Skip to main content

Δημοσιονομική εκτροπή

Άρθρο του Ε. Βεκρή Δ/ντή ε.τ. του Γ.Λ. Κράτους

Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Στη δίνη των προαπαιτούμενων για την εκταμίευση της 2ης δόσης του συμφωνηθέντος πρόσφατα τρίτου Μνημονίου (Σύμβαση Οικονομικής Ενίσχυσης από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας – Συμφωνία Χρηματοδότησης) παρασύρθηκε και απωλέστηκε εν μια νυκτί στην κυριολεξία (της νύκτας τα καμώματα …) ο προληπτικός δημοσιονομικός έλεγχος (ex ante έλεγχος των δαπανών δηλαδή πριν από την πραγματοποίησή τους) .

Έτσι, όπως προβλέπεται στην παρ. Γ’, υποπαρ. 2.4 (Διαχείριση των Δημόσιων Οικονομικών και Δημόσιες Συμβάσεις), περ. 2.4.1. του άρθρου 3 (ΜΕΡΟΣ Β’) του ν. 4336/2015 (Α.94) και ανάγεται σε βασικό παραδοτέο υποχρεούνται οι αρχές να εκδώσουν νομοθεσία για την μεταξύ άλλων «αναβάθμιση» του οργανικού νόμου (εννοεί τον Κώδικα περί Δημόσιου Λογιστικού) για: α) να καταργηθούν σταδιακά οι εκ των προτέρων έλεγχοι από τον Ελεγκτικό Συνέδριο και τους υπολόγους (;), β) να δοθούν στις Γενικές Διευθύνσεις Οικονομικών Υπηρεσιών (Γ.Δ.Ο.Υ.) αποκλειστικές αρμοδιότητες οικονομικής Υπηρεσίας και γ) να καταργηθούν σταδιακά οι Υπηρεσίες Δημοσιονομικού Ελέγχου (Υ.Δ.Ε.) έως τον Ιανουάριο 2017. Περαιτέρω όπως προβλέπεται στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους θα πρέπει να δοθούν (λες και δεν τις είχε (βλ. άρθρο 21 ν. 4270/2014) εξουσίες για την εποπτεία των οικονομικών του δημόσιου τομέα.

Συντελέστηκε κατ’ αυτό τον τρόπο ένα δημοσιονομικό ανοσιούργημα αφού κατ’ αυτό τον τρόπο οι δημόσιες δαπάνες θα «ελέγχονται» προληπτικά αποκλειστικά και μόνο από τους ίδιους τους Διατάκτες αυτών και τις οικονομικές Υπηρεσίες τους και όχι όπως μέχρι σήμερα τόσο από ανεξάρτητα όργανα της Διοίκησης (Υ.Δ.Ε.) όσο και από τον Εξωτερικό Ελεγκτή – Ελεγκτικό Συνέδριο (για όσες κατηγορίες δαπανών προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις). Γιάννης κερνάει δηλαδή και Γιάννης πίνει επί το λαϊκότερο.

Φθάσαμε λοιπόν από τον υπερβολικό (;) έλεγχο των δημόσιων δαπανών στον μη αποτελεσματικό έλεγχό τους. Δούρειος Ίππος δε για την ευόδωση του όλου εγχειρήματος ήταν η παροχή πρόσβασης των Γ.Δ.Ο.Υ. στο Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα Δημοσιονομικής Πολιτικής (Ο.Π.Σ.Δ.Π.) και μάλιστα την πρόσβαση αυτή την ζητούσαν πλήρη και όχι read only, προκειμένου κατ’ αυτό τον τρόπο να υποκαταστήσουν τις Υ.Δ.Ε. στην έκδοση των Χρηματικών Ενταλμάτων και στην πληρωμή των δαπανών που αυτές σήμερα ελέγχουν. Βεβαίως επειδή οι πόλεις πέφτουν από μέσα στο όλο σχέδιο εξασφάλισαν την υποστήριξη πρόθυμων υπηρεσιακών παραγόντων που υπέσκαπταν επιμελώς τις αρμοδιότητες του Υπουργού Οικονομικών, όσον αφορά στη διαχείριση των δημόσιων οικονομικών, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το δύσμοιρο έλληνα φορολογούμενο.

Β. ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Σήμερα, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις περί δημοσίου λογιστικού, οι οικονομικές υπηρεσίες (Γ.Δ.Ο.Υ.) του διατάκτη συγκεντρώνουν απλά τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, ευθυνόμενες για την πληρότητά τους.

Στη συνέχεια τα δικαιολογητικά διαβιβάζονται στις αρμόδιες Υ.Δ.Ε. οι οποίες ελέγχουν τις συγκεκριμένες δαπάνες τόσο για τη νομιμότητα (ύπαρξη σχετικής διάταξης νόμου και εγγεγραμμένης στον Προϋπολογισμό του οικείου φορέα της αναγκαίας πίστωσης) όσο και για την κανονικότητά τους (νόμιμη ανάληψη που να έχει διενεργηθεί πριν από την πραγματοποίηση της δαπάνης, ύπαρξη των προβλεπόμενων δικαιολογητικών  και μη παραγραφή της σχετικής απαίτησης). Περαιτέρω ασκούν και παρεμπίπτοντα έλεγχο των δαπανών (αφορά στη νομιμότητα των διοικητικών πράξεων που τις υποστηρίζουν), για όσες δε εξ αυτών υπάρχουν αμφιβολίες, ως προς το πραγματικό μέρους τους και την υλοποίησή τους ζητείται και ασκείται κατά την προβλεπόμενη διαδικασία επιτόπιος έλεγχος από αρμόδιους δημοσιονομικούς ελεγκτές.

Για δαπάνες δε συγκεκριμένων κατηγοριών, καθώς και για γενικές δαπάνες ύψους άνω των 30.000 ΕΥΡΩ, τα σχετικά χρηματικά εντάλματα θεωρούνται από τις αρμόδιες Υπηρεσίες Επιτρόπου του  Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Γ. ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΟΣ Η / ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΑΛΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΩΝ ΔΑΠΑΝΩΝ

1. Από τους ελέγχους που πρέπει να διενεργούνται επί των δημόσιων δαπανών θα αναφερθούμε κυρίως για τις ανάγκες του παρόντος άρθρου στον προληπτικό και τον κατασταλτικό έλεγχο των δημόσιων δαπανών με σημείο αναφοράς το χρόνο πληρωμής αυτών. Έτσι προληπτικός είναι ο έλεγχος που διενεργείται προ της πληρωμής μιας δαπάνης , ενώ κατασταλτικός ο έλεγχός που γίνεται μετά το χρόνο αυτό.

2. Το θέμα της άσκησης προληπτικού ελέγχου επί των δημόσιων δαπανών και ειδικότερα του αρμόδιου ελεγκτικού φορέα έχει απασχολήσει από τη δεκαετία του 1970 την Υπηρεσία και στο πλαίσιο της μελέτης του προγράμματος εφαρμογής του Προϋπολογισμού Μηδενικής Βάσης και αύξησης της παραγωγικότητας ο σύμβουλος του ελληνικού δημοσίου (ARTHUR YUNG) είχε προτείνει την αφαίρεση του προληπτικού ελέγχου από το Ε.Σ. στις δαπάνες του Δημοσίου και τον περιορισμό αυτού στον κατασταλτικό έλεγχο.

Επισημαίνεται εν προκειμένω ότι ο προληπτικός έλεγχος των δαπανών αποτελεί άσκηση διοικητικής αρμοδιότητας, καθόσον, όπως έχει αποφανθεί το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο του αρθ. 100 του Συντάγματος η πράξη του Ε.Σ. δε φέρει το χαρακτήρα δικαστικής απόφασης αλλά διοικητικής πράξης. Άλλωστε το Ε.Σ. ως ανώτατη δικαστική αρχή δεν είναι δυνατό να ασκεί ταυτόχρονα διοικητικές αρμοδιότητες (προληπτικός έλεγχος) και δικαστικές (κατασταλτικός έλεγχος).

3.α.  Στην πρόταση του Κλιμακίου Τεχνικής Βοήθειας (Οκτώβριος 2014) του Δ.Ν.Τ. της οποίας, σημειωτέον μετάφραση στην ελληνική γλώσσα δεν περιήλθε ποτέ στην αρμόδια Δ/νση του Γ.Λ. Κράτους, για λόγους οικονομίας (sic) ,περιλαμβάνονταν μεταξύ άλλων και η εντός συγκεκριμένου χρόνου, ήτοι το αργότερο μέχρι τον Ιανουάριο του 2017, μεταβολή του υφιστάμενου συστήματος πληρωμής των δημόσιων δαπανών και μεταφορά των σχετικών χρηματοοικονομικών λειτουργιών στις Γ.Δ.Ο.Υ.

   β.      Ως λόγοι αναφέρονταν η: (i) ανειλημμένη υποχρέωση της Ελλάδας από το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής, (ii) αντίθεση του προληπτικού χαρακτήρα των πραγματοποιούμενων ελέγχων στα διεθνή πρότυπα, και στην πρακτική που ακολουθείται από άλλες ευρωπαϊκές χώρες, καθώς και στις σύγχρονες αρχές της καλής διακυβέρνησης.

Επισημαίνεται εν προκειμένω, όπως άλλωστε αναφέρεται ρητά και στην Έκθεση, ότι τα πορίσματά της είναι συμβουλευτικού χαρακτήρα.

  4. Σχολιάζοντας την ανωτέρω πρόταση επισημαίνονται τα εξής:

   α.   Η υπόψη σύσταση είχε διατυπωθεί και κατά το παρελθόν από το Δ.Ν.Τ. (Συστάσεις που αναφέρονται στην εκτέλεση του προϋπολογισμού, ΜΕΡΟΣ V στοιχεία 5.2. και 5.5.) χωρίς να τύχει αποδοχής. Ειδικότερα προτείνονταν η:

  (i)    Σταδιακή εκχώρηση του προληπτικού ελέγχου των δαπανών στα Υπουργεία και αντικατάσταση, επίσης σταδιακά, του προληπτικού εξωτερικού (?) ελέγχου των Υ.Δ.Ε. σε ένα «μεγάλων αναλήψεων δαπανών».

 (ii)    Σταδιακή εγκατάλειψη του προληπτικού ελέγχου των δαπανών από το Ελεγκτικό Συνέδριο (Ε.Σ.).

   β.   Οι ανωτέρω προτάσεις βασίζονταν κυρίως στη διαπίστωση του Ταμείου ότι:

  i)    «ο έλεγχος των δαπανών είναι περιττός και προσανατολισμένος στη συμμόρφωση. Ο έλεγχος περιλαμβάνει «τσεκάρισμα» και «διπλοτσεκάρισμα» των υποχρεώσεων δαπανών πριν την πληρωμή, πρώτα από τις Υ.Δ.Ε. και έπειτα από το Ε.Σ. και οι δύο «τσεκάρουν» (δεν ελέγχουν?) όλες τις συναλλαγές με τον έλεγχο νομιμότητας και κανονικότητας των δαπανών. Περαιτέρω οι έλεγχοι αυτοί αφορούν ποσοστό (10%) του τακτικού προϋπολογισμού και δεν αφορούν στους μισθούς και συντάξεις»

ii)    «Τα Υπουργεία δεν ελέγχουν ή τσεκάρουν τις δεσμεύσεις τους επί των δαπανών».

   γ.   Οι προαναφερόμενες διαπιστώσεις περιλαμβάνουν λανθασμένες παραδοχές που οδηγούν σε εσφαλμένα συμπεράσματα – προτάσεις. Ειδικότερα, εν προκειμένω παρατηρούμε τα εξής:

   i)    Ο έλεγχος της δημόσιας διαχείρισης (σύνολο ενεργειών και πράξεων των αρμοδίων οργάνων για την εξακρίβωση της κανονικής διαχείρισης του δημόσιου πλούτου εκ μέρους της εκτελεστικής εξουσίας και των οργάνων της πολιτείας) αποβλέπει στην εύρυθμη και κανονική λειτουργία του κράτους και πρέπει να περιλαμβάνει πολλαπλό και συστηματικό έλεγχο των διαχειριστικών πράξεων των εντεταλμένων για τη διαχείριση του δημόσιου πλούτου οργάνων. Ως εκ τούτου ο έλεγχος αυτός είναι απόλυτα επιβεβλημένος και μόνο «περιττός» δεν μπορεί να θεωρείται.

  ii)    Ως προς το αντικείμενο του ελέγχου οι διαπιστώσεις αναφέρονται μόνο στη διακρίβωση της νομιμότητας και κανονικότητας της δαπάνης και παραβλέπουν (αγνοούν?) τον έλεγχο των παρεμπιπτόντως αναφυομένων ζητημάτων και τη δυνατότητα άσκησης επιτόπου ελέγχου επί του φυσικού αντικειμένου της δαπάνης.

 iii)   Ο έλεγχος επί της μισθοδοσίας και των συντάξεων έχει ανατεθεί σε άλλα όργανα του Γ.Λ. Κράτους (Γ.Δ.Δ.Ε. – Ενιαία Αρχή Πληρωμής (Ε.Α.Π.), Διευθύνσεις Ελέγχου και Πληρωμής Συντάξεων) και για το λόγο αυτό δεν κρίνεται αναγκαία η άσκηση αυτού και από τις Υ.Δ.Ε. Οι Υπηρεσίες αυτές ελέγχουν υπό το υφιστάμενο καθεστώς , το σύνολο των λοιπών πιστώσεων του οικείου φορέα, όπως αυτές είναι εγγεγραμμένες στον προϋπολογισμό του.

  iv)   Παραβλέπεται ο αποτρεπτικός ρόλος των ελεγκτικών υπηρεσιών στην πρόληψη της κατασπατάλησης των δημόσιων πόρων και των καταδολιεύσεων (απατών).

   v)   Ο υπό του Υπουργού Οικονομικών ασκούμενος δημοσιονομικός έλεγχος είναι εσωτερικός έλεγχος της διοίκησης , ασκείται από εσωτερικά όργανα της ίδιας ελεγχόμενης δημοσιονομικής διοικήσεως του κράτους και συμπληρώνεται με τον ασκούμενο από το Ε.Σ. εξωτερικό – δικαστικό έλεγχο (πρακτικά Ολομέλειας Ε.Σ. της 20ης Μαΐου 1987 βλ. και Κ. Σαραντόπουλου «Ο Έλεγχος των δημοσίων οικονομικών εν Ελλάδι και Αλλοδαπή» Αθήνα 1975, σελ. 35 και ε.π.).

 vi)   Με την αποδοχή της υπόψη σύστασης του Δ.Ν.Τ. οδηγούμεθα στη σταδιακή πλήρη εκχώρηση του προληπτικού ελέγχου των δημόσιων δαπανών στις οικονομικές υπηρεσίες των οικείων φορέων. Κατ’ αυτό τον τρόπο ο Υπουργός Οικονομικών, αρμόδιος και υπεύθυνος για τη γενική διαχείριση του Κρατικού Προϋπολογισμού και την εκτέλεσή του μέσα στα νόμιμα όρια (άρθρο … του ν.4270/2014   ), αποστερείται από μια βασική αρμοδιότητά του στον τομέα της εποπτείας και του ελέγχου της διαχείρισης των δημόσιων χρημάτων και μάλιστα σε μια περίοδο κατά την οποία καταβάλλονται σημαντικές προσπάθειες για τη διαφάνεια στη δημόσια διοίκηση, τον περιορισμό των ελλειμμάτων και την πρόληψη της απάτης. Άλλωστε η πρόταση αποδυναμώνει τη γενική σύσταση για την εποπτεία των οικονομικών της Γενικής Κυβέρνησης από τον Υπουργό Οικονομικών.

   δ.  Οπωσδήποτε το σύστημα πληρωμής των δημόσιων δαπανών έχρηζε αναθεώρησης προς το σκοπό της ταχείας πληρωμής των πιστωτών του Δημοσίου, με παράλληλη όμως διασφάλιση των συμφερόντων αυτού. Προς την κατεύθυνση αυτή κινήθηκε η νέα εφαρμογή από 1-1-2014 του Ο.Π.Σ.Δ.Π. (Υποσύστημα πληρωμής δημόσιων δαπανών από τις Υ.Δ.Ε. μέσω ΤτΕ).

Σημειώνεται εν προκειμένω ότι, με την αναθεώρηση επί το αυστηρότερο της 2000/35/ΕΚ Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29ης Ιουνίου 2000 (Οδηγία 2011/7/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16-2-2011), καθορίζονται σύντομες προθεσμίες για την πληρωμή των πιστωτών [παρ. Ζ άρθρο πρώτο ν. 4152/2013 (Α.107)] από τους δημόσιους φορείς, η υπέρβαση των οποίων έχει ως συνέπεια την καταβολή τόκων υπερημερίας και την ως εκ τούτου σοβαρή δημοσιονομική επιβάρυνση.

   ε.  Η αποδοχή και αναγωγή σε μνημονιακή υποχρέωση κατά τα ανωτέρω της σύστασης –πρότασης, η οποία δεν ήταν δεσμευτική έχει τις ακόλουθες πλέον των προαναφερόμενων, συνέπειες:

  1. Καταργούνται οι ΥΔΕ , Υπηρεσίες ανεξάρτητες από το Διατάκτη που διαθέτουν μεγάλη τεχνογνωσία στον έλεγχο των δαπανών. Περαιτέρω καταργείται και ο ασκούμενος από το ΕΣ προληπτικός έλεγχος επί των δαπανών. Καταργείται δηλαδή ο υφιστάμενος μηχανισμός ελέγχου και πληρωμής των δαπανών χωρίς να αντικαθιστάται από άλλο με εχέγγυα αξιοπιστίας.
  2. Αποδομoύνται οι επίμονες προσπάθειες του Γ.Λ.Κράτους για την επιβολή δημοσιονομικής τάξεως και πειθαρχίας στους φορείς της Γεν. Κυβέρνησης, γεγονός αδιανόητο υπό τις παρούσες δημοσιονομικές συνθήκες.
  3. Χαλαρώνει ο ασκούμενος καθολικός δημοσιονομικός έλεγχος, γεγονός που υπονομεύει το βασικό στόχο της ασκούμενης δημοσιονομικής πολιτικής για τον περιορισμό των δημόσιων δαπανών και του ελλείμματος.
  4.             Καταργείται η ανεξαρτησία του εκκαθαριστή έναντι του διατάκτη, με βέβαιο τον κίνδυνο πληρωμής σωρείας μη σύννομων δαπανών.
  5.             Παραβιάζεται κατ’ ουσία η βασική ελεγκτική αρχή για τη μη σύμπτωση στο ίδιο πρόσωπο της ιδιότητας του ελέγχοντος και του ελεγχομένου.
  6. Αυξάνεται το κόστος του ασκούμενου ελέγχου λόγω της αύξησης του ελεγκτικού προσωπικού του δημοσίου στο σύνολό του, της αύξησης των λειτουργικών δαπανών, της εφαρμογής νέων συστημάτων πληροφορικής, κ.λπ.

            Επισημαίνεται ότι, δεν έχει συνταχθεί οικονομοτεχνική μελέτη για την εκτίμηση  των οικονομικών αποτελεσμάτων από την υιοθέτηση της πρότασης.

  1. Καταργείται, όσον αφορά στις εκκαθαριζόμενες από τις οικονομικές υπηρεσίες του Διατάκτη δαπάνες, ο έλεγχος νομιμότητας, κανονικότητας και ο παρεμπίπτων έλεγχος των δαπανών, καθώς και ο προσδιορισμός των δικαιωμάτων των πιστωτών από ανεξάρτητα όργανα του Υπουργού Οικονομικών.

Στο σημείο αυτό επισημαίνεται ότι ο μη έλεγχος της αυστηρής τήρησης της προβλεπόμενης διαδικασίας για τη δέσμευση πιστώσεων (ανάληψη υποχρέωσης) πριν από την πληρωμή της συγκεκριμένης δαπάνης δε θα αποτρέπει εφ’ εξής τον κίνδυνο ανάληψης της δέσμευσης του Δημοσίου για την πληρωμή μη σύννομων δαπανών , με ότι αυτό συνεπάγεται για την πληρωμή εκείνων που δεν αναλήφθηκαν νόμιμα και σε πολλές περιπτώσεις πέραν των εγγεγραμμένων πιστώσεων (δαπάνες προηγούμενων οικονομικών χρήσεων πέραν των σχετικών πιστώσεων κ.λπ).

  1. Είναι ορατός ο κίνδυνος κατάτμησης των δαπανών, ούτως ώστε να αποφεύγονται νομοθετημένες διαδικασίες.
  2. Ενδεχομένως είναι δυνατό να υπάρξουν παρενέργειες στη λειτουργία του Ο.Π.Σ.Δ.Π., δεδομένου ότι η παροχή πλήρους πρόσβασης στο σύστημα εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους ασφάλειας αυτού .

Επισημαίνεται ότι, τόσο, το Ο.Π.Σ.Δ.Π., όσο και το υποσύστημα αυτού που αφορά στις πληρωμές των δαπανών, έχουν δομηθεί στη βάση λειτουργίας των Υ.Δ.Ε. με τις υφιστάμενες αρμοδιότητες, οποιαδήποτε δε μεταβολή τους συνεπάγεται σημαντικότατο οικονομικό διοικητικό κόστος.

  1. Δυναμιτίζεται η μόλις πρόσφατα θεσπιθείσα κατ΄ επιταγή της 2011/7/ΕΚ Οδηγίας νομοθεσία για την έκδοση διαταγής πληρωμής για αξιώσεις από διοικητική σύμβαση που έχει συναφθεί στο πλαίσιο εμπορικής συναλλαγής. (ν. 4329/2015 (Α.53)), που θέτει ως απαραίτητη προς τούτο προυπόθεση τη θετική έκβαση του προβλεπόμενου προληπτικού ελέγχου της σχετικής δαπάνης. 

            Άλλωστε όλες οι σχετικές δαπάνες θα κρίνονται από τους ιδιους τους    

           Διατάκτες ως σύννομες, αφού αυτοί οι ίδιοι ήταν υπεύθυνοι για την      

           τήρηση των νόμιμων διαδικασιών. Σημειώνεται δε ότι αυτοί μέχρι την   

           έκδοση του ανωτέρου νόμου επεδείκνυαν ιδιαίτερη αδιαφορία στην

            άσκηση των προβλεπόμενων ένδικων μέσων για τη διασφάλιση των  

            συμφερόντων του φορέα τους.

  1. Χάνεται η πλούσια τεχνογνωσία ελεγκτικού έργου, που διαθέτει

           σήμερα το εξειδικευμένο προσωπικό των Υ.Δ.Ε.

  1. Ενδεχομένως να δημιουργηθεί κοινωνικό πρόβλημα στο ανώτερο προσωπικό , σε περίπτωση  υποχρεωτικών μετατάξεων – μετακινήσεών του, λόγω της κατάργησης των υποψη Υπηρεσιών  και ένταξης αυτού στο φορέα κινητικότητας υπαλλήλων , η σύσταση του οποίου επίκειται.
  2. Πραγματοποίηση ενδεχόμενως παράνομων διορισμών , μετατάξεων, προσλήψεων προσωπικού με συμβάσεις έργου κ.λπ , λόγω του μη προηγούμενου ελέγχου νομιμότητας αυτών.

xiv.      Πρόκλιση καθυστερήσεων στην απόδοση και τακτοποίηση των  

            χρηματικών ενταλμάτων προπληρωμής και στην επιστροφή των      

            αδιάθετων πόρων.

xv.       Αδυναμία διενέργειας συμψηφισμών του προιόντος των χρηματικών          

 εντάλμάτων με υποχρεώσεις των δικαιούχων αυτών προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία, καθώς και κατασχέσεων και εκχωρήσεων.

xvi.      Εκτίναξη του ύψους των ελαστικών δαπανών του Π/Υ του οικείου   

            φορέα.

xvii.   Προώθηση σωρείας νομοθετικών ρυθμίσεων για την εκ των υστέρων νομιμοποίηση δαπανών (πολλάκις χωρίς έγκριση του ΥΠΟΙΚ) . και κατ’ αυτό τον τρόπο ανατροπή του αποτελέσματος του ασκηθέντος κατασταλτικού δημοσιονομικού ελεγχου (χαρακτηριστική η περίπτωση νομιμοποίησης των δαπανών του Παγκόσμιου Πρωταθλήματος Κλασσικού Αθλητισμού 1997 που μετά την διενέργεια καταλογισμών από το Ε.Σ. και κατά παράβαση του Συντάγματος (αρθ. 73 παρ.3) ψηφίστηκε σχετική τροπολογία από τη Βουλή με απόλυτη σύμπνοια όλων των πτερύγων της). Επισημαίνεται η αντισυνταγματικότητα όλων αυτών των κατά καιρούς νομοθετικών ρυθμίσεων τόσο για τον ανωτέρω λόγο , όσο και γιατί κατ’ αυτό τον τρόπο παραβιάζεται η αρχή της διάκρισης των εξουσιών, όσον αφορά δαπάνες που έχουν απορριφθεί από το Ε.Σ.(ανεπιτρεπτή παρέμβαση της νομοθετικής εξουσίας στο έργο της δικαστικής).

xviii.  Υπονόμευση των προσπαθειών για τη δημιουργία και εμπέδωση δημοσιονομικής συνείδησης και πειθαρχίας στους Διατάκτες και διενέργεια κατά ενιαίο τρόπο των πληρωμών.

xix. Τέλος, η όλη νέα διαδικασία πληρωμής των δημόσιων δαπανών είναι αντίθετη με την επιδιωκόμενη διαφάνεια στην πληρωμή των δημοσίων δαπανών και είναι αμφίβολο εάν θα οδηγήσει σε εξοικονόμηση ελεγκτικού προσωπικού που περιλαμβάνεται στις επιδιώξεις της σύστασης.

5.Η σχετική έκθεση τέθηκε υπόψη της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η οποία κατά την ομόφωνη Γνωμοδότηση της 22ης Γενικής Συνεδριάσεώς της στις 19 Νοεμβρίου 2014 αποδέχθηκε ότι: (αα) Ουσιώδες χαρακτηριστικό των δημοσιονομικών ελέγχων αποτελεί η πρόληψη των μη σύννομων πληρωμών των δημόσιων δαπανών, (ββ) Τα διεθνή ελεγκτικά πρότυπα που έχουν θεσπιστεί από το Διεθνή Οργανισμό Ανώτατων Ελεγκτικών Ιδρυμάτων (INDOSAI) προβλέπουν τον προληπτικό έλεγχο, ως αποδεκτό είδος δημοσιονομικού ελέγχου, και ρυθμίζουν τον τρόπο άσκησής του, στο δε ειδικό για τον έλεγχο συμμόρφωσης ελεγκτικό πρότυπο, πιστοποιείται κατηγορηματικά ότι για πολλά ελεγκτικά μέλη του INDOSAI, ο έλεγχος συμμόρφωσης στους κανόνες νομιμότητας ασκείται μέσω θεσμών και προληπτικού ελέγχου. Άλλωστε και τα πλέον προσφάτως εκδοθέντα συναφή ελεγκτικά πρότυπα αναφέρουν σαφώς ότι θα εφαρμόζονται σε κάθε είδος ελέγχου ανεξαρτήτως του τρόπου κατά τον οποίο γίνεται η ελεγκτική παρέμβαση, (γγ) η άποψη ότι , η διενέργεια προληπτικών δημοσιονομικών ελέγχων δε συστοιχείται προς τις αρχές της σύγχρονης καλής διακυβέρνησης και στη γενικευμένη πρακτική των Ευρωπαϊκών Χωρών , στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, που αιτιολογείται πλήρως στην αριθ. 12 σκέψη της υπόψη Γνωμοδότησης. Σημειώνεται πάντως εν προκειμένω ότι, οι εσωτερικοί έλεγχοι των Φορέων, έλεγχοι συστημικοί ως προς την τήρηση των προβλεπόμενων διαδικασιών, εντάσσονται στο διοικητικό πλαίσιο λειτουργίας τους και δεν αντικαθιστούν ή ανταγωνίζονται τους ασκούμενους, από εκτός του ελεγχόμενου φορέα Υπηρεσίες, προληπτικούς ελέγχους.

6. Η αρμόδια Υπηρεσία του Γ.Λ. Κράτους(Δ26) εξέφρασε με σειρά υπηρεσιακών σημειωμάτων της προς την υπηρεσιακή και την εκάστοτε πολιτική ηγεσία την εκ διαμέτρου αντίθεσή της προς την υπόψη πρόταση που διατυπώθηκε στο πλαίσιο της «σταδιακής ενίσχυσης των αρμοδιοτήτων των Γενικών Διευθύνσεων Οικονομικών Υπηρεσιών (Γ.Δ.Ο.Υ.) και της υπευθυνότητας των Διατακτών (?)», για τους ακόλουθους λόγους:

  α)    Περιορίζονται, ανεπίτρεπτα, όπως προαναφέρεται, οι αρμοδιότητες του ελέγχου των δημόσιων δαπανών που ασκεί σήμερα ο Υπουργός Οικονομικών, μέσω των αρμόδιων Υπηρεσιών Δημοσιονομικού Ελέγχου. Σημειώνεται εν προκειμένω ότι ο Υπουργός Οικονομικών, έχει τη γενική διαχείριση του προϋπολογισμού και την ευθύνη εκτέλεσης αυτού μέσα στα νόμιμα όρια και ασκεί εποπτεία και έλεγχο στην διαχείριση του δημόσιου χρήματος.

 β)    Οι οικονομικές υπηρεσίες των οικείων φορέων δεν τελούν σε ανεξαρτησία από τους Διατάκτες αφού διοικητικά υπάγονται σ’ αυτούς και στον ιεραρχικό έλεγχό τους. Εν προκειμένω θεωρείται ιδιαίτερα ατυχής η προσπάθεια υποστήριξης της ανεξαρτησίας των οικονομικών υπηρεσιών που επιχειρείται, προκειμένου να υποστηριχθεί η μη παραβίαση της βασικής ελεγκτικής αρχής για τη μη ταύτιση του ελέγχοντος με τον ελεγχόμενο.

Περαιτέρω θεωρούμε ότι οι οικονομικές υπηρεσίες των υπουργείων δεν μπορούν να αναλάβουν τη συγκεκριμένη αρμοδιότητα χωρίς μάλιστα να ερωτηθούν, επειδή πλην των όσων προαναφέρονται στερούνται της απαιτούμενης, για την ενάσκησή της, τεχνογνωσίας και στελέχωσης.

 γ)    Η εκτέλεση του προϋπολογισμού απαιτεί έλεγχο προς αποφυγή «λαθών» και καταπολέμηση των καταδολιεύσεων, δεδομένου ότι η απουσία ελέγχου ευνοεί τις ανωμαλίες. Εξάλλου είναι απαραίτητο η εκτέλεση του Κρατικού Προϋπολογισμού να ελέγχεται αυστηρά για πολιτικούς και δημοσιονομικούς λόγους. Τέλος, ο δημοσιονομικός έλεγχος για να είναι αποτελεσματικός πρέπει να: αα) έχει έκταση και βάθος, ββ) ασκείται στον κατάλληλο τόπο και χρόνο και γγ) εισέρχεται εκ του τύπου στην ουσία των δαπανών. Τα ανωτέρω διασφαλίζονταν απολύτως με την άσκηση του δημοσιονομικού ελέγχου από όργανα μη υποκείμενα στην ιεραρχική εξάρτηση του Διατάκτη και ειδικότερα από την ανεπηρέαστη άσκηση του ελέγχου από όργανα του Υπουργού Οικονομικών (Υ.Δ.Ε.).

 δ)    Ο κατασταλτικός έλεγχος από μόνος του δε διασφαλίζει τις συναλλαγές αλλά ούτε και τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση, καθόσον: αα) είναι δυνατός ο καταλογισμός των δικαιούχων αλλά και όλων των εμπλεκόμενων στην πληρωμή της δαπάνης μετά από μακρό χρόνο, ββ) δεν πρόκειται περί καθολικού ελέγχου των δαπανών αλλά περί δειγματοληπτικού, με ορατό τον κίνδυνο μη τιμώρησης και καταστολής της απάτης στις περιπτώσεις που δεν εμπίπτουν στο ελεγχόμενο δείγμα.

  ε)   Το σύστημα πληρωμής των δημόσιων δαπανών αναθεωρήθηκε πρόσφατα [(άρθρο 28 παρ. 1 ν. 4151/2013 (Α.103)] με την ανάθεση στις Υ.Δ.Ε. και της αρμοδιότητας πληρωμής των δαπανών που ελέγχονται απ’ αυτές. Στο πλαίσιο αυτό, αλλά και ενόψει εφαρμογής της Οδηγίας 2011/7/ΕΕ, για την ταχεία πληρωμή των εμπορικών συναλλαγών του Δημοσίου, αναπτύχθηκαν νέες οργανωτικές δομές η λειτουργία των οποίων συνεχώς εξελίσσεται.

7.  Η διατήρηση της άσκησης του προληπτικού ελέγχου επί του συνόλου των δημόσιων δαπανών, από τον Υπουργό Οικονομικών, κρίνεται αναγκαία και επιτακτική καθόσον:

α)    Ο προληπτικός έλεγχος είναι δραστικότερος και πιο αποτελεσματικός από τον κατασταλτικό, αφού μπορεί να μειώσει η/ και να ματαιώσει την πληρωμή. Εμμένουμε στην άποψη «όσο αξίζει ένα δράμι πρόληψης, δεν αξίζουν εκατό τόνοι καταστολής» ακολουθώντας σχετικό αγγλικό αφορισμό.

β)   Δεν συμπίπτουν στο αυτό πρόσωπο οι αντίθετες ιδιότητες του ελέγχοντος και του ελεγχόμενου (βασική ελεγκτική αρχή).

γ)   Περιφρουρούνται έτσι κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα συμφέροντα του Δημοσίου, καθόσον ο έλεγχος αυτός ασκείται από ανεξάρτητο από το Διατάκτη της δαπάνης όργανο (Υ.Δ.Ε.) και προλαμβάνονται έγκαιρα: i) η διενέργεια μη νόμιμων δαπανών, ii) εσφαλμένες ή δόλιες διαχειριστικές ενέργειες.

δ)   Αποτρέπεται (κύριο πλεονέκτημα του προληπτικού ελέγχου) η παράνομη εκταμίευση – διάθεση δημοσίου χρήματος και καθίστανται διστακτικοί οι σκεπτόμενοι καταδολιεύσεις του δημόσιου συμφέροντος, με πράξεις ή παραλείψεις ή με υπεξαίρεση περιουσιακών στοιχείων.

ε)   Διασφαλίζονται οι συναλλαγές, καθόσον οι πάσης φύσεως πιστωτές του δημοσίου κ.λπ. εξασφαλίζονται όντας βέβαιοι ότι δε θα κληθούν στο απώτερο μέλλον σε επιστροφή σημαντικών ποσών.

στ)   Προστατεύονται οι διατάκτες των δαπανών από μελλοντικούς καταλογισμούς.

ζ)    Μειώνονται οι κρατικές δαπάνες και ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος διασπάθισης του δημοσίου χρήματος.

η)   Η εκ των υστέρων και μετά μάλιστα την πάροδο μακρού χρόνου αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών δια του καταλογισμού των υπευθύνων, λόγω μη νόμιμων δαπανών, είναι προβληματική για διάφορους λόγους (χρονική απαξίωση της απαίτησης, παθητική νομιμοποίηση κληρονόμων σε περίπτωση θανάτου, μη κατοχή δημόσιας θέσης ή περιουσιακών στοιχείων, παραγραφές, ενστάσεις και λοιπά δικονομικά μέσα, αδυναμία επιστροφής χρημάτων από προμηθευτές εξωτερικού κ.λπ.).

θ)  Τέλος σημειώνεται ότι η κατάργηση του ασκούμενου από τις Υ.Δ.Ε. προληπτικού ελέγχου, θα έχει οπωσδήποτε ως συνέπεια την απροθυμία των υπαλλήλων να οριστούν υπόλογοι – διαχειριστές, αφού θα αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο καταλογισμού μετά την πάροδο αρκετού χρόνου, πολλές φορές χωρίς να υπάρχει δόλος (εσφαλμένη ερμηνεία διατάξεων κ.λπ.).

    ι)   Σε καμιά περίπτωση δε θα πρέπει να αμεληθεί: αα) το κόστος του προτεινομένου συστήματος ελέγχου των δημοσίων δαπανών, το οποίο σε σύγκριση με το υφιστάμενο κρίνεται πολύ υψηλό και στην παρούσα δημοσιονομική συγκυρία απαγορευτικό. Οποιεσδήποτε τροποποιήσεις υιοθετηθούν θα πρέπει να συνδυάζουν το μεγαλύτερο βαθμό βεβαιότητας με το ελάχιστο κόστος ελέγχου,

ββ)   O αποτρεπτικός ρόλος των Υ.Δ.Ε.

8.    Όσον αφορά στη σύσταση που αναφέρεται στην κατάργηση του προληπτικού ελέγχου των δημόσιων δαπανών από το Ε.Σ. (Εξωτερικό Ελεγκτή) θεωρούμε ότι αυτή κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, καθώς αποτελεί τολμηρό βήμα για τον εκσυγχρονισμό του δημοσιονομικού ελέγχου, την απλούστευση των διαδικασιών και την επίσπευση πληρωμής των πιστωτών του Δημοσίου. Εν προκειμένω αναφέρονται τα εξής:

 α)  Με τις διατάξεις του άρθρου 27   , παρ.  2     του ν. 3871/2010  (Α. 141 ), όπως αυτές ισχύουν, ορίζεται ειδικότερα ότι ο ασκούμενος από το Ε.Σ. προληπτικός έλεγχος διενεργείται σύμφωνα με τις προαναφερόμενες (παρ.1) διατάξεις και πραγματοποιείται σε δαπάνες το κατώτατο όριο των οποίων προσδιορίζεται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ύστερα από σύμφωνη γνώμη της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Σημειώνεται δε ότι, οι διατάξεις αυτές θεσπίστηκαν για τον περιορισμό του προληπτικού ελέγχου του Ε.Σ. σε δαπάνες με ιδιαίτερο οικονομικό ενδιαφέρον, καθώς και σε δαπάνες που ως εκ της φύσεώς τους δεν κρίνεται σκόπιμο να ελέγχονται μόνο κατασταλτικά.

 β)   Στο πλαίσιο αυτό, εκδόθηκε κατ’ αρχήν το π.δ/γμα 136/2011 (Α.267), με το οποίο καθορίστηκαν τα χρηματικά όρια των δαπανών, πέραν των οποίων το Ε.Σ. διενεργεί προληπτικό έλεγχο. Προβλέπονται, επίσης, οι κατηγορίες δαπανών, οι οποίες ελέγχονται σήμερα κατ’ εξαίρεση προληπτικά, ανεξαρτήτως ποσού, χωρίς ωστόσο να θίγονται κατηγορίες δαπανών, που με ειδικές διατάξεις έχουν εξαιρεθεί από τον προληπτικό έλεγχο του Ε.Σ.

 γ)  Το ανωτέρω π.δ/γμα τροποποιήθηκε με το αριθ. 87/2014 (Α.131) όμοιο και αυξήθηκαν τα χρηματικά όρια των δαπανών της Κεντρικής Διοίκησης άνω των οποίων διενεργείται υπό το σημερινό καθεστώς προληπτικός έλεγχος από το Ελεγκτικό Συνέδριο, προκειμένου για τις δαπάνες που διενεργούνται στο πλαίσιο εμπορικών συναλλαγών [άρθρο πρώτο, παρ. Ζ του ν. 4152/2013 (Α.107)] από του ποσού των 15.000 στο διπλάσιο (30.000 ΕΥΡΩ)].

Στόχο της εν λόγω τροποποίησης απετέλεσε η καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές, ούτως ώστε να διασφαλιστεί η απρόσκοπτη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και να ενισχυθεί με τον τρόπο αυτό η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, ιδιαίτερα των μικρών και μεσαίων (ΜΜΕ).

δ)   Κατά τα τελευταία έτη το Ελεγκτικό Συνέδριο έχει κατευθύνει τη δράση του στην ενδυνάμωση και εκσυγχρονισμό του κατασταλτικού ελέγχου, υποβοηθούμενο από τεχνική βοήθεια που παρέχεται από τα Ανώτατα Ελεγκτικά Ιδρύματα του Βελγίου, της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Ολλανδίας και το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο, στο πλαίσιο τεχνικού προγράμματος που χρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Περαιτέρω, μετά την έκδοση και εφαρμογή του π.δ/τος 136/2011 και του αριθ. 87/2014 όμοιου μειώθηκε κατά 60% περίπου ο αριθμός των ελεγχόμενων χρηματικών ενταλμάτων, γεγονός που επέτρεψε στο Ε.Σ. να αποδεσμεύσει ελεγκτικό προσωπικό από τον προληπτικό έλεγχο και να το αξιοποιήσει σε κατασταλτικούς ελέγχους τομέων υψηλού ελεγκτικού κινδύνου και ενδιαφέροντος.

 ε)  Με τις διατάξεις του άρθρου πρώτου, παρ. Γ’, υποπαρ. Γ1 του ν. 4254/2014 (Α.85), επεκτάθηκε ο προσυμβατικός έλεγχος του Ελεγκτικού Συνεδρίου και επί συμβάσεων με συμβατικό αντικείμενο από 501.000 ΕΥΡΩ έως 1.000.000 ΕΥΡΩ, γεγονός που επεκτείνει τις αρμοδιότητες του Συνεδρίου και βελτιώνει τις ελεγκτικές διαδικασίες, αφού εντοπίζει σε πρώιμο στάδιο τυχόν παραλείψεις ή παρεκκλίσεις από την προβλεπόμενη διαδικασία για την ανάδειξη αναδόχων δημοσίων συμβάσεων, συμβάλλοντας αποφασιστικά στη διασφάλιση των συναλλαγών.

στ)   Τα προαναφερόμενα επιτρέπουν την περαιτέρω μετακίνηση του εξωτερικού Ελεγκτή (Ε.Σ.) από τον προληπτικό έλεγχο δαπανών των ελεγχόμενων φορέων της Κεντρικής Διοίκησης σε στοχευμένους κατασταλτικούς ελέγχους φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, με υψηλή παραβατικότητα. Άλλωστε το Ε.Σ. ως εξωτερικός ελεγκτής δε θα πρέπει σύμφωνα με τα διεθνή ελεγκτικά πρότυπα να εμπλέκεται στις διαδικασίες ελέγχου των δαπανών προ της πληρωμής αυτών.

ζ) i)   Στο πλαίσιο αυτό είχε προταθεί η έκδοση διατάγματος, με το οποίο αναπροσαρμόζονταν σε 45.000 ΕΥΡΩ το χρηματικό όριο των δαπανών της Κεντρικής Διοίκησης, πέραν των οποίων το Ε.Σ. θα διενεργούσε προληπτικό έλεγχο.

ii)   Η κατά τα ανωτέρω αύξηση του υπόψη χρηματικού ορίου περιόριζε περαιτέρω τον ασκούμενο από το Ε.Σ. προληπτικό έλεγχο, πλην όμως δεν υπερέβαινε τα εύλογα όρια ώστε να αναιρείται μόνο εκ του λόγου αυτού η συνταγματικά κατοχυρωμένη αρμοδιότητά του, λαμβανομένου υπόψη ότι παραμένουν σε ισχύ οι εξαιρέσεις του άρθρου 2 του π.δ. 136/2011 που προβλέπουν τον προληπτικό έλεγχο ανεξαρτήτως ποσού στις αναφερόμενες σ’ αυτές κατηγορίες δαπανών.

iii)   Περαιτέρω, με την αναπροσαρμογή του χρηματικού ορίου θα: i) επιτυγχανόνταν εξοικονόμηση πόρων και προσωπικού του Ε.Σ., προς όφελος  του κατασταλτικού ελέγχου, περιορισμός της γραφειοκρατίας, καθώς και άρση τυχόν επικαλύψεων ελεγκτικών αρμοδιοτήτων, ii) διασφαλίζονταν η ενίσχυση της ρευστότητας της αγοράς, λόγω της μείωσης του χρόνου πληρωμής των πιστωτών των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, iii) προωθούνταν περαιτέρω η συμμόρφωση του ασκούμενου από το Ε.Σ. ελέγχου προς τα διεθνή ελεγκτικά πρότυπα του δημόσιου τομέα (INTOSAI Auditing Standards 2.2.2.-2.2.30). Όμως το υπόψη σχέδιο π.δ/τος δεν έτυχε της αποδοχής της Ολομέλειας του Ε.Σ. και ως εκ τούτου παρά τις πιέσεις των δανειστών δεν εκδόθηκε.

9. Ενόψει των ανωτέρω που συνεπάγονται τον περιορισμό των ελεγκτικών αρμοδιοτήτων του εξωτερικού ελεγκτή (Ε.Σ.), όσον αφορά στον καθολικό προληπτικό έλεγχο των δημόσιων δαπανών, θεωρείται αδιανόητη η αποχώρηση και του Υπουργού Οικονομικών από τον έλεγχο αυτό και η καθολική ανάληψή του από τις Γ.Δ.Ο.Υ. χωρίς κανένα περαιτέρω έλεγχο (προ της προπληρωμής της δαπάνης).

Περαιτέρω η αποχώρηση του ΥΠΟΙΚ από τον προληπτικό έλεγχο των δημόσιων δαπανών δεν αντισταθμίζεται από τους δειγματοληπτικούς και μετά την πληρωμή των δαπανών (κατασταλτικά) ελέγχους του ν. 3492/2006 καθόσον: α) οι Υπηρεσίες της Γ.Δ.Δ.Ε. στερούνται του απαιτούμενου ελεγκτικού προσωπικού και ως εκ τούτου υπολειτουργούν, β) ο ασκούμενος έλεγχος είναι δειγματοληπτικός και διενεργείται κατασταλτικά, γ) οι έλεγχοι των Υπηρεσιών αυτών θα πρέπει να κατευθύνονται κυρίως στους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης που δεν ελέγχονται από όργανα του ΥΠΟΙΚ, δ) το πεδίο εφαρμογής του ανωτέρω νόμου καταδικάζει τον έλεγχο του ΥΠΟΙΚ να εξαρτάται από την καλή διάθεση του ελεγχόμενου Υπουργού, ο οποίος συμπράττει στην έκδοση της Υ.Α. του άρθρου 3 του νόμου αυτού (βλ. περιπτώσεις εποπτευόμενων από το Υπουργείο Υγείας Φορέων, Μητροπόλεις, Θρησκευτικά Ιδρύματα κ.λπ.).

Τέλος η ανάπτυξη του εσωτερικού ελέγχου αποσκοπεί στον έλεγχο τήρησης αποκλειστικά των προβλεπόμενων διαδικασιών και δεν ταυτίζεται με το διενεργούμενο σήμερα προληπτικό έλεγχο των δαπανών

  Δ. ΕΠΙΜΕΤΡΟ

Όλα τα ανωτέρω είχαμε επισημάνει στο σχετικό άρθρο μας που δημοσιεύθηκε στη «Ν» στις 30 Ιουνίου 2015, στο οποίο και είχαμε απευθύνει έκκληση στον Υπουργό Οικονομικών, αφού ενημερωθεί πλήρως για τα τεκταινόμενα να αποτρέψει την επερχόμενη καταστροφή. Εις μάτην όμως καθώς απευθυνθήκαμε εις ώτα μη ακουόντων. Αδυνατούμε να πιστεύσουμε ότι εν γνώσει του και δια της υπογραφής του στο σχετικό νόμο συγκατένευσε στον ευνουχισμό των αρμοδιοτήτων του που οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στη διασπάθιση του δημοσίου χρήματος και στην επαύξηση των ελλειμμάτων.

Πολλά θα μπορούσαν να γραφτούν προκειμένου να αναλυθούν εκτεταμένα οι συνέπειες της νομοθετικής ρύθμισης και της αποτυχίας του κατασταλτικού ελέγχου να ανακτήσει το παρανόμως καταβληθέν δημόσιο χρήμα. Θα ήταν όμως κατάχρηση της φιλοξενίας μας στην αγαπητή «Ν». Όμως αν χρειαστεί είτε προκληθούμε από αναγνώστες που για οποιοδήποτε λόγο δε συμφωνούν ή απορρίπτουν τις απόψεις μας, θα επανέλθουμε με απτά παραδείγματα.

Ενόψει των ανωτέρω θεωρούμε ότι υπάρχουν ακόμη περιθώρια για συνεννόηση με τους δανειστές πλέον, για τροποποίηση της προαναφερόμενης και πρόσφατα θεσπισθείσας νομοθετικής ρύθμισης λαμβάνοντας υπόψη τόσο την ελληνική πραγματικότητα, όσο και τη βέβαιη κρίσης αυτής από το Ε.Σ. ως αντισυνταγματικής.