η διαφορά για να περάσει απαρατήρητη και, κυρίως, δεν καταγράφεται πουθενά. Δεν θεωρείται πρόβλημα.

Σε περίπτωση που η διαφορά ήταν 13 μονάδες και πάνω τότε το γραπτό θα πήγαινε σε τρίτο βαθμολογητή και από τους τρεις βαθμούς θα μετρούσαν οι δύο μεγαλύτεροι. Αυτό είναι εντελώς παράλογο.

Το σωστό θα ήταν να μετράνε οι δύο πλησιέστεροι. Σκοπός μας δεν είναι να δώσουμε στον υποψήφιο τον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, αλλά αυτόν που αξίζει στο γραπτό του, διότι διαφορετικά αδικούνται οι υπόλοιποι υποψήφιοι.

Στο παράδειγμά μας στον πίνακα 3 ο τρίτος βαθμολογητής βαθμολογεί με 90 και οι βαθμοί που μετράνε είναι το 90 και το 100, που είναι οι υψηλότεροι. Οι πλησιέστεροι βαθμοί, όμως, είναι το 87 και το 90, πράγμα που μας κάνει να υποθέσουμε ότι ο λάθος βαθμός είναι το 100, αφού οι άλλοι δύο είναι πολύ κοντά. Αυτό σημαίνει ότι ο σωστός βαθμός θα ήταν το 88,5 και όχι το 95, που τελικά υπολογίζεται. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να ευνοηθεί ο υποψήφιος κατά 325 μόρια, διότι αυτή είναι η διαφορά του τελικού βαθμού που θα μετρήσει από τον βαθμό που θα έπρεπε να πάρει το γραπτό του υποψηφίου.

Είναι προφανές ότι η αναβαθμολόγηση των γραπτών είναι ένα από τα σημεία του εξεταστικού συστήματος που πρέπει να αλλάξουν διότι δημιουργεί αδικίες. Στα πλαίσια της συζήτησης που έχει ανοίξει για το Εθνικό Απολυτήριο, που δυστυχώς ασχολείται μόνο με την αξιολόγηση των μαθητών, έχουν ακουστεί διάφορες γνώμες για τη βαθμολόγηση των γραπτών. Κάποιο λένε ότι είναι απαραίτητο να δημιουργηθεί σώμα βαθμολογητών, που θα είναι εκπαιδευμένοι και θα βαθμολογούν σωστά. Προφανώς η ιδέα είναι πολύ καλή. Δεν νομίζω ότι χωρά συζήτηση. Η εφαρμογή της όμως, είναι προβληματική.

Σήμερα η συμμετοχή στις Πανελλαδικές περιορίζεται στους μαθητές της Γ Λυκείου που επιθυμούν τη συμμετοχή τους και στους αποφοίτους προηγούμενων ετών. Επειδή δεν συμμετέχουν όλοι οι μαθητές της Γ Λυκείου ο τελικός βαθμός των υποψηφίων ταυτίζεται με τον αριθμό των μαθητών της Γ Λυκείου.

Οι βαθμολογητές είναι καθηγητές της αντίστοιχης ειδικότητας. Η συμμετοχή στην βαθμολόγηση είναι υποχρεωτική, διότι η συμμετοχή των καθηγητών είναι πολύ μικρή. Η αμοιβή των 2,1 ευρώ ανά γραπτό μεικτά οδηγεί στην αποχή των καθηγητών από τη βαθμολόγηση των γραπτών και γι’ αυτό τον εξαναγκασμό τους για τη διόρθωση. Η απόσταση από αυτό που έχουμε σήμερα μέχρι αυτό που θέλουμε (το σώμα βαθμολογητών) είναι πάρα πολύ μεγάλη, όπως βλέπουμε.

Μεγαλώνει πολύ μάλιστα αν αναλογιστούμε ότι θα πρόκειται για τη βαθμολόγηση όλων των μαθητών και των τριών τάξεων του Λυκείου σε 7 γραπτά κατά μέσο όρο. Δεν ξέρω αν αυτή η απόσταση μπορεί να καλυφθεί, καλό είναι όμως οι προτάσεις να συνοδεύονται και από τον τρόπο υλοποίησής τους για να μη λέμε λόγια του αέρα. Αντίστοιχη είναι και η πρόταση τα γραπτά των εξετάσεων να σκανάρονται να ανεβαίνουν στο cloud και να βαθμολογούνται μετά. Σε σχολεία που καταρρέουν εξαιτίας της ανύπαρκτης συντήρησης, με τους σοβάδες να πέφτουν στα κεφάλια μαθητών και εκπαιδευτικών είναι χωρίς λογική η επένδυση στον απαραίτητο εξοπλισμό για την υλοποίηση της ιδέας. Το προσεχές έτος θα ανακαινιστούν 238 σχολεία, τα μισά από πέρυσι. Χρειάζονται 50 χρόνια για να ανακαινιστούν όλα τα σχολεία, που είναι πάνω από 10.000.

Θέλει δουλειά πολλή για να φτάσουμε σε ένα δίκαιο σύστημα. Το αδιάβλητο του συστήματος -που όντως υπάρχει- δεν αρκεί για να δικαιολογεί τις αστοχίες του, όπως οι αναβαθμολογήσεις των γραπτών.

Προτιμώμενη πηγή στην Google

Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.