Skip to main content

Στοπ στις διεκδικήσεις των συνταξιούχων

Από την έντυπη έκδοση 

Του Βασίλη Αγγελόπουλου
[email protected]

«Τίτλους τέλους» στις αξιώσεις των συνταξιούχων για τις περικοπές που είχαν υποστεί το 2012 σε επικουρικές συντάξεις και δώρα έβαλε η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Έπειτα από 18 μήνες αναμονής δόθηκαν στη δημοσιότητα οι αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου σχετικά με τις αγωγές που είχαν γίνει από ενώσεις συνταξιούχων. Εκεί δικαιολογούνται πλήρως οι ρυθμίσεις του νόμου της σημερινής κυβέρνησης (ν. 4714/2020, αρ. 114), με τις οποίες όσοι έως 31 Ιουλίου 2020 δεν είχαν ασκήσει αγωγές χάνουν αυτή την αξίωση με την καταβολή των αναδρομικών για τις κύριες συντάξεις.

Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι μόνο 350.000 συνταξιούχοι από τα 2,5 εκατ. έχουν δικαίωμα να συνεχίσουν να διεκδικούν, διά της δικαστικής οδού, τα ποσά που έχασαν λόγω των περικοπών που πραγματοποιήθηκαν σε επικούρηση και σε δώρα το 2012. Ποσά που αφορούν το 11μηνο (Ιούνιος 2015 – Μάιος 2016) και μένει να κρίνουν τα αρμόδια δικαστήρια αν θα επεκτείνονται και στο σύνολο της περιόδου και μέχρι το 2019, όταν και τέθηκε σε ισχύ το μέτρο της προσωπικής διαφοράς. Μόνο οι ανωτέρω συνταξιούχοι μπορούν να δικαιωθούν και να λάβουν πίσω τα ποσά που διεκδικούν και μάλιστα έντοκα. Όλοι οι υπόλοιποι θα πρέπει να συμβιβαστούν με το γεγονός ότι η σημερινή κυβέρνηση χορήγησε αναδρομικά για τις περικοπές στις κύριες συντάξεις τον Οκτώβριο του 2020.

Με δεδομένο όμως ότι τα αναδρομικά που χορηγήθηκαν τότε αφορούσαν μόλις 1,3 εκατ. συνταξιούχους, ουσιαστικά με την απόφαση του ΣτΕ μένουν οριστικά εκτός διαδικασίας συγκεκριμένες κατηγορίες συνταξιούχων.

Άρα, μεγάλοι χαμένοι είναι οι συνταξιούχοι αγρότες, ασφαλισμένοι του πρώην ΟΓΑ που δεν έλαβαν το παραμικρό ποσό από τα αναδρομικά που χορηγήθηκαν προ διετίας, καθώς και όλοι οι χαμηλοσυνταξιούχοι.

Πρακτικά, η απόφαση του ΣτΕ επιμερίζεται ως εξής:

*Όσοι είχαν εκκρεμείς δίκες κατά τη δημοσίευση του νόμου (31/07/2020) συνεχίζουν τον δικαστικό αγώνα στα δικαστήρια ουσίας για να λάβουν εντόκως αναδρομικά 11μήνου σε επικούρηση και δώρα.

*Όσοι δεν είχαν ασκήσει αγωγές πριν τις 31/07/2020, οι αξιώσεις τους για επιστροφή επικούρησης και δώρων αποσβέννυνται διά νόμου.

*Οι αιτιάσεις για σεβασμό στο δεδικασμένο και την εφαρμογή των αποφάσεων των πολιτικών δικών από την εκτελεστική εξουσία, απορρίφθηκαν.

Έτσι, οι περίπου 350.000 συνταξιούχοι του ιδιωτικού τομέα που είχαν ασκήσει αγωγές θα συνεχίσουν τον δικαστικό αγώνα, για αρκετά έτη ακόμα, παρά τις αποφάσεις του ΣτΕ επί των πιλοτικών αγωγών των ετών 2015, 2019, 2020.

Αντίθετα, οι υπόλοιποι συνταξιούχοι που δεν είχαν ασκήσει αγωγές μέχρι τις 31.07.2020, σύμφωνα με τις αποφάσεις 1403-7/22, έχουν αποσβεσθεί διά νόμου οι αξιώσεις τους για λόγους έκτακτης ανάγκης.

Όπως τονίζει ο εργατολόγος Λουκάς Αποστολίδης «ο τύπος τρώει την ουσία. Ο περιορισμός των χορηγούμενων αναδρομικών, σε όλους τους συνταξιούχους που έλαβαν αναδρομικά 11μήνου μόνο για σύνταξη, δικαιολογείται από τις ως άνω αποφάσεις στα πλαίσια του δικαίου της ανάγκης και των “έκτακτων μέτρων” δημοσιονομικού χαρακτήρα. Υπήρξαν και οι μειοψηφίες δικαστών που καυτηρίασαν τις ρυθμίσεις αυτές. Φαίνεται το πνεύμα των πιλοτικών αγωγών να εξανεμίζεται και ο τύπος να υπερισχύει της ουσίας».

«Θα ήταν βαρύ το κόστος»

Υπενθυμίζεται ότι στο αρχικό στάδιο, τα 2,5 εκατ. συνταξιούχων διεκδικούσαν ποσά από περικοπές στις επικουρικές συντάξεις και στα δώρα που προσέγγιζαν τα 2,5 δισ. ευρώ. Ασφαλώς και μετά την απόφαση του ΣτΕ το ποσό αυτό περιορίζεται σημαντικά, καθώς και ο όποιος κίνδυνος για δημοσιονομική επιβάρυνση του ΕΦΚΑ. Εξάλλου, οι όποιες δικαστικές αποφάσεις εκδίδονται εφεξής δεν θα είναι μαζικές, αλλά θα αφορούν μόνο όσους έχουν προσφύγει, ανά περίπτωση. Συνεπώς, όταν οι αποφάσεις θα δικαιώνουν τους συνταξιούχους, τότε ο ΕΦΚΑ θα καλείται να καταβάλλει τα όποια αναδρομικά, με τόκο, σε περιορισμένο αριθμό δικαιούχων. Επίσης, το γεγονός ότι θα συνεχίζεται η δικαστική διαμάχη για όσους συνταξιούχους είχαν προχωρήσει σε αγωγές, δεν προεξοφλεί ότι το αποτέλεσμα αυτών θα είναι θετικό.

Άλλωστε, το δημοσιονομικό σκέλος είναι και ένα από τα βασικά επιχειρήματα που στοιχειοθετούν την απόφαση. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικαλείται την πανδημία που εξελίχθηκε μετά την ψήφιση του εν λόγω νόμου, τις μεταναστευτικές ροές, το ζητήματα Άμυνας της χώρας, για να στηρίξει την απόφασή του. Αν και υπήρξε μειοψηφία τριών δικαστών, εντούτοις η συντριπτική πλειοψηφία του 20μελούς Δικαστηρίου συντάχθηκε με αυτό το σκεπτικό.

Το Συμβούλιο της Επικρατείας χαρακτηρίζει «έκτακτη» τη συγκεκριμένη περικοπή, επισημαίνοντας ότι δεν προκύπτει ότι έχει μόνιμα χαρακτηριστικά. Επιβλήθηκε για λόγους δημοσιονομικούς και εφαρμόστηκε τότε, χωρίς να σημαίνει ότι επιτρέπεται να εφαρμοστεί ξανά στο μέλλον. Άρα, αφού είναι έκτακτη απόφαση, το ΣτΕ κρίνει ότι δεν επηρεάζει τα εισοδήματα των συνταξιούχων με μόνιμο τρόπο. Συνεπώς, δεν τίθεται θέμα αντισυνταγματικότητας των περικοπών που συντελέστηκαν πριν από μία δεκαετία.

Στην περίληψη της απόφασης που δημοσιεύθηκε επισημαίνεται ότι ο νομοθέτης προέβη στις ανωτέρω επιλογές (δηλαδή στις περικοπές) αποβλέποντας στην εξισορρόπηση των συμφερόντων των συνταξιούχων με το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο. Το ΣτΕ επικαλείται προς τούτο τις αρχές της κοινωνικής αλληλεγγύης, της ισότητας στα δημόσια βάρη και την αρχή της αναλογικότητας.

Τονίζεται επίσης η περιορισμένη δημοσιονομική δυνατότητα της χώρας, αλλά και η σημαντική επιβάρυνση της δημοσιονομικής κατάστασης, λόγω των μέτρων στήριξης της κοινωνίας, της δημόσιας υγείας και της οικονομίας, που χαρακτηρίζονται «πρωτόγνωρα» και ελήφθησαν για την αντιμετώπιση του κορονοϊού. Γίνεται ειδική αναφορά στις προβλέψεις για την πορεία της ελληνικής οικονομίας το 2020, που δεν είχαν λάβει υπόψη τα μέτρα για την αντιμετώπιση της πανδημίας, τα οποία «ελήφθησαν εκ των υστέρων». Επίσης, δεν είχε ληφθεί υπόψη το δημοσιονομικό κόστος της επίμαχης ρύθμισης, καθώς και «της ανάγκης λήψης μέτρων, σημαντικού δημοσιονομικού κόστους, για τη διαχείριση των μεταναστευτικών και προσφυγικών ροών και την ενίσχυση των αμυντικών συστημάτων της χώρας».