Skip to main content

Το «μπιπ» που άλλαξε το παγκόσμιο εμπόριο

Η εφεύρεση που άνοιξε τον δρόμο για τα σύγχρονα logistics

Προσθέστε την «Ν» ως προτιμώμενη πηγή στο Google

Είναι λίγο μετά τις 08:00 το πρωί. Στο ταμείο ενός σούπερ μάρκετ της αλυσίδας Marsh, στην πόλη Τρόι του Οχάιο,η  ταμίας, Σάρον Μπιουκάναν, παίρνει από τον πάγκο ένα πακέτο τσίχλες Juicy Fruit.

Δεν χρειάζεται να πληκτρολογήσει την τιμή του, όπως έκανε μέχρι τότε με κάθε προϊόν. Το περνά μπροστά από μια περίεργη συσκευή που βρίσκεται δίπλα στην ταμειακή μηχανή. Ακούγεται ένας σύντομος ηλεκτρονικός ήχος. Μπιπ.

Το προϊόν κοστίζει 67 σεντς. Η συναλλαγή ολοκληρώνεται μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα.

Κανείς από τους ανθρώπους που βρίσκονται εκείνη τη στιγμή στο κατάστημα δεν αντιλαμβάνεται ότι γίνεται μάρτυρας μιας ιστορικής στιγμής. Το πρώτο barcode που σαρώνεται ποτέ σε εμπορική συναλλαγή ανοίγει τον δρόμο για μια από τις μεγαλύτερες επαναστάσεις στην ιστορία του παγκόσμιου εμπορίου. Το ημερολόγιο γράφει 26 Ιουνίου 1974.

Δεν αλλάζει απλώς ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούν τα ταμεία. Αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο κινούνται τα προϊόντα, οργανώνονται οι αποθήκες, γίνονται οι απογραφές και, τελικά, λειτουργεί ολόκληρη η παγκόσμια οικονομία.

Όταν κάθε προϊόν χρειαζόταν… ανθρώπινο χέρι

Σήμερα είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι υπήρξε εποχή χωρίς barcode.

Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970 κάθε προϊόν έπρεπε να φέρει χειροκίνητα μια αυτοκόλλητη ετικέτα τιμής. Οι ταμίες πληκτρολογούσαν έναν προς έναν όλους τους αριθμούς στις μηχανικές ταμειακές μηχανές, διαδικασία που απαιτούσε χρόνο και δημιουργούσε αμέτρητα λάθη.

Το μεγαλύτερο όμως πρόβλημα βρισκόταν μακριά από τα ταμεία. Οι επιχειρήσεις δεν γνώριζαν πραγματικά τι υπήρχε στις αποθήκες τους. Για να γίνει απογραφή, καταστήματα και αποθήκες συχνά έπρεπε να διακόψουν τη λειτουργία τους, ώστε εργαζόμενοι να μετρήσουν χειροκίνητα χιλιάδες προϊόντα.

Για μια μικρή επιχείρηση αυτό ήταν διαχειρίσιμο. Για μια αλυσίδα εκατοντάδων καταστημάτων, σχεδόν αδύνατο.

Η ιδέα που έμεινε στα συρτάρια για δεκαετίες

Η ιστορία του barcode αρχίζει πολύ νωρίτερα.

Το 1948, δύο Αμερικανοί φοιτητές, ο Νόρμαν Τζόζεφ Γούντλαντ και ο Μπέρναρντ Σίλβερ, αναζητούν έναν τρόπο ώστε τα προϊόντα να «διαβάζονται» αυτόματα από τις ταμειακές μηχανές. Η έμπνευση λέγεται ότι έρχεται από τον κώδικα Μορς: αντί για τελείες και παύλες, δημιουργούν γραμμές διαφορετικού πάχους.

Η ιδέα είναι πρωτοποριακή, αλλά η τεχνολογία της εποχής δεν μπορεί ακόμη να την υποστηρίξει. Οι υπολογιστές είναι ακριβοί, οι σαρωτές αναξιόπιστοι και οι επιχειρήσεις δεν είναι διατεθειμένες να επενδύσουν εκατομμύρια σε κάτι που μοιάζει περισσότερο με επιστημονική φαντασία.

Χρειάζεται να περάσουν σχεδόν τρεις δεκαετίες μέχρι να εμφανιστεί η IBM και ο μηχανικός Τζορτζ Λόρερ, ο οποίος σχεδιάζει τον γραμμωτό κώδικα που χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα ως Universal Product Code (UPC).

Το στοίχημα των εκατομμυρίων

Η υιοθέτηση του barcode δεν ήταν καθόλου αυτονόητη. Τα σούπερ μάρκετ έπρεπε να εγκαταστήσουν πανάκριβους σαρωτές λέιζερ, να αντικαταστήσουν τα ταμεία τους και να εκπαιδεύσουν το προσωπικό.

Την ίδια στιγμή, οι βιομηχανίες τροφίμων υποχρεώνονταν να επανασχεδιάσουν όλες τις συσκευασίες τους ώστε να τυπώνουν τον νέο κωδικό. Πολλοί πίστευαν ότι το κόστος δεν θα αποσβεστεί ποτέ. Η πραγματικότητα αποδείχθηκε εντελώς διαφορετική.

Το «κλειδί» των σύγχρονων logistics

Με το barcode κάθε πώληση μετατρεπόταν αυτομάτως σε πληροφορία.

Το σύστημα γνώριζε αμέσως ποιο προϊόν είχε πουληθεί, πόσα τεμάχια απέμεναν στο ράφι και πότε έπρεπε να γίνει νέα παραγγελία από την αποθήκη.

Οι απογραφές που άλλοτε διαρκούσαν ημέρες άρχισαν να ολοκληρώνονται μέσα σε λίγες ώρες.

Οι επιχειρήσεις απέκτησαν για πρώτη φορά αξιόπιστα στοιχεία για τις καταναλωτικές συνήθειες: ποια προϊόντα πουλούν περισσότερο, ποιες ώρες υπάρχει αυξημένη ζήτηση, ποια αγαθά αγοράζονται συνδυαστικά.

Δεν ήταν απλώς μια τεχνολογική αναβάθμιση. Ήταν η αρχή της εποχής των δεδομένων στο λιανεμπόριο.

Παράλληλα, το barcode έγινε η κοινή «γλώσσα» του διεθνούς εμπορίου. Ένα προϊόν που κατασκευάζεται στην Ασία μπορεί να αναγνωριστεί ακαριαία σε ένα λιμάνι, μια αποθήκη ή ένα σούπερ μάρκετ οπουδήποτε στον κόσμο.

Χωρίς αυτή την εξέλιξη, η σημερινή εικόνα των παγκόσμιων αλυσίδων εφοδιασμού δύσκολα θα μπορούσε να υπάρξει.

Από το barcode στα QR και την τεχνητή νοημοσύνη

Περισσότερα από πενήντα χρόνια αργότερα, οι ασπρόμαυρες γραμμές εξακολουθούν να βρίσκονται σχεδόν πάνω σε κάθε προϊόν που αγοράζουμε.

Ωστόσο, η τεχνολογία εξελίσσεται.

Τα QR codes αποθηκεύουν πολύ περισσότερες πληροφορίες, ενώ τα RFID μικροτσίπ επιτρέπουν στις αποθήκες να αναγνωρίζουν εκατοντάδες προϊόντα ταυτόχρονα, χωρίς καν να απαιτείται οπτική επαφή με τον σαρωτή.

Η τεχνητή νοημοσύνη, η ρομποτική και οι αυτοματοποιημένες αποθήκες χτίζουν ήδη το επόμενο κεφάλαιο των logistics. Όμως η βασική ιδέα παραμένει αμετάβλητη: κάθε φυσικό προϊόν πρέπει να μετατρέπεται σε ψηφιακή πληροφορία.

Και αυτή η ιδέα μπήκε για πρώτη φορά στην καθημερινότητα ένα καλοκαιρινό πρωινό του 1974, όταν μια ταμίας πέρασε μπροστά από έναν σαρωτή ένα πακέτο τσίχλες και ακούστηκε ένα ανεπαίσθητο, σχεδόν αδιάφορο «μπιπ».

Ένας ήχος που έμελλε να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο κινείται το παγκόσμιο εμπόριο.

Προτιμώμενη πηγή στην Google

Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.