Skip to main content

Αγρότες: Τα αιτήματα, η κυβερνητική στάση και ο κίνδυνος της εγκατάλειψης

(ΚΥΔΩΝΑΣ ΓΙΩΡΓΟΣ / INTIME NEWS)

Ήδη ο μέσος ρυθμός εγκατάλειψης τόσο σε αριθμό παραγωγών όσο και σε καλλιεργήσιμες εκτάσεις διαμορφώνεται στο 13%

Με το βλέμμα στραμμένο στην επόμενη μέρα πραγματοποιείται σήμερα το απόγευμα το αγροτικό συλλαλητήριο στην Αθήνα, το οποίο για την πλειονότητα των παραγωγών αποτελεί μια «κραυγή αγωνίας» και όχι μια «παράσταση» διαμαρτυρίας.

Τo «τετελεσμένο» των κυβερνητικών αποφάσεων πάνω στα αιτήματα των αγροτών, καθώς όπως επισήμανε για ακόμα μια φορά χθες ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης, «έχουν εξαντληθεί τα περιθώρια, δεν θέλουμε να δημιουργούμε προσδοκίες», εξαντλεί εξίσου τα περιθώρια αντοχής των παραγωγών, και το βασικό ερώτημα που προκύπτει είναι εάν η σημερινή κινητοποίηση στο κέντρο της πρωτεύουσας θα αποτελέσει την «τελετή λήξης» των φετινών κινητοποιήσεων ή εάν ο αγροτικός κόσμος θα επιμείνει στις διεκδικήσεις του.

Ο απολογισμός των κυβερνητικών μέτρων που έχουν εξαγγελθεί διά στόματος πρωθυπουργού δεν ικανοποίησε την πλειονότητα του αγροτικού κόσμου, συνεπώς η απόφαση για υπαναχώρηση θα μεταφραστεί σε σπουδαία νίκη για την κυβέρνηση, οι χειρισμοί της οποίας σε ό,τι αφορά το αγροτικό μέτωπο ήταν σημαντικά πιο «αποστασιοποιημένοι» και «υπολογισμένοι» σε σχέση π.χ. με την αντίδραση της Γαλλίας που προχώρησε σε γενναίο πακέτο παροχών στους παραγωγούς. Σαφώς και στη σύγκριση σημαντικό ρόλο παίζουν και τα περιθώρια ευελιξίας των κρατικών ταμείων, ωστόσο η ρητορική της ανοιχτής πόρτας για διάλογο, χωρίς ωστόσο πρόθεση για περαιτέρω παρεμβάσεις, θέτει στον άξονα της αστικής ευγένειας τα σαφή όρια στις διαπραγματεύσεις.

Οι προκλήσεις και η διαδρομή από το χωράφι στο ράφι

Οι μεγάλοι πρωταγωνιστές στις φετινές κινητοποιήσεις είναι οι Θεσσαλοί γεωργοί και κτηνοτρόφοι, μερίδα των οποίων, ακόμα και όταν θα πέσει η σκόνη της σημερινής κινητοποίησης, δεν μπορεί να ξεκινήσει τη νέα καλλιεργητική περίοδο εξαιτίας της καταστροφής που έχει προκληθεί στα εδάφη από τις πλημμύρες «Daniel».

Αντίστοιχα, έντονες δυσκολίες στη διατήρηση καλλιέργειας ή συνέχιση της κτηνοτροφικής δραστηριότητας βιώνουν αγρότες σε όλη την επικράτεια, με τη δυναμική του εγχώριου πρωτογενούς τομέα να βαίνει μειούμενη. Αυτή η μείωση σηματοδοτεί υψηλότερη εξάρτηση από τις εισαγωγές και κατ’ επέκταση ακόμα πιο υψηλά κόστη διατροφής.

Η διαδρομή από το χωράφι στο ράφι καθιστά αναγκαιότητα να επιλυθούν με μεσομακροπρόθεσμο ορίζοντα ζητήματα που αφορούν τόσο το κόστος παραγωγής όσο και τον τρόπο προσέγγισης του επαγγελματία αγρότη. Χωρίς καμία νέα πολιτική στήριξης, η επιστροφή του αγροτικού κόσμου στο χωράφι θα είναι μια μεγάλη πρόκληση και εάν σήμερα η κυβέρνηση «σπείρει» αδιαλλαξία και αδυναμία ελιγμού προς όφελος της αγροτικής οικονομίας, τότε αύριο θα θερίσει «εγκατάλειψη».

Ήδη ο μέσος ρυθμός εγκατάλειψης τόσο σε αριθμό παραγωγών όσο και σε καλλιεργήσιμες εκτάσεις διαμορφώνεται στο 13%, ποσοστό ιδιαίτερα ανησυχητικό για την εξέλιξη της εγχώριας οικονομίας, που μολονότι έχει εστιάσει στην παροχή υπηρεσιών πρέπει να εξασφαλίσει επισιτιστική επάρκεια προσβάσιμη σε όλους.