Με σαφείς αιχμές για τη θεσμική διαχείριση της υπόθεσης των υποκλοπών, ο Ευάγγελος Βενιζέλος τοποθετήθηκε δημόσια μετά την απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, τονίζοντας ότι ζητήματα που συνιστούν «ανοικτές πληγές στο σώμα του κράτους δικαίου» δεν μπορούν να θεωρηθούν λήξαντα με πολιτικούς όρους.
Ο πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου υπογράμμισε ότι «οι υποθέσεις που αφορούν ανοικτές πληγές στο σώμα του κράτους δικαίου, όπως οι υποκλοπές, δεν κλείνουν επειδή το θέλει η εκάστοτε κυβέρνηση και η κοινοβουλευτική της πλειοψηφία».
Ο κ. Βενιζέλος στάθηκε ιδιαίτερα στη σημασία της ίδιας της δικαστικής διαδικασίας, επισημαίνοντας ότι «το δε ακροατήριο του ποινικού δικαστηρίου μπορεί να αναπτύξει δυναμική που υπερυψώνει το Μονομελές Πλημμελειοδικείο σε επίπεδο υποδείγματος για τα υψηλά κλιμάκια της Δικαιοσύνης».
Κατά τον ίδιο, αυτό δεν προκύπτει μόνο από το διατακτικό της απόφασης, αλλά και από τα πρακτικά της δίκης, τα οποία – όπως είπε – ενσωματώνονται στην απόφαση και καταγράφουν «ένα θεσμικό έγκλημα που διαπράχθηκε από συμπράττουσες εκδοχές παρακράτους».
Η Συνταγματική Αναθεώρηση
Η παρέμβαση του κ. Βενιζέλου επεκτάθηκε και στη συζήτηση που έχει ανοίξει γύρω από ενδεχόμενη αναθεώρηση του Συντάγματος, με έμφαση στο άρθρο 19 περί απορρήτου των επικοινωνιών.
«Ελπίζω η νέα ιδέα για την αναθεώρηση του Συντάγματος να μην είναι η κατάργηση των εγγυήσεων του άρθρου 19 για το απόρρητο των επικοινωνιών», σημείωσε, στέλνοντας σαφές μήνυμα για την ανάγκη διατήρησης των συνταγματικών ασφαλιστικών δικλίδων.
Κλείνοντας, ο κ. Βενιζέλος σχολίασε με νόημα: «Άλλωστε ευτυχώς δικαστές δεν υπάρχουν μόνο στην Αθήνα αλλά και στο Στρασβούργο».
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












