Skip to main content

Πέτρος Νάκος: «…είμαστε συνδημιουργοί της φρίκης…»

«Πλάσματα του Θεού: υπόθεση Παπέν» στο Altera Pars

Η πρωτότυπη σκηνική σύνθεση του καλλιτεχνικού Οργανισμού Altera Pars «Πλάσματα του Θεού: υπόθεση Παπέν»,  βασισμένη στην αληθινή ιστορία των αδελφών Παπέν, των δύο αδερφών  που διέπραξαν ένα από τα πιο στυγερά και αινιγματικά εγκλήματα του 20ού αιώνα, ανεβαίνει στο θέατρο Altera Pars [Μεγ. Αλεξάνδρου 123,  Κεραμεικός].

Tη σκηνοθεσία της παράστασης υπογράφει ο καλλιτεχνικός διευθυντής του θεάτρου, Πέτρος Νάκος· ερμηνεύουν οι Μίνα Χειμώνα, Αγγελική Κοντού, Άντα Κουγιά, Αιλιάνα Μαρκάκη.

Οι αδελφές Παπέν,  τον Φλεβάρη του 1933 γίνονται πρωτοσέλιδο στις γαλλικές εφημερίδες, αφού ομολογούν ότι σκότωσαν την κυρία τους και την κόρη της, έπειτα από επτά χρόνια που βρίσκονταν στην υπηρεσία τους, κατακρεουργώντας τα πτώματά τους. Η δίκη που ακολουθεί συγκεντρώνει και πάλι τα φώτα της δημοσιότητας, ενώ η γαλλική κοινωνία διχάζεται ανάμεσα σε εκείνους που ζητούν την παραδειγματική τιμωρία των Παπέν κι εκείνους που προσπαθούν να τις δικαιολογήσουν. Στο μεταξύ η αποκάλυψη πως η Λέα και η Κριστίν Παπέν είχαν αιμομικτική σχέση συσκοτίζει ακόμη περισσότερο την υπόθεση, και προκαλεί πρωτόγνωρο σοκ στην κοινωνία της εποχής.

Ψυχιατρική και εγκληματολογία προσπαθούν μέχρι σήμερα να δώσουν πειστικές ερμηνείες στο έγκλημά και να φωτίσουν τα κίνητρα τους. Ήταν έγκλημα ταξικής εκδίκησης;  Ήταν ένα ξέσπασμα ψυχωσικού επεισοδίου; Υπήρχαν σεξουαλικές προεκτάσεις σε αυτό; Διάσημοι φιλόσοφοι, συγγραφείς, επιστήμονες  και καλλιτέχνες, όπως ο Σάρτρ, η Σιμόν ντε Μπουβουάρ, ο Λακάν κ.α., ασχολήθηκαν με την υπόθεση, προσπαθώντας να τις γνωρίσουν, να τις κατανοήσουν, να τις δικαιολογήσουν. O Ζαν Ζενέ μάλιστα θα γράψει το δημοφιλέστερο θεατρικό του έργο του, τις «Δούλες» εμπνευσμένος από την ιστορία τους.  Ωστόσο παρά τον αποτροπιασμό που προκαλούν οι πράξεις τους, ακόμη και το δικαστικό σύστημα στάθηκε με μια παράδοξη επιείκεια,   με μια λανθάνουσα συμπάθεια απέναντί τους. Ίσως γιατί, πίσω απ’ την παράδοξη αυτή συμπάθεια, κρύβεται η συλλογική ενοχή μιας κοινωνίας, για το τέρας που εξέθρεψε και στο τέλος της επιτέθηκε με ανεξέλεγκτη μανία.

Ο Πέτρος Νάκος μίλησε μαζί μας.

Τι σας ώθησε να ανεβάσετε το συγκεκριμένο έργο τη δεδομένη στιγμή;

«H ιστορία των αδερφών Παπέν στους ανθρώπους του θεάτρου είναι, λίγο έως πολύ, γνωστή λόγω του Ζενέ και του πιο διάσημου έργου του, τις “Δούλες”. Αναζητώντας τις λεπτομέρειες της αληθινής ιστορίας που ενέπνευσε τον Ζενέ, διαπιστώσαμε ότι αυτή η ιστορία έχει μια περίεργη επικαιρότητα. Τα τελευταία χρόνια ακούμε συνεχώς για αποτρόπαια εγκλήματα, έχουμε εξοικειωθεί με τη φρίκη και την καταναλώνουμε σαν μυθοπλασία και όχι ως πραγματικότητα που μας αφορά άμεσα. Ως πραγματικότητα στην οποία συμμετέχουμε, τη συνδιαμορφώνουμε όλοι μαζί και επομένως έχουμε ευθύνη γι’  αυτή. Νομίζουμε ότι είμαστε θεατές, ενώ στην ουσία είμαστε συνδημιουργοί της φρίκης. Με αυτή τη σκέψη, στράφηκα στην ιστορία των Παπέν, στην οποία αποτυπώνεται ανάγλυφα το πώς η κοινωνία, βάζοντας ποικιλοτρόπως σκόρπια τα λιθαράκια της, οδήγησε αυτά τα δύο δυστυχισμένα πλάσματα σε μια απίστευτη φρικαλεότητα άνευ συγκεκριμένου κινήτρου. Η έλλειψη κινήτρου είναι το συγκλονιστικό στοιχείο σε αυτή την υπόθεση·  γι’ αυτό και έχει προκαλέσει τόσες συζητήσεις, έχει εμπνεύσει λογοτεχνικά έργα και επιστημονικές μελέτες. Τέχνη και επιστήμη, μέχρι σήμερα, προσπαθούν να δώσουν πειστικές απαντήσεις».


Ποια ερωτήματα τίθενται μέσα από την παράσταση;

«Το κεντρικό, για εμένα, ερώτημα είναι το πώς οι κοινωνικές παθογένειες επιδρούν τόσο καταλυτικά στους πιο ευάλωτους και αδύναμους, οδηγώντας στην εξαχρείωση. Η ιστορία αυτή αποτελεί αφορμή για να θιχτούν πολλά ζητήματα καίρια στο σήμερα. Οι κοινωνικές ανισότητες, το στίγμα της ψυχικής ασθένειας, η απουσία κρατικής πρόνοιας και ευαισθησίας απέναντι στους πιο αδύναμους πολίτες, η παιδική κακοποίηση, το τοξικό οικογενειακό περιβάλλον που μεταγράφει τις παθογένειές του στις επόμενες γενιές, σε συνδυασμό με την απουσία παρέμβασης της οργανωμένης πολιτείας στις περιπτώσεις αυτές. Είναι, πραγματικά, μια υπόθεση με άπειρες προεκτάσεις».

Πώς προσεγγίσατε σκηνοθετικά το έργο;

«Επένδυσα, κατά βάση, σε δύο άξονες· στον ρεαλισμό και τον ρυθμό. Προσπάθησα να αφηγηθώ την ιστορία αυτή αφενός με ωμότητα και ρεαλισμό, αφετέρου με μια ρυθμική κλιμάκωση, όπου καρέ καρέ οδηγούμαστε στο σημείο μηδέν, στο απόλυτο ξέσπασμα της βίας. Κάθε στιγμιότυπο της παράστασης είναι ένα βήμα προς την κορύφωση. Αυτή η αίσθηση κλιμάκωσης, ήταν για εμένα πολύ κομβική. Επίσης, πολύ σημαντικό ήταν να φωτιστούν, όσο το δυνατό περισσότερο, οι αινιγματικές φιγούρες των δύο αδελφών και η ακόμα πιο αινιγματική σχέση τους. Θεωρήσαμε δεδομένη την αιμομικτική σχέση, παρόλο που επισήμως δεν έχει αποδειχθεί, γιατί σε έναν βαθμό συμπληρώνει τα κομμάτια του παζλ που λείπουν από την ερμηνεία του εγκλήματος και, επιπλέον, υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις που κατατείνουν σε αυτό».


Οι λόγοι του εγκλήματος των αδερφών Παπέν είναι, μέχρι σήμερα, ένας γρίφος. Ωστόσο, πώς διαμορφώνεται ένας άνθρωπος μέσα σ’ ένα σύστημα όπου η αδικία και η κακοποίηση είναι κανονικότητα;

«Το έγκλημα των  Παπέν έχει πολλαπλές ερμηνείες. Μπορεί να αποδοθεί στην ψυχική νόσηση· είναι γνωστό πως η Κριστίν στη φυλακή παρουσίασε εμφανή σημάδια κλονισμού κι εντέλει μεταφέρθηκε σε ψυχιατρείο, όπου και πέθανε. Μπορούμε να εστιάσουμε στην ταξική εκδίκηση· και πάλι η Κριστίν μάς προσφέρει ερείσματα, καθώς στην κατάθεσή της αναφέρει ως λόγο της επίθεσης πως “ Ήταν ή τα αφεντικά ή εμείς”. Μπορούμε, επίσης, να επιλέξουμε την αιμομικτική σχέση και την ανακάλυψή της από την κα Λανσελέν ως κίνητρο του εγκλήματος. Ωστόσο, για εμένα η μεγάλη εικόνα έχει περισσότερο σημασία από τη μεμονωμένη περίπτωση. Οι αδερφές Παπέν ήταν γέννημα μιας κοινωνίας, μιας πολιτικής, οικονομικής και ταξικής πραγματικότητας. Μιας κοινωνίας ανάλγητης και σκληρής απέναντι στους αδύναμους, που δεν τους προσέφερε διεξόδους και προοπτικές, παρά μόνο εγκλωβισμό στη μιζέρια και την κακουχία. Δεν πιστεύω ότι το κοινωνικό περιβάλλον από μόνο του είναι ικανό να δημιουργήσει τέρατα, αλλά σίγουρα βοηθάει τον σπόρο  του “κακού” που ενυπάρχει σε ορισμένους ανθρώπους, να καρπίσει».

Ποιο είναι το κλειδί για να σταματήσει να στιγματίζεται και να περιθωριοποιείται η διαφορετικότητα;

«Η βαθιά γνώση του διαφορετικού, νομίζω πως είναι το κλειδί. Οι άνθρωποι ανέκαθεν φοβούνταν αυτό που δεν γνώριζαν. Όσο καλύτερα γνωρίζεις κάτι, τόσο εξοικειώνεσαι μαζί του και μπορείς να το αποδεχθείς, γιατί δεν νιώθεις απειλή πια. Οι άνθρωποι έχουμε την τάση να αγκαλιάζουμε την ταυτότητα και να αποστρεφόμαστε την ετερότητα. Αυτό είναι μια φυσική τάση του ανθρώπου και είναι χρέος της πολιτείας να παρέμβει για να “διορθώσει” τα πράγματα».


Μετά τη «Νόρα» του Ίψεν, που συνεχίζει τις παραστάσεις της έως και τα μέσα Ιανουάριου, αλλά και τα «Πλάσματα του Θεού», τι προετοιμάζετε για το 2024 στο Altera Pars;

«Τον Γενάρη αποχαιρετάμε τη “Νόρα”,  μια παράσταση που αγαπήσαμε πολύ και νιώθω πολύ περήφανος γι’ αυτή και συνεχίζουμε με τα “Πλάσματα του Θεού” μέχρι τέλη Φλεβάρη. Την άνοιξη θα ανεβάσουμε την νέα μας παραγωγή, το “Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα” του Λουίτζι Πιραντέλλο, σε δική μου μετάφραση και σκηνοθεσία. Είναι ένα αρκετά απαιτητικό εγχείρημα σε όλα τα επίπεδα: μεταφραστικά, σκηνοθετικά, αισθητικά· και ευελπιστώ να μας δικαιώσει το αποτέλεσμα».

Ταυτότητα παράστασης

Δραματουργία-σύνθεση κειμένων: Altera Pars

Σκηνοθεσία- Φωτισμοί: Πέτρος Νάκος

Σκηνικά- Κοστούμια: Altera Pars

Σύνθεση μουσικής: Νίκος Κριτσέλης

Μουσική επιμέλεια: Aγγελική Κοντού – Πέτρος Νάκος

Επιμέλεια κίνησης: Eλβίρα Μπαρτζώκα

Eπεξεργασία ήχων: Διονύσης Μανιώτης

Στίχοι τραγουδιού: Γεωργία Δρακάκη

Φωτογραφίες: Eλπίδα Μουμουλίδου

Γραφείο τύπου – Επικοινωνία: Ράνια Παπαδοπούλου

([email protected])

Παραγωγή: Altera Pars

Παίζουν: Mίνα Χειμώνα, Αγγελική Κοντού, Άντα Κουγιά, Αιλιάνα Μαρκάκη