Skip to main content

Το κοινωνικο-πολιτικό πλαίσιο της μεταρρύθμισης του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης

Του Θάνου Λιάπα,
Διδάκτορα Πολιτικής Επιστήμης, European
University Viadrina – Η ανάλυση περιλαμβάνεται στο 8ο Δελτίο Διεθνών & Ευρωπαϊκών Εξελίξεων του Ινστιτούτου ΕΝΑ που δημοσιεύεται αύριο στο www.enainstitute.org

Το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΣΣΑ) θεσπίστηκε το 1997 με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ με σκοπό την επίβλεψη των δημοσιονομικών θέσεων των κρατών-μελών, του συντονισμού των οικονομικών πολιτικών και την εφαρμογή της διαδικασίας που αφορά τα υπερβολικά ελλείμματα. Προέβλεπε ότι κάθε κράτος δεν θα πρέπει να έχει έλλειμμα μεγαλύτερο του 3% και δημόσιο χρέος που να υπερβαίνει το 60% του ΑΕΠ. Στη διάρκεια της κρίσης της Ευρωζώνης και λόγω του υψηλού ελλείμματος και χρέους πολλών χωρών -κυρίως της νότιας περιφέρειας, θεσπίστηκαν μηχανισμoί παρακολούθησης και «τιμωρίας» σε περίπτωση παραβίασής των κανόνων του.

Η πανδημία όμως ανάγκασε την ΕΕ να αναστείλει την εφαρμογή του ΣΣΑ μέχρι και το τέλος του 2022 -και λόγω του πολέμου στην Ουκρανία, δόθηκε εκ νέου παράταση μέχρι και το τέλος του 2023, – έτσι ώστε να δώσει στα κράτη-μέλη τη δυνατότητα να εφαρμόσουν επεκτατικές δημοσιονομικές πολιτικές ούτως ώστε να αντιμετωπίσουν τις οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις της πανδημίας και των lockdown. Ως απάντηση στις επιπτώσεις του Covid-19, η ελληνική κυβέρνηση εφάρμοσε μια δέσμη δημοσιονομικών μέτρων συνολικού ύψους περίπου 13,7% του ΑΕΠ (23,5 δισ. ευρώ) το 2020, προκειμένου να αμβλύνει τις επιπτώσεις του σοκ και να συμβάλει στην επαναφορά της οικονομίας σε τροχιά ανάπτυξης. Επιλεγμένα μέτρα στήριξης παρατάθηκαν παράλληλα με την επιβολή νέων περιορισμών στην κυκλοφορία τον Νοέμβριο του 2020 και τον Μάρτιο του 2021, αυξάνοντας το κόστος των δημοσιονομικών μέτρων σε περίπου 8,5% του ΑΕΠ το 2021. Σύμφωνα με την επίσημη εκτίμηση, οι σωρευτικές δαπάνες της Ελλάδας το 2020 και τους πρώτους τέσσερις μήνες του 2021 ανήλθαν στο 20,2% του ΑΕΠ, ενώ άλλες χώρες της Ευρωζώνης με παρόμοια σε αυστηρότητα lockdown δαπάνησαν την ίδια περίοδο το 46,2% (Ιταλία), 43,1% (Γερμανία), 24,8% (Γαλλία), 22,8% (Ισπανία) και 11,7% (Πορτογαλία) του ΑΕΠ (IMF, 2021α).

Το κόστος των μέτρων αυτών αύξησε το δημόσιο χρέος. Ο μέσος όρος χρέους της Ευρωζώνης ανήλθε στο 96% το 2021, ενώ το χρέος της Ελλάδας είναι στο 190% (έφθασε έως και 209% το 2020), της Ιταλίας στο 150% και της Γαλλίας στο 114% του ΑΕΠ πράγμα που καθιστά τα όρια που θέτει το ΣΣΑ μη ρεαλιστικά. Έτσι έχει αρχίσει εδώ και μήνες μία συζήτηση στην Ευρώπη που επικεντρώνεται στο τι περιεχόμενο θα έχει η αναθεώρησή του.

Τα κοινωνικοπολιτικά στρατόπεδα που διαμορφώνονται έχουν ως εξής: Από τη μία στοιχίζονται οι κυβερνήσεις του Νότου (συν τη Γαλλία), οι οποίες με λιγότερο ή περισσότερο έντονο τρόπο εκφράζουν τη θέση ότι το ΣΣΑ θα πρέπει να γίνει περισσότερο ελαστικό, να προσανατολίζεται προς την ανάπτυξη και να συνδυαστεί με την μονιμοποίηση κάποιου είδους μηχανισμού ανακατανομής πόρων όπως το Ταμείο Ανάκαμψης. Πρόκειται για το μπλοκ εκείνο το οποίο στην αρχή της πανδημίας είχε ζητήσει την έκδοση κοινού ευρωπαϊκού χρέους (κορονο-ομόλογα) και το οποίο αντιλαμβάνεται ότι εκ νέου λιτότητα δεν θα είναι πολιτικά βιώσιμη αλλά και θα δυσχεράνει την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση, η οποία αποτελεί βασική προϋπόθεση για να μπορέσει η Ευρώπη να παραμείνει ανταγωνιστική σε παγκόσμια κλίμακα. Ο ιταλικός σύνδεσμος βιομηχάνων, Confidunstria έχει ταχθεί ανοικτά υπέρ της μονιμοποίησης ενός μηχανισμού μεταφοράς πόρων. Από τον ΣΕΒ δεν φαίνεται να έχει υπάρξει κάποια δημόσια τοποθέτηση για το θέμα.

Από την άλλη έχουμε το μπλοκ των πλεονασματικών χωρών και των αστικών τους τάξεων οι οποίες επιδιώκουν μία ήπια αναθεώρηση του ΣΣΑ που στην πραγματικότητα θα το κάνει πιο αξιόπιστο. Στο μπλοκ αυτό παρατηρούνται όμως εσωτερικές διαφοροποιήσεις. Ο Σύνδεσμος Γερμανών Βιομηχάνων, ο οποίος εκφράζει το πλέον διεθνοποιημένο τμήμα της γερμανικής αστικής τάξης είχε υποστηρίξει στο παρελθόν ότι το νέο ΣΣΑ θα πρέπει να είναι «περισσότερο ευέλικτο και λιγότερο προ-κυκλικό», δηλαδή σε περιόδους ύφεσης το κράτος να ακολουθεί επεκτατική δημοσιονομική πολιτική και όχι περιοριστική λιτότητα. Στην ίδια κατεύθυνση και το Business Europe που προτάσσει τη μείωση της προ-κυκλικότητας, αν και προς το παρόν δεν έχει προβεί σε αναλυτική δημόσια τοποθέτηση. Επιπλέον, αναγνωρίζει ότι -λόγω δυστοκίας του ιδιωτικού τομέα σε ό,τι αφορά την υλοποίηση πολύ μεγάλων επενδύσεων σε υποδομές μόνο το κράτος μπορεί να αναλάβει το κόστος για τη δίδυμη μετάβαση, την πράσινη και ψηφιακή, η ταχεία και αποτελεσματική υλοποίηση της οποίας είναι όρος επιβίωσης στον παγκόσμιο ανταγωνισμό.  Μάλιστα, όπως εμφατικά επισημαίνουν, και η ίδια η Γερμανία χρειάζεται να εφαρμόσει μία νέα βιομηχανική πολιτική που θα χρηματοδοτηθεί από το κράτος για να μπορέσει να ανταγωνιστεί ΗΠΑ και Κίνα, στις οποίες το κράτος ενισχύει έμμεσα ή άμεσα την βιομηχανία. Παρόλα αυτά απορρίπτει τη μονιμοποίηση του Ταμείου Ανάκαμψης.

Αντίθετα, τμήματα της μικρομεσαίας γερμανικής αστικής τάξης που έχουν κυρίως δραστηριότητες εντός Γερμανίας, θεωρούν ότι το ΣΣΑ πρέπει να διατηρήσει τον αυστηρό και τιμωρητικό/πειθαρχικό, εν πολλοίς, χαρακτήρα του. Η σύγκρουση αυτή εκφράζεται και σε πολιτικό επίπεδο εντός της Γερμανικής κυβέρνησης με το FDP, του οποίου ο ηγέτης, Κρ. Λίντνερ είναι υπουργός Οικονομικών να εκπροσωπεί την πιο σκληρή στάση. Σε πρόσφατη συνέντευξή του δήλωσε ότι η θέση που θα έχει η γερμανική κυβέρνηση στις διαπραγματεύσεις για την αναθεώρηση του ΣΣΑ είναι να διατηρηθούν τα ήδη υπάρχοντα όρια (60% χρέος, 3% έλλειμμα), να γίνουν όμως πιο ευέλικτα, ενώ οι κανόνες να γίνουν πιο δεσμευτικοί, ιδίως όσον αφορά την επιβολή τους. Έτσι πρότεινε οι μεσοπρόθεσμοι δημοσιονομικοί στόχοι να γίνουν δεσμευτικοί και τα κράτη να πρέπει να προσαρμόζουν τις διαρθρωτικές δημοσιονομικές τους θέσεις με ρυθμό 0,5% του ΑΕΠ ετησίως. Αυτό θα συνεπαγόταν σημαντικές απώλειες της κυριαρχίας των χωρών και ενίσχυση του ρόλου των ευρωπαϊκών ελεγκτικών μηχανισμών.

Ενδεικτική των ζυμώσεων είναι η πρόσφατη κοινή δήλωση των υπουργών Οικονομικών της Ισπανίας και της Ολλανδίας που φαίνεται να έχει κάνει κάποια βήματα προς τα εμπρός για τη γεφύρωση του χάσματος Νότου-Βορρά, υποστηρίζοντας ότι το νέο δημοσιονομικό πλαίσιο θα πρέπει να είναι «απλό», «διαφανές» και «αξιόπιστο», αλλά και «πιο αντικυκλικό» και «ρεαλιστικό» αντιμετωπίζοντας όλα τα κράτη μέλη ισότιμα. Στην εν λόγω δήλωση υπογραμμίζεται επίσης η  ανάγκη το ΣΣΑ να προετοιμάσει την ΕΕ για το επόμενο οικονομικό σοκ και να προωθήσει μεγαλύτερες επενδύσεις στην πράσινη και ψηφιακή μετάβαση. 

Σε αυτή τη συζήτηση μπήκε πρόσφατα και το ΔΝΤ. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η πρότασή του για τη δημιουργία μιας μόνιμης «Δημοσιονομικής Ικανότητας της ΕΕ» (fiscal capacity), κάτι σαν το Ταμείο Ανάκαμψης, η οποία θα χρηματοδοτηθεί μέσω κοινής έκδοσης χρέους, που θα μπορούσε να βοηθήσει τα μέλη της Ευρωζώνης να διαχειριστούν καλύτερα την οικονομική ύφεση και να χρηματοδοτήσει την πράσινη μετάβαση και την αυτονόμηση από τη ρωσική ενέργεια. Πρόκειται για μία πρόταση που εκφράζει τη στρατηγική αντίληψη ότι η διατήρηση της συνοχής της ΕΕ, ενόψει και των ευρύτερων γεωπολιτικών ανταγωνισμών, είναι σημαντικότερη από τα επιμέρους συμφέροντα της Γερμανίας και των άλλων πλεονασματικών χωρών. Το ΔΝΤ είναι γνωστό ότι διατηρεί ήδη από τα πρώτα χρόνια της κρίσης μία στάση υπέρ της περαιτέρω αμοιβαιοποίησης του χρέους των χωρών της Ευρωζώνης. Σε παρόμοια κατεύθυνση έχουν κινηθεί στο παρελθόν επιφανείς εκπρόσωποι του χρηματοπιστωτικού συστήματος, όπως ο G. Soros, ο οποίος υποστήριξε την έκδοση «αενάων ομολόγων» (perpetual bonds). Η θέση αυτή βρίσκει αντίθετο το μπλοκ κρατών γύρω από την Γερμανία. 

Από το περιεχόμενο της αναθεώρησης του ΣΣΑ ουσιαστικά θα κριθεί η πολιτική που «αριστερές» και «δεξιές» κυβερνήσεις θα εφαρμόσουν στις χώρες τους. Το τι περιεχόμενο θα λάβει τελικά η αναθεώρηση του ΣΣΑ θα είναι ακόμα πιο σημαντικό για εκείνες που θα έχουν μεγάλα ελλείμματα να «συμμαζέψουν», όπως η Ελλάδα. Προς το παρόν φαίνεται ότι η λύση που προκρίνεται είναι ένα μείγμα νεοφιλελευθερισμού, με πόρους που έρχονται με φθηνό – τουλάχιστον μέχρι τώρα – δανεισμό και από τις επιδοτήσεις του Ταμείου Ανάκαμψης. Πάντως η απορρόφηση των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης στην Ελλάδα παραμένει ιδιαιτέρως χαμηλή ενώ η αξιοποίησή τους αναπαράγει τις διαχρονικές παθογένειες του ελληνικού κοινωνικού και οικονομικού σχηματισμού. Τι γίνεται όμως τώρα που εν μέσω της αύξησης των επιτοκίων της ΕΚΤ, το κόστος δανεισμού αυξάνεται και πόσο μάλλον τι θα γίνει όταν «στερέψουν» τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης; Οικονομίες σαν την ελληνική θα αντιμετωπίσουν μεγάλα προβλήματα προσαρμογής σε περίπτωση που επανεργοποιηθεί το ΣΣΑ δίχως σοβαρά αναπτυξιακά αντίμετρα.

Η μεταρρύθμιση του ΣΣΑ αποτελεί – μαζί με τα ζητήματα της ενεργειακής αυτονομίας, της πράσινης και ψηφιακής μετάβασης αλλά και της ανάπτυξης ευρωπαϊκής αμυντικής και στρατιωτικής αυτονομίας– ένα από τα ακανθώδη ζητήματα που έχει να αντιμετωπίσει η ΕΕ το επόμενο διάστημα. Παράλληλα, η ΕΕ φαίνεται να βγαίνει η μόνη ξεκάθαρα χαμένη από τον πόλεμο στην Ουκρανία και αναδεικνύεται η αναντιστοιχία μεταξύ του οικονομικού της μεγέθους και του λιλιπούτειου γεωπολιτικού και στρατιωτικού της εκτοπίσματος. Τυχόν επαναφορά ενός αυστηρού ΣΣΑ που θα επιβάλει -εκ των πραγμάτων- πολιτικές λιτότητας θα προκαλέσει κοινωνικές εκρήξεις και πολιτικές εντάσεις. Αυτήν τη φορά όμως η παγκόσμια συγκυρία παρουσιάζεται περισσότερο πολύπλοκη απ’ ότι την περίοδο 2010-2015. Προς το παρόν, φαίνεται ότι οι ευρωπαϊκές οικονομικές και πολιτικές ελίτ δεν θα μπορέσουν να υπερβούν με θετικό τρόπο τις δικές τους αντιφάσεις και θα περιοριστούν σε ημίμετρα μεταφέροντας το πρόβλημα για την επόμενη μέρα. Είναι όμως αμφίβολο, εάν θα κατορθώσουν και αυτήν την φορά να «κερδίσουν χρόνο» και να αποφύγουν τις τάσεις αποσύνθεσης.