Μία από τις πιο σημαντικές και αμφιλεγόμενες συμφωνίες της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής στη Μέση Ανατολή ενέκρινε ο Ντόναλντ Τραμπ, δίνοντας το πράσινο φως για την ανάπτυξη πυρηνικού προγράμματος στη Σαουδική Αραβία.
Η συμφωνία, η οποία σύμφωνα με αμερικανικά μέσα ενημέρωσης θα έχει διάρκεια 30 ετών, μπορεί να αποφέρει συμβόλαια δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων σε αμερικανικές εταιρείες και να ενισχύσει αποφασιστικά τους δεσμούς Ουάσιγκτον και Ριάντ.
Ταυτόχρονα, όμως, δημιουργεί ένα εξαιρετικά ευαίσθητο προηγούμενο: αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο να κατασκευαστεί στο βασίλειο μονάδα εμπλουτισμού ουρανίου, προκαλώντας φόβους ότι η συμφωνία μπορεί να λειτουργήσει ως αφετηρία μιας νέας πυρηνικής κούρσας στη Μέση Ανατολή.
Αμερικανικοί αντιδραστήρες και συμφωνίες δισεκατομμυρίων
Ο σχεδιασμός προβλέπει ότι αμερικανικές εταιρείες θα αναλάβουν κεντρικό ρόλο στην κατασκευή πυρηνικών αντιδραστήρων και των υποδομών που απαιτούνται για το σαουδαραβικό πρόγραμμα. Το πρόγραμμα βεβαίως επισήμως προβλέπει την παραγωγή πυρηνικής ενέργειας για ρεύμα.
Μεταξύ των μεγαλύτερων δυνητικών ωφελημένων θεωρείται η Westinghouse Electric, η οποία κατασκευάζει τον αντιδραστήρα AP1000. Κάθε τέτοια μονάδα μπορεί να παράγει περίπου 1.100 μεγαβάτ ηλεκτρικής ενέργειας, ισχύ αρκετή για να καλύψει τις ανάγκες μιας μεσαίου μεγέθους πόλης ή ενός μεγάλου κέντρου δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης.
Για την κυβέρνηση Τραμπ, η συμφωνία δεν αποτελεί μόνο μία μεγάλη εμπορική ευκαιρία. Εντάσσεται και στην προσπάθεια αναβίωσης της αμερικανικής πυρηνικής βιομηχανίας, αλλά και στον στρατηγικό στόχο να αποκλειστούν η Ρωσία και η Κίνα από ένα πρόγραμμα μεγάλης οικονομικής και γεωπολιτικής σημασίας.
Η επίμαχη πρόβλεψη για εμπλουτισμό ουρανίου
Το πλέον αμφιλεγόμενο μέρος της συμφωνίας αφορά το ενδεχόμενο κατασκευής μονάδας εμπλουτισμού ουρανίου στη Σαουδική Αραβία.
Αμερικανοί και Σαουδάραβες αξιωματούχοι θα πραγματοποιήσουν διετή κοινή μελέτη, προκειμένου να κρίνουν αν ο εμπλουτισμός ουρανίου εντός του βασιλείου είναι εμπορικά βιώσιμος και αναγκαίος για το πυρηνικό του πρόγραμμα.
Εφόσον η μελέτη καταλήξει θετικά, η εγκατάσταση θα κατασκευαστεί από αμερικανικές εταιρείες με ένα σύστημα «μαύρου κουτιού». Η τεχνολογία θα παραμείνει υπό αμερικανικό έλεγχο, χωρίς να παραδοθούν στο Ριάντ οι ευαίσθητες τεχνικές γνώσεις που απαιτούνται για τη λειτουργία και την αναπαραγωγή της.
Η κυβέρνηση Τραμπ υποστηρίζει ότι με αυτόν τον τρόπο οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούν να εμποδίσουν την εκτροπή εμπλουτισμένου ουρανίου προς στρατιωτικές χρήσεις και να αποτρέψουν την επανεπεξεργασία χρησιμοποιημένων πυρηνικών καυσίμων για την παραγωγή πλουτωνίου.
Σε περίπτωση που η Ουάσιγκτον απορρίψει τελικά την κατασκευή της μονάδας, η Σαουδική Αραβία δεν θα μπορεί για μία δεκαετία να προχωρήσει σε εμπλουτισμό με δικά της μέσα ή με τη βοήθεια τρίτης χώρας.
Ο φόβος της πυρηνικής διάδοσης
Οι διαβεβαιώσεις αυτές δεν καθησυχάζουν τους επικριτές της συμφωνίας, οι οποίοι προειδοποιούν ότι ακόμη και ένα ειρηνικό πυρηνικό πρόγραμμα μπορεί να προσφέρει στη Σαουδική Αραβία την τεχνογνωσία και τις υποδομές για μια μελλοντική στρατιωτική επιλογή.
Ο πρίγκιπας διάδοχος Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν είχε δηλώσει ήδη από το 2018 ότι, εάν το Ιράν αποκτήσει πυρηνικό όπλο, η χώρα του θα ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο.
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η παρουσία φυγοκεντρητών και η ανάπτυξη εξειδικευμένου επιστημονικού προσωπικού μπορούν να μειώσουν σημαντικά τον χρόνο που θα χρειαζόταν μία χώρα για να περάσει από την πολιτική χρήση της πυρηνικής ενέργειας στην κατασκευή όπλου.
Παράλληλα, εκφράζονται φόβοι ότι η συμφωνία μπορεί να ασκήσει πίεση σε άλλες περιφερειακές δυνάμεις, όπως η Τουρκία, η Αίγυπτος και ακόμη και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, να ζητήσουν αντίστοιχες δυνατότητες.
Χωρίς το αυστηρότερο πρωτόκολλο του ΔΟΑΕ
Ένα δεύτερο κρίσιμο ζήτημα αφορά το καθεστώς των επιθεωρήσεων.
Η Σαουδική Αραβία δεν έχει αποδεχθεί το Πρόσθετο Πρωτόκολλο του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας, το οποίο δίνει στους επιθεωρητές διευρυμένες αρμοδιότητες πρόσβασης σε εγκαταστάσεις, δεδομένα και ύποπτες μη δηλωμένες τοποθεσίες.
Η κυβέρνηση Τραμπ υποστηρίζει ότι η διμερής συμφωνία με το Ριάντ θα προβλέπει επαρκείς μηχανισμούς ελέγχου για τις εγκαταστάσεις που θα κατασκευαστούν με αμερικανική τεχνολογία.
Οι επικριτές, ωστόσο, σημειώνουν ότι οι διμερείς εγγυήσεις δεν μπορούν να υποκαταστήσουν το διεθνές σύστημα επιθεωρήσεων, ιδιαίτερα στην περίπτωση δραστηριοτήτων που ενδέχεται να πραγματοποιούνται εκτός των αμερικανικών εγκαταστάσεων.

Σε αντίθεση με το «χρυσό πρότυπο» των Εμιράτων
Η συμφωνία διαφοροποιείται σημαντικά από εκείνη που είχαν υπογράψει οι Ηνωμένες Πολιτείες με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα το 2009.
Το Άμπου Ντάμπι είχε δεσμευθεί ότι δεν θα προχωρήσει ποτέ σε εγχώριο εμπλουτισμό ουρανίου ή επανεπεξεργασία χρησιμοποιημένων καυσίμων, αποδεχόμενο παράλληλα ενισχυμένους ελέγχους από τον Διεθνή Οργανισμό Ατομικής Ενέργειας.
Η συμφωνία εκείνη χαρακτηρίστηκε από τους ειδικούς ως το «χρυσό πρότυπο» της διεθνούς πυρηνικής συνεργασίας.
Η Σαουδική Αραβία έχει αρνηθεί μέχρι σήμερα να αναλάβει αντίστοιχες δεσμεύσεις, υποστηρίζοντας ότι έχει δικαίωμα να αξιοποιήσει τα κοιτάσματα ουρανίου που πιστεύει ότι διαθέτει και να αναπτύξει πλήρη εγχώρια αλυσίδα πυρηνικών καυσίμων.
Γιατί το Ριάντ θέλει πυρηνική ενέργεια
Η Σαουδική Αραβία υποστηρίζει ότι το πυρηνικό πρόγραμμα είναι απολύτως ειρηνικό και απαραίτητο για την κάλυψη των αυξανόμενων ενεργειακών αναγκών της.
Η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από πυρηνικούς αντιδραστήρες θα επέτρεπε στο βασίλειο να περιορίσει την κατανάλωση πετρελαίου στο εσωτερικό και να διαθέσει μεγαλύτερες ποσότητες για εξαγωγές, αυξάνοντας τα κρατικά έσοδα.
Το πυρηνικό πρόγραμμα εντάσσεται επίσης στο ευρύτερο σχέδιο οικονομικού μετασχηματισμού της χώρας, με το Ριάντ να επιδιώκει τη δημιουργία νέων βιομηχανιών, την ανάπτυξη τεχνολογικής τεχνογνωσίας και τη μείωση της εξάρτησης από τους υδρογονάνθρακες.
Η απουσία όρου για αναγνώριση του Ισραήλ
Η συμφωνία έχει και μία ιδιαίτερα σημαντική πολιτική διάσταση.
Η κυβέρνηση Μπάιντεν είχε συνδέσει την πυρηνική συνεργασία με την προϋπόθεση ότι η Σαουδική Αραβία θα εξομάλυνε τις σχέσεις της με το Ισραήλ και θα εντασσόταν στις Συμφωνίες του Αβραάμ.
Ο Ντόναλντ Τραμπ εξακολουθεί να πιέζει το Ριάντ προς αυτήν την κατεύθυνση, δεν καθιστά όμως την αναγνώριση του Ισραήλ προϋπόθεση για την πρόσβαση της Σαουδικής Αραβίας στην αμερικανική πυρηνική τεχνολογία.
Η επιλογή αυτή θεωρείται μεγάλη διπλωματική νίκη για τον Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, ο οποίος εξασφαλίζει ένα από τα βασικά στρατηγικά αιτήματα του βασιλείου χωρίς να υποχρεώνεται σε άμεση εξομάλυνση των σχέσεων με το Ισραήλ.

Η αντίφαση με την πίεση προς το Ιράν
Η χρονική στιγμή της συμφωνίας εντείνει ακόμη περισσότερο τις αντιδράσεις.
Η Ουάσιγκτον πιέζει το Ιράν να περιορίσει δραστικά το πυρηνικό του πρόγραμμα και να παραδώσει τα αποθέματα ουρανίου υψηλού εμπλουτισμού, την ώρα που επιτρέπει στον βασικό περιφερειακό του αντίπαλο να αναπτύξει ένα προηγμένο πολιτικό πυρηνικό πρόγραμμα.
Οι αξιωματούχοι της κυβέρνησης Τραμπ απορρίπτουν την κατηγορία περί διπλών προτύπων, υποστηρίζοντας ότι η διαφορά βρίσκεται στους μηχανισμούς ελέγχου και στην αμερικανική εποπτεία.
Οι επικριτές, αντίθετα, προειδοποιούν ότι το Ριάντ θα μπορούσε στο μέλλον να διεκδικήσει πλήρη έλεγχο των εγκαταστάσεων ή να χρησιμοποιήσει τη γνώση που θα αποκτήσουν οι Σαουδάραβες επιστήμονες για την ανάπτυξη μυστικού προγράμματος.
Δύσκολο να μπλοκαριστεί στο Κογκρέσο
Η συμφωνία αναμένεται να υποβληθεί στο Κογκρέσο για εξέταση, όπου ήδη διατυπώνονται σοβαρές επιφυλάξεις και από τα δύο κόμματα.
Ωστόσο, η ακύρωσή της θεωρείται ιδιαίτερα δύσκολη. Οι αντίπαλοί της θα πρέπει να περάσουν κοινό ψήφισμα από τη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία, ενώ ενδέχεται να χρειαστεί πλειοψηφία δύο τρίτων προκειμένου να παρακαμφθεί ένα πιθανό προεδρικό βέτο.
Η συμφωνία αναμένεται να υπογραφεί από τον υπουργό Ενέργειας των ΗΠΑ Κρις Ράιτ και τον Σαουδάραβα ομόλογό του, πρίγκιπα Αμπντουλαζίζ μπιν Σαλμάν.
Με το Κογκρέσο να καλείται πλέον να εξετάσει τους ακριβείς όρους της, η συμφωνία μετατρέπεται σε ένα κρίσιμο τεστ: κατά πόσο η Ουάσιγκτον μπορεί να ενισχύσει την αμερικανική πυρηνική βιομηχανία και να κρατήσει τη Ρωσία και την Κίνα μακριά από τη Σαουδική Αραβία, χωρίς ταυτόχρονα να ανοίξει τον δρόμο για μια επικίνδυνη εξάπλωση της πυρηνικής τεχνολογίας στη Μέση Ανατολή.
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












