Skip to main content

Δημόσιο χρέος: Πρόκληση η σύνθεσή του τα επόμενα χρόνια

ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΟΡΕΣΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

Η αποπληρωμή του χρέους θα απαιτήσει συστηματικά πρωτογενή δημοσιονομικά πλεονάσματα τις προσεχείς δεκαετίες, ακόμα και αν η σχέση του ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης με τα επιτόκια δανεισμού της ελληνικής οικονομίας εξακολουθήσει να είναι σχετικά ευνοϊκή.

Προσθέστε την «Ν» ως προτιμώμενη πηγή στο Google

Παρά τη σημαντική μείωση που καταγράφει το δημόσιο χρέος, οι συμφωνίες που έχουν συναφθεί σε σχέση με την αποπληρωμή των δανείων από τα τρία μνημόνια συνεπάγεται ότι τις προσεχείς δεκαετίες η Ελλάδα θα πρέπει να «παράγει» συστηματικά πρωτογενή πλεονάσματα. Το ύψος τους, σύμφωνα με τις συστάσεις της Κομισιόν, κατά μέσο όρο θα πρέπει να ανέρχονται σε περίπου 2% του ΑΕΠ, μέγεθος που αποτελεί πρόκληση για την ελληνική οικονομία.

Όπως τονίζεται στην εαρινή έκθεση του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου, από το 2010 και μετά έχει μειωθεί σημαντικά η κατοχή χρέους από ιδιώτες. Υπενθυμίζει ότι η Ελλάδα έλαβε τρία επίσημα προγράμματα στήριξης από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς (όπως το EFSF, ο ESM, το GLF κ.ά.), καθώς και από το ΔΝΤ, με χαμηλά επιτόκια κατά τη διάρκεια της κρίσης χρέους μεταξύ 2010 και 2018, συνολικού ύψους περίπου 290 δισ. ευρώ. Επιπλέον, εξακολουθεί να λαμβάνει νέα δάνεια από το εν εξελίξει Ταμείο Ανάκαμψης.

Όλα αυτά συνεπάγονται ότι, από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, και ιδίως από το 2010, ο μεγαλύτερος κάτοχος του ελληνικού δημόσιου χρέους είναι επίσημοι θεσμοί της Ε.Ε., ενώ η κατοχή χρέους από ιδιώτες δανειστές έχει περιοριστεί σημαντικά, από το 2011, αντιστοιχώντας πλέον σε περίπου ένα τέταρτο του συνολικού δημόσιου χρέους.

Ως αποτέλεσμα των παραπάνω, στο τέλος του 2025, η χώρα εξακολουθεί να οφείλει περίπου 220 δισ. ευρώ σε ευρωπαϊκούς θεσμούς, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 88% του ΑΕΠ και περίπου 55% του δημόσιου χρέους κεντρικής διοίκησης αυτήν την στιγμή.

Το ποσό αυτό πρέπει να αποπληρωθεί πλήρως, σε άνισες ετήσιες δόσεις, έως το 2070. Η Ελλάδα έχει δεσμευθεί να αποπληρώσει τα δάνεια του ESM μεταξύ 2034 και 2060, ενώ η αποπληρωμή των δανείων του EFSF ξεκίνησε το 2023 και θα συνεχιστεί έως το 2070.

Πρωτογενή πλεονάσματα

Η αποπληρωμή του χρέους θα απαιτήσει συστηματικά πρωτογενή δημοσιονομικά πλεονάσματα τις προσεχείς δεκαετίες, ακόμα και αν η σχέση του ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης με τα επιτόκια δανεισμού της ελληνικής οικονομίας εξακολουθήσει να είναι σχετικά ευνοϊκή.

Σύμφωνα με τις συστάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η Ελλάδα πρέπει να παρουσιάζει, κατά μέσο όρο, ετήσια πρωτογενή πλεονάσματα περίπου 2% του ΑΕΠ, σε βραχυπρόθεσμο και μεσοπρόθεσμο ορίζοντα. Τέτοια πρωτογενή πλεονάσματα, και για τόσο μεγάλο χρονικό ορίζοντα, αποτελούν πρόκληση για την ελληνική οικονομία, ιδίως αν ληφθούν υπόψη τα ιστορικά δεδομένα της οικονομίας σε περιόδους κανονικών μακροοικονομικών συνθηκών.

Αξίζει να σημειωθεί, επίσης, «ότι όποιες εκτιμήσεις γίνονται σχετικά με το μέγεθος των πρωτογενών πλεονασμάτων που απαιτούνται για την αποπληρωμή αυτού του χρέους, δεν πρέπει να καθορίζονται βάσει απλών αριθμητικών ασκήσεων, καθώς είναι ευαίσθητοι σε υποθέσεις σχετικά με τα μελλοντικά επίπεδα των επιτοκίων, τους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης, τα φορολογικά έσοδα και ιδιαίτερα, σχετικά με την εξέλιξη του νέου δημοσίου χρέους που αγοράζεται από ιδιώτες επενδυτές στις διεθνείς αγορές στα τρέχοντα επιτόκια».

Επιπλέον, παρά τη μείωση που καταγράφει το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ τα τελευταία χρόνια, εξακολουθεί να παραμένει το υψηλότερο στην Ευρώπη. «Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, υψηλές πληρωμές τόκων, παρά το γεγονός ότι από το 2012 το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού δημόσιου χρέους βρίσκεται στα χέρια ευρωπαϊκών θεσμών, με χαμηλά μη-αγοραία επιτόκια και πολύ μεγάλη διάρκεια αποπληρωμής».

Με βάση της έκθεση του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου (ΕΔΣ), η Ελλάδα έχει το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό σε δαπάνες για πληρωμές τόκων στην ευρωζώνη, μετά την Ιταλία. «Το ποσοστό του ΑΕΠ που κατευθύνεται στην εξυπηρέτηση των τόκων του δημόσιου χρέους είναι αντίστοιχου μεγέθους με εκείνο που διατίθεται για αμυντικές δαπάνες (πρόσφατα περίπου 3,2% του ΑΕΠ), ενώ ήταν ακόμα υψηλότερο τα προηγούμενα έτη» σημειώνεται στην έκθεση.

Μια αύξηση των επιτοκίων νέου δανεισμού του Δημοσίου θα μπορούσε να επιδεινώσει περαιτέρω την κατάσταση. Επιπλέον, εξαιτίας αυτών των πληρωμών τόκων, το δημοσιονομικό ισοζύγιο, δηλαδή το πρωτογενές δημοσιονομικό ισοζύγιο συν τις πληρωμές τόκων επί του δημόσιου χρέους, μπορεί να μετατραπεί από πλεονασματικό σε ελλειμματικό, αν και τα ελλείμματα αυτά είναι σαφώς μικρότερα από εκείνα των χωρών της ευρωζώνης.

Προτιμώμενη πηγή στην Google

Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.