Skip to main content

Ποιος χαίρεται για την αποβιομηχάνιση;

REUTERS/Konstantin Chernichkin

Μπορεί η Ευρώπη να πολεμήσει σε έναν πόλεμο χωρίς βιομηχανίες, με διακοπές ρεύματος και πληθωρισμό εκτός ελέγχου που τροφοδοτείται από εξωγενείς παράγοντες;

Η κατανάλωση φυσικού αερίου στην Ευρώπη τον Νοέμβριο μειώθηκε κατά 25% σε σύγκριση με πριν από 12 μήνες. Οι Financial Times γράφουν ότι η εξέλιξη αυτή είναι στο πλαίσιο μείωσης της εξάρτησης από τη Ρωσία μέσω «αλλαγών που περιορίζουν τη ζήτηση».

Οι υψηλές τιμές του φυσικού αερίου έχουν καταφέρει να αποθαρρύνουν τη χρήση του. Στο χρηματιστήριο του Άμστερνταμ  η τιμή του φυσικού αερίου έφτασε κοντά στα 150 ευρώ MW/h.

Το φυσικό αέριο συνεχίζει να αυξάνεται στην Ευρώπη όπως και οι λογαριασμοί, καθώς έχει ξεκινήσει η περίοδος της θέρμανσης .

Το πρόβλημα είναι ότι η τιμή του φυσικού αερίου έχει σταθεροποιηθεί σε επίπεδα που παραμένουν υψηλά: ακόμη και αν μειωθεί η κατανάλωση, οι λογαριασμοί παραμένουν πολύ υψηλότεροι από ό,τι πριν από ένα χρόνο. Και οι τιμές των καταναλωτικών αγαθών θα συνεχίσουν να ενσωματώνουν αυτή την αύξηση της ενέργειας. Ως αποτέλεσμα, η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών μειώνεται.

Η μείωση της κατανάλωσης φυσικού αερίου κινδυνεύει να προκαλέσει ένα κύμα εφησυχασμού. Πίσω από την ικανοποίηση για τη λειτουργία της «αγοράς», κρύβεται η κατάρρευση της βιομηχανικής κατανάλωσης και η πτώση της ευρωπαϊκής μεταποιητικής δραστηριότητας.

Η αγορά είναι «επιτυχημένη» επειδή οι εταιρείες χρησιμοποιούν λιγότερο φυσικό αέριο και αγοράζουν λιγότερη ηλεκτρική ενέργεια λόγω των τιμών κοινής ωφέλειας που είναι πολλαπλάσιες από εκείνες του 2021. Πρόκειται δηλαδή για την περιγραφή μιας πορείας αποβιομηχάνισης που φαίνεται εμφανής από τότε που ξεκίνησε ο πόλεμος.

Ο δείκτης μεταποιητικής δραστηριότητας στην Ευρώπη (PMI) μειώθηκε από περίπου 58 το πρώτο τρίμηνο του έτους σε 47 και αυτή η τάση συνεχίζεται. Όσο περισσότερο οι τιμές παραμένουν υψηλές τόσο πιο αδύνατη καθίσταται η διατήρηση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.

Πίσω από αυτό κρύβεται το κλείσιμο εργοστασίων και επιχειρήσεων και η αύξηση της ανεργίας.

Εφόσον η κρίση είναι ευρωπαϊκή ιδιαιτερότητα, αυτό σημαίνει τη μόνιμη μεταφορά παραγωγικής ικανότητας εκτός Ευρώπης. Κάτι που ενισχύει ο λεγόμενος «νόμος για τη μείωση του πληθωρισμού» στην Αμερική. Που ενισχύει με δισεκατομμύρια δολάρια όσες επιχειρήσεις παράγουν «πράσινα» σε αμερικανικό έδαφος. Προκαλώντας φυγή κεφαλαίων από την ευρωπαϊκή στην αμερικανική ακτή του Ατλαντικού.

Βλέπουμε ήδη επενδυτικές αποφάσεις εταιρειών που κλείνουν από τη μια πλευρά και επενδύουν εκατοντάδες εκατομμύρια ή δισεκατομμύρια ευρώ για να ανοίξουν νέα εργοστάσια στην Αμερική.

Η ενεργειακή κρίση είναι συνώνυμο του πληθωρισμού τόσο για το κόστος κοινής ωφέλειας όσο και επειδή η απώλεια της παραγωγικής ικανότητας επηρεάζει την προσφορά και μειώνει τη διαθεσιμότητα αγαθών. Αυτό συμβαίνει σε ένα παγκόσμιο πλαίσιο διαταραγμένων αλυσίδων εφοδιασμού, τέλους της παγκοσμιοποίησης και εμπορικών πολέμων. Σημαίνει ότι ουδείς μπορεί να είναι σίγουρος πώς θα βρει ούτως ή άλλως, πάντα άλλον προμηθευτή.

Οι προοπτικές που συχνά προσφέρονται στο κοινό, από το υδρογόνο μέχρι την πυρηνική ενέργεια, δεν αποτελούν λύση στο πρόβλημα του τέλους της ευρωπαϊκής βιομηχανίας γιατί θα είχαν θετικές επιπτώσεις, αρκετά  μετά την αποβιομηχάνιση. Επομένως, αναρωτιέται κανείς πώς μπορεί η Ευρώπη να πολεμήσει σε έναν πόλεμο, ελπίζουμε μόνο εμπορικό, χωρίς βιομηχανίες, με διακοπές ρεύματος και πληθωρισμό εκτός ελέγχου που τροφοδοτείται από εξωγενείς παράγοντες; Ο πόλεμος, έστω και μόνο εμπορικός, απαιτεί μια σταθερή οικονομία και επενδύσεις για την ανοικοδόμηση της παραγωγικής ικανότητας. Αυτό μπορούν, για παράδειγμα, να το κάνουν οι Ηνωμένες Πολιτείες που ανακοινώνουν μια επένδυση 40 δισεκατομμυρίων δολαρίων για ένα εργοστάσιο ημιαγωγών στην Αριζόνα. Κάτι που θα ήταν αδύνατο αν οι τιμές του ηλεκτρισμού ήταν ευρωπαϊκές.