Skip to main content

Σπάνιες γαίες: Η απεξάρτηση από την Κίνα (μπορεί να) ξεκινάει από αυτή την ευρωπαϊκή πόλη

Η Κίνα έχει το μονοπώλιο- Πώς η Ευρώπη θα μπορούσε να ικανοποιήσει μέσω της εγχώριας παραγωγής μέρος της ζήτησης

Από το έρβιο που βρίσκεται στα καλώδια οπτικών ινών μέχρι το δυσπρόσιο και το νεοδύμιο που συναντάμε στις ανεμογεννήτριες, τα ραντάρ και τα αμυντικά συστήματα, οι σπάνιες γαίες είναι πανταχού παρούσες και απαραίτητες για τα πάντα, από τα smartphones και τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα μέχρι την στρατιωτική τεχνολογία.

Αν και το όνομά τους υπονοεί το αντίθετο, οι σπάνιες γαίες μόνο σπάνιες δεν είναι. Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα, δεν είναι προσβάσιμες σε όλους καθώς προέρχονται σε μεγάλο βαθμό από μία μόνο χώρα: την Κίνα.

Το Πεκίνο ελέγχει περίπου το 60% της παγκόσμιας παραγωγής σπάνιων γαιών και σχεδόν το 90% της κατεργασίας τους. Παράγει επίσης το 90% της παγκόσμιας προσφοράς των «βαρέων» μετάλλων σπάνιων γαιών, όπως το ύττριο και το δυσπρόσιο.

Πέρυσι, η Ευρωπαϊκή Ένωση αγόρασε το 46% των σπάνιων γαιών της από την Κίνα και το 28% από τη Ρωσία. Η Γερμανία εξαρτάται από την Κίνα για το 69% των εισαγωγών της.

«Έλλειψη βιομηχανικής στρατηγικής»

Όσο οι εμπορικές σχέσεις της Δύσης με την Κίνα κυλούσαν σχετικά ομαλά, αυτή η συναλλαγή θεωρούνταν χαρακτηριστικό παράδειγμα της παγκοσμιοποίησης. Επέτρεψε στην Ευρώπη να αναθέτει σε εξωτερικούς συνεργάτες σχεδόν όλες τις εξειδικευμένες, επίπονες και εξαιρετικά ρυπογόνες εργασίες που απαιτούνται για την εξαγωγή και την επεξεργασία αυτών των ουσιών.

Τον Απρίλιο, ωστόσο, η Κίνα απαντώντας στις αμερικανικές απειλές για δασμολογικούς περιορισμούς ανέστειλε τις εξαγωγές επτά σπάνιων γαιών, μαζί με εννέα άλλα στρατηγικά ορυκτά. Πλέον, μπορεί να τα αγοράσει κανείς μόνο με άδεια, η οποία μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή.

Το κινεζικό μονοπώλιο των σπάνιων γαιών έχει αποδειχθεί ένα δυνατό χαρτί δίνοντας προβάδισμα στο Πεκίνο, σε εμπορικό και γεωπολιτικό επίπεδο.

«Η Κίνα έχτισε αυτή τη θέση πολύ συστηματικά και, αν δούμε την κατάσταση από την πλευρά του δυτικού κόσμου, πρόκειται για καθαρή αμέλεια και έλλειψη βιομηχανικής στρατηγικής που επέτρεψε να συμβεί αυτό», σχολιάζει ο Γενς Γκούτσμερ, διευθυντής του Ινστιτούτου Helmholtz Freiberg για την Τεχνολογία Πόρων στη Γερμανία.

Τρεις προϋποθέσεις

Πλέον το ερώτημα είναι κατά πόσον είναι ακόμη δυνατό η Ευρώπη να απελευθερωθεί από αυτήν την εξάρτηση επενδύοντας στη δική της παραγωγή. Για να γίνει αυτό, σύμφωνα με τον Χάραλντ Έλσνερ του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Ινστιτούτου Γεωεπιστημών και Φυσικών Πόρων, χρειάζονται τρία πράγματα.

Το πρώτο είναι ένα οικονομικά βιώσιμο κοίτασμα σπάνιων γαιών. Στη συνέχεια, έρχεται η τεχνογνωσία που απαιτείται για την επεξεργασία και, τέλος, τα τοξικά υποπροϊόντα αυτών των διεργασιών πρέπει να αποθηκευτούν με ασφάλεια.

Το σίγουρο είναι πάντως ότι δεν μιλάμε για μια εύκολα υπόθεση, και αυτό το αποδεικνύει η ίδια η Κίνα. Η κυριαρχία της χώρας βασίζεται στο ορυχείο του Μπαγιάν Όμπο στην Εσωτερική Μογγολία, το οποίο ανακαλύφθηκε πριν από σχεδόν έναν αιώνα και κάποτε θεωρείτο ότι περιέχει το 70% των γνωστών σπάνιων γαιών στον κόσμο.

Η γύρω περιοχή Μπαοτού έγινε το μεγαλύτερο κέντρο επεξεργασίας σπάνιων γαιών στον πλανήτη τη δεκαετία του ’90, καθώς τότε άρχιζε να απογειώνεται η παγκόσμια ζήτηση για τα στοιχεία αυτά. Πλέον είναι μια ζώνη διάσημη για την περιβαλλοντική καταστροφή που έχει υποστεί, με υψηλά ποσοστά καρκίνου να καταγράφονται στα κοντινά χωριά και τις λίμνες της περιοχής να είναι γεμάτες επιβλαβή μαύρη λάσπη.

Το κοίτασμα Per Geijer

Οι ειδικοί πάντως εκτιμούν ότι θεωρητικά η Ευρώπη θα μπορούσε να ξεπεράσει όλα αυτά τα προβλήματα. Τα τελευταία χρόνια έχουν εντοπιστεί πολλά μεγάλα και υψηλής ποιότητας κοιτάσματα σπάνιων γαιών στις σκανδιναβικές χώρες, συμπεριλαμβανομένων του συμπλέγματος Fen στη Νορβηγία, του Norra Karr στη νότια Σουηδία και του Sokli στη φινλανδική Λαπωνία.

Τα αποθέματα της Γροιλανδίας πιστεύεται πλέον ότι είναι πολύ μεγαλύτερα ακόμη και από αυτά του Μπαγιάν Όμπο, αν και είναι σε απομακρυσμένη περιοχή και δεν υπάρχει ακόμη υποδομή για την εξόρυξή τους.

Από όλες τις πιθανές περιοχές της Ευρώπης, την μεγαλύτερη αίσθηση έχει προκαλέσει η ανακάλυψη του κοιτάσματος Per Geijer από την εταιρεία LKAB, κοντά στην Κιρούνα της Σουηδίας. Και αυτό κυρίως επειδή βρίσκεται ακριβώς δίπλα στο μεγαλύτερο ορυχείο σιδηρομεταλλεύματος της ευρωπαϊκής ηπείρου.

Κανείς δεν ξέρει ακριβώς τι υπάρχει στην περιοχή, αλλά η LKAB εκτιμά ότι θα μπορούσε να περιέχει έως και δύο δισεκατομμύρια τόνους σπάνιων γαιών, ή αρκετή ποσότητα για να καλύψει περίπου το 20% της ετήσιας ζήτησης της Ευρώπης.

Εάν το κοίτασμα είναι τόσο καλό όσο υποψιάζεται η LKAB, η εξόρυξη θα μπορούσε να ξεκινήσει τη δεκαετία του 2030.

Η τεχνογνωσία

Το τι μπορεί να γίνει με το μετάλλευμα είναι ένα άλλο ερώτημα. Οι σπάνιες γαίες εμφανίζονται πάντα σε ένα μείγμα, με ραδιενεργό ουράνιο και θόριο. Ο διαχωρισμός των μεμονωμένων στοιχείων είναι τόσο δύσκολος που ορισμένα από αυτά δεν είχαν καν ταυτοποιηθεί μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα.

Αυτή η τεχνογνωσία σχεδόν δεν συναντάται στη Δύση. Υπάρχει μόνο σε δύο εγκαταστάσεις: το εργοστάσιο Solvay στο γαλλικό λιμάνι της Λα Ροσέλ και ένα πρώην εργοστάσιο επεξεργασίας ουρανίου στο Σιλαμάε της Εσθονίας, το οποίο ήταν κάποτε μια κλειστή πόλη πυρηνικής τεχνολογίας όταν η χώρα ήταν μέρος της Σοβιετικής Ένωσης.

Η τεχνογνωσία αυτή συναντάται επίσης σε μια ομάδα βετεράνων της Λα Ροσέλ, οι οποίοι έχουν βγει από τη σύνταξη για να ενταχθούν σε μια νεοσύστατη επιχείρηση με έδρα τη Λυών, την Carester. Η εταιρεία έχει συγκεντρώσει τουλάχιστον 216 εκατομμύρια ευρώ από Ιάπωνες επενδυτές και το γαλλικό κράτος για την κατασκευή ενός εργοστασίου ανακύκλωσης και επεξεργασίας σπάνιων γαιών στο Λακ, λίγα μίλια βόρεια των Πυρηναίων.

Η Carester δήλωσε ότι το εργοστάσιο θα έχει τελικά αρκετή χωρητικότητα για να καλύψει το 15% της παγκόσμιας ζήτησης για βαριές «πρόσθετες ουσίες» σπάνιων γαιών, στοιχεία που είναι κρίσιμα για την κατασκευή σύγχρονων μαγνητών, λέιζερ και οπτικών ινών.

Ένα ακόμη εργοστάσιο ανακύκλωσης σπάνιων γαιών άνοιξε πέρυσι στο Μπίτερφελντ-Βόλφεν, το παλιό κέντρο της κομμουνιστικής χημικής βιομηχανίας της Ανατολικής Γερμανίας.

Θα αντιδράσει το Πεκίνο;

Οι ειδικοί πάντως διχάζονται ως προς το κατά πόσον όλα αυτά συνιστούν μια επαρκώς ισχυρή βάση για μια ευρωπαϊκή αλυσίδα εφοδιασμού σπάνιων γαιών.

Το πρόβλημα δεν θεωρείται τόσο η γεωλογία ή η τεχνολογία, αλλά τα χρήματα και η πολιτική βούληση, σύμφωνα με τον Γκούτσμερ. Όπως είπε, είναι ήδη δύσκολο για τους παίκτες στη μικροσκοπική ευρωπαϊκή σκηνή να ανταγωνιστούν τις τεράστιες οικονομίες κλίμακας που παρέχονται στους Κινέζους αντιπάλους τους.

Η ανησυχία έγκειται στην πιθανότητα η Κίνα να προσπαθήσει να «πολεμήσει» όποια ευρωπαϊκή βιομηχανία προσπαθήσει να ευημερήσει στον χώρο των σπάνιων γαιών, ξεκινώντας έναν πόλεμο τιμών που θα μπορούσε να έχει μόνο έναν νικητή.

Ωστόσο, ο Έλσνερ εκτιμάει ότι υπάρχει και τρίτη οδός μεταξύ της επιδίωξης ενός βαθμού ανεξαρτησίας και της αποδοχής της εξάρτησης από την Κίνα. «Σε λίγα χρόνια, θα είναι δυνατό να αγοράσουμε όλα τα στοιχεία σπάνιων γαιών από την Αυστραλία», εξήγησε.

«Το 2030 οι Ευρωπαίοι κατασκευαστές θα μπορούν να αγοράζουν όλη την ποσότητα των διαφόρων σπάνιων γαιών που χρειάζονται και εξαρτάται από αυτούς να την αγοράσουν από την Αυστραλία και να μην πουν ότι είναι πολύ ακριβό, γιατί μακροπρόθεσμα θα είναι πολύ πιο ακριβό να βασιστούμε στους Κινέζους», πρόσθεσε.

Με πληροφορίες από Sunday Times