Skip to main content

Αυξάνεται η συμμετοχή των κατασκευών στο ΑΕΠ

Τι δείχνει μελέτη του ΙΟΒΕ για τον κλάδο μέχρι το 2026

Στο 8% το 2026 από 4,8% το 2022 και 6,3% το 2023 (εκτίμηση) αναμένεται να διαμορφωθεί το μερίδιο των επενδύσεων στις κατασκευές (κυρίως από τις υποδομές) στο ΑΕΠ της χώρας.

Μεσοπρόθεσμα εκτιμάται ότι η αξία παραγωγής των κατασκευαστικών έργων υποδομών και κατοικιών (πωλήσεις) θα υπέρ – διπλασιαστεί σε σύγκριση με το επίπεδο που είχε το 2020 (7,452 δις.) σε 17,138 δις. το 2026, 18,040 δις. το 2025, 17,174 δις. το 2024 και 12,791 το 2023.

Η ανάπτυξη που προδιαγράφεται οδηγεί στην εκτίμηση ότι ο συνολικός καθαρός τραπεζικός δανεισμός των επιχειρήσεων του τομέα την περίοδο 2023 – 2026 θα μπορούσε να αυξηθεί κατά 972 εκατ. έως 1,77 δισ. ευρώ. Για τις πολύ μικρές επιχειρήσεις, η αύξηση του συνολικού καθαρού τραπεζικού δανεισμού κυμαίνεται από 174 έως 317 εκατ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας το 18% της συνολικής αύξησης. Οι μικρές επιχειρήσεις συγκεντρώνουν το 22%, οι μεσαίες το 24% και οι μεγάλες το 36% της συνολικής αύξησης του καθαρού τραπεζικού δανεισμού.

Τα παραπάνω στοιχεία – εκτιμήσεις περιλαμβάνονται στη μελέτη του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) με τίτλο «Τάσεις, προκλήσεις και προοπτικές ανάπτυξης των Κατασκευών στην Ελλάδα», που παρουσιάστηκε χθες σε ειδική εκδήλωση που διοργάνωσαν το Ταμείο Μηχανικών Εργοληπτών Δημοσίων Έργων – ΤΜΕΔΕ και το ΙΟΒΕ.

Η εν λόγω μελέτη υπογραμμίζει τις μεγάλες προσδοκίες για την περαιτέρω ανάπτυξη του κλάδου τα επόμενα χρόνια με ώθηση από τους υψηλούς εθνικούς και ευρωπαϊκούς πόρους. Όπως εκτιμά το ΙΟΒΕ, τα έργα στο πλαίσιο του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ) και οι πόροι του ΕΣΠΑ 2021 – 2027 σε συνδυασμό με τις ιδιωτικές επενδύσεις (περιλαμβάνοντας τις επενδύσεις σε κατοικίες) θα κινητοποιήσουν την περίοδο 2024 – 2026 συνολικά πόρους άνω των 52 δισ. ευρώ, συμπεριλαμβανόμενης και της τραπεζικής χρηματοδότησης.

Ωστόσο, όπως επίσης επισημαίνεται αν και οι προοπτικές για την ανάπτυξη των Κατασκευών και τη μεγιστοποίηση της συμβολής τους στην ελληνική οικονομία τα επόμενα χρόνια είναι ιδιαίτερα θετικές, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές προκλήσεις για τον κλάδο.

Σε αυτές περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, ζητήματα που σχετίζονται με το ανθρώπινο δυναμικό και τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων του κλάδου, με το θεσμικό πλαίσιο του συστήματος παραγωγής δημοσίων έργων και τον εθνικό σχεδιασμό για τις υποδομές, με την ενσωμάτωση τεχνολογίας και τη ψηφιοποίηση των Κατασκευών ώστε να ενισχυθεί η παραγωγικότητα του κλάδου και, τέλος, με την υιοθέτηση των προτύπων ESG από τις κατασκευαστικές επιχειρήσεις.

Η ανεπάρκεια εργατικού δυναμικού προβάλει ως το βασικό εμπόδιο ανάπτυξης το 2023, ενώ και οι δυσκολίες χρηματοδότησης αξιολογούνται επίσης αρνητικά ως προς την επίπτωσή τους στην κατασκευαστική δραστηριότητα. Η έλλειψη εργατικού δυναμικού συνεπάγεται καθυστερήσεις που μπορεί να οδηγήσουν σε αύξηση του προϋπολογισμού και μη τήρηση των χρονοδιαγραμμάτων των έργων.

ΙΟΒΕ: Προοπτικές ανάπτυξης και σημαντικές προκλήσεις για τον κλάδο κατασκευών

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της μελέτης, το σύνολο των εργαζόμενων στις Κατασκευές θα πρέπει να αυξηθεί την περίοδο 2024 – 2026 σε περίπου 250 χιλ. εργαζόμενους, επίπεδο που είναι κατά 51 έως 55 χιλ. εργαζόμενους υψηλότερο σε σύγκριση με το σύνολο της απασχόλησης στις Κατασκευές το 2022 (197 χιλ. εργαζόμενοι).

Η προοπτική περαιτέρω αύξησης των κατασκευαστικών έργων τα επόμενα χρόνια δημιουργεί ανάγκες πρόσθετης χρηματοδότησης, περιλαμβανομένων των εγγυήσεων για τη συμμετοχή και την καλή εκτέλεση των έργων. Τις ανάγκες αναζήτησης πρόσθετης χρηματοδότησης και ρευστότητας επιτείνουν οι καθυστερήσεις πληρωμών των κατασκευαστικών επιχειρήσεων, περιλαμβανομένου του τομέα των δημοσίων έργων.

Επίσης τα χαμηλά ποσοστά ψηφιοποίησης και η έλλειψη επενδύσεων από τις κατασκευαστικές επιχειρήσεις, αποτελούν δύο μείζονες προκλήσεις για την ανθεκτικότητα και την ανταγωνιστικότητα του τομέα. Η πρόσφατη ανακοίνωση της Εθνικής Στρατηγικής και του οδικού χάρτη για την εφαρμογή του Building Information Modelling (BIM) στην Ελλάδα, αποτελεί θετική εξέλιξη.

Ο Πρόεδρος του ΤΜΕΔΕ Κωνσταντίνος Μακέδος, κατά τη διάρκεια της τοποθέτησής του στην εκδήλωση παρουσίασης της μελέτης σημείωσε ότι «Είναι στο χέρι μας, να αξιοποιήσουμε την ευκαιρία του μέλλοντος και να τη συγχρονίσουμε με τη γνώση και την εμπειρία του παρελθόντος, προκειμένου να τοποθετήσουμε τον τεχνικό κόσμο και τη χώρα μας σε μία πορεία ανθεκτικότητας και προόδου.»

Η μελέτη υλοποιήθηκε με τον συντονισμό του γενικού Διευθυντή του ΙΟΒΕ και καθηγητή, Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Νίκου Βέττα και με ερευνητές τους, Γιώργο Μανιάτη, υπεύθυνο τμήματος κλαδικών μελετών ΙΟΒΕ, Αντώνη Μαυρόπουλο, Ερευνητικό Συνεργάτη ΙΟΒΕ και Φωτεινή Στρουμπάκου, Ερευνητική Συνεργάτιδα ΙΟΒΕ.

Από τα υπόλοιπα στοιχεία της μελέτης (107 σελίδες συνολικά) παραθέτουμε επίσης τα παρακάτω:-

Από την ανάλυση διαπιστώθηκε ότι η Ελλάδα καταγράφει το χαμηλότερο ποσοστό επενδύσεων σε κατασκευές ως ποσοστό του ΑΕΠ μεταξύ των χωρών της ΕΕ, κυρίως εξαιτίας της υστέρησης των επενδύσεων σε κατοικίες. Οι επενδύσεις σε κατασκευές αντιπροσώπευαν το 4,8% του ΑΕΠ το 2022, έναντι 14,7% το 2007, ενώ η απόκλιση για το 2022 σε σύγκριση με τον μέσο όρο της ΕΕ-27 υπερβαίνει τις 6 ποσοστιαίες μονάδες.

–          Το ανεκτέλεστο υπόλοιπο των μεγαλύτερων εταιριών του κλάδου ανήλθε το 2023 (στοιχεία μέχρι το εννεάμηνο του έτους) σε 15,35 δισ. ευρώ, σημαντικά αυξημένο κατά 63% έναντι του προηγούμενου έτους και περίπου τριπλάσιο συγκριτικά με τον μέσο όρο της περιόδου 2018-2020. Η επιτυχής εκτέλεση των έργων αυτών αποτελεί, όπως επισημαίνουν οι αναλυτές, μια πρόκληση για τις κατασκευαστικές εταιρίες, καθώς απαιτούνται μεταξύ άλλων επάρκεια σε ανθρώπινο δυναμικό, ισχυρή ρευστότητα, πρόσβαση σε πόρους χρηματοδότησης και ταχείες διαδικασίες από την πλευρά των φορέων του δημοσίου.

–          Το λειτουργικό πλεόνασμα και μικτό εισόδημα του κλάδου των Κατασκευών ακολούθησε μια σταθερή πορεία ανάκαμψης μετά το 2017 και ανήλθε το 2022 σε 1,5 δισ. ευρώ (14,1% της συνολικής αξίας παραγωγής), ποσοστό που υπολείπεται ακόμη σημαντικά συγκριτικά με τις τιμές που σημειώθηκαν τη δεκαετία του 2000 (μέσος όρος 25% επί της συνολικής αξίας παραγωγής).

–          Η παραγωγικότητα εργασίας στις Κατασκευές στην Ελλάδα (σε όρους Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας – ΑΠΑ ανά ώρα εργασίας) παρουσιάζει τάση μείωσης την περίοδο 2010-2022 και υπολείπεται σημαντικά τόσο σε σύγκριση με τη μέση παραγωγικότητα εργασίας στο σύνολο της ελληνικής οικονομίας (51% χαμηλότερη), όσο και σε σχέση με τη μέση παραγωγικότητα εργασίας στις Κατασκευές στην ΕΕ-27 (63% χαμηλότερη). Η χαμηλή παραγωγικότητα επηρεάζει σημαντικά και τις αμοιβές εργασίας, οι οποίες διατηρούνται σε χαμηλό επίπεδο.