Επιστήμονες εντόπισαν ένα σεισμικό φαινόμενο που πιθανότατα ευθύνεται για τον μεγασεισμό που έπληξε τη Λισαβόνα το 1755 και σκότωσε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους.
Στις 09:40 π.μ. τοπική ώρα το Σάββατο 1η Νοεμβρίου 1755 η Λισαβόνα επλήγη από καταστροφικό σεισμό που είχε επίκεντρο στον Ατλαντικό Ωκεανό 200 χιλιόμετρα από το Ακρωτήριο του Αγίου Βικεντίου. Επρόκειτο για έναν από τους πιο θανατηφόρους και καταστροφικούς σεισμούς στην παγκόσμια ιστορία καθώς μαζί με το τσουνάμι που ακολούθησε και τις πυρκαγιές που προκλήθηκαν υπολογίζεται ότι προκάλεσε από 12,000 έως 50,000 θανάτους. Μέχρι πρόσφατα οι εκτιμήσεις των ειδικών έκαναν λόγο για ένα σεισμό της τάξης των 8,5 ως 9 Ρίχτερ αλλά νεότερες εκτιμήσεις κάνουν λόγο για ένα σεισμό 7,7 Ρίχτερ.
Ο σεισμός του 1755 με τον εξαιρετικά μεγάλο αριθμό νεκρών και τις τεράστιες καταστροφές που προκάλεσε είχε ως αποτέλεσμα την όξυνση των πολιτικών εντάσεων στο Βασίλειο της Πορτογαλίας και έβαλε τέλος στις αποικιακές φιλοδοξίες της χώρας. Παράλληλα, οδήγησε στη γένεση της σύγχρονης σεισμολογίας και της σεισμικής μηχανικής καθώς ήταν η πρώτη φορά που μελετήθηκαν με επιστημονικούς όρους οι συνέπειες ενός σεισμού σε μεγάλη έκταση.
Διεθνής ερευνητική ομάδα ανακάλυψε ότι ένα κομμάτι λιθοσφαιρικής πλάκας που βυθιζόταν σε μια περιοχή του Ατλαντικού Ωκεανού κάτω από την Ιβηρική Χερσόνησο ήταν υπεύθυνο για αυτόν τον μεγασεισμό. Το φαινόμενο αυτό που ονομάζεται «διαχωρισμός λιθόσφαιρας» είναι γνωστό ότι προκαλεί σεισμικά γεγονότα αλλά μέχρι σήμερα είχε καταγραφεί μόνο σε ηπειρωτικές περιοχές. Τα ευρήματα που δημοσιεύθηκαν στην επιθεώρηση «Nature Geoscience» ανοίγουν νέες προοπτικές στην πρόβλεψη σεισμικών κινδύνων στην Ευρώπη.
Οι τεχνικές
Για τη μελέτη οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν εξελιγμένες τεχνικές χαρτογράφησης σεισμών ώστε να κατανοήσουν τη δομή της Γης σε μεγάλα βάθη. Εξέτασαν ένα εκτενές σύνολο δεδομένων που συλλέχθηκε την περίοδο 2007–2013 από 387 επίγειους σεισμολογικούς σταθμούς στην περιοχή Ιβηρίας-Μαγκρέμπ, ενώ συνδύασαν και δεδομένα από 24 υποθαλάσσιους σεισμογράφους ανοιχτά της νοτιοδυτικής Ιβηρίας.
Χάρη σε αυτά τα δεδομένα, δημιούργησαν ένα λεπτομερές μοντέλο κίνησης των σεισμικών κυμάτων από το όριο φλοιού–μανδύα μέχρι βάθη 800 χιλιομέτρων. Εντόπισαν μια ανωμαλία υψηλής ταχύτητας σε βάθος έως 250 χλμ. κάτω από την Υποθαλάσσια Πεδιάδα Horseshoe στη νοτιοδυτική Ιβηρική ανάμεσα στις αφρικανική και ευρασιατική πλάκα μια περιοχή γνωστή για έντονη σεισμικότητα.
Η περιοχή αυτή ήταν το επίκεντρο ιστορικών σεισμών όπως της Λισαβόνας το 1755 και της περιοχής Σαν Βιντσέντσο στην Ιβηρική Χερσόνησο το 1969 που υπολογίστηκε στα 7,9 Ρίχτερ. Οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι δεν υπάρχουν εμφανή επιφανειακά σημάδια κινδύνου όπως παραμορφωμένα τοπία ή υποθαλάσσια βουνά. Ωστόσο παρατήρησαν ότι τμήμα του ωκεάνιου φλοιού βυθίζεται στον μανδύα δημιουργώντας νέες ρηξιγενείς ζώνες.
Σε αυτή τη διαδικασία μία λιθοσφαιρική πλάκα μπορεί να γλιστρήσει κάτω από μια άλλη αν υπάρξει συμπίεση στο περιθώριο επαφής ένας από τους βασικούς μηχανισμούς μέσω των οποίων η επιφάνεια της Γης ανακυκλώνεται στον μανδύα. Αυτό θα μπορούσε να εξηγήσει την προέλευση ισχυρών ιστορικών σεισμών στην περιοχή υποστηρίζουν οι ερευνητές.
«Η ανακάλυψη αυτή ανοίγει νέους δρόμους για την κατανόηση της εξέλιξης των πρώιμων σταδίων της ωκεάνιας καταβύθισης, με σημαντικές επιπτώσεις στην τεκτονική των πλακών. Αν ακόμη και περιοχές χωρίς εμφανή επιφανειακά ρήγματα, όπως η Υποθαλάσσια Πεδιάδα Horseshoe, μπορούν να είναι επιρρεπείς σε ισχυρούς σεισμούς, τότε πρέπει να αναθεωρήσουμε τα μοντέλα σεισμικής επικινδυνότητας ώστε να συμπεριλάβουν βαθιές διεργασίες και δομές που δεν είναι ορατές με τις παραδοσιακές μεθόδους» αναφέρει η Τσιάρα Τσιβιέρο από το Πανεπιστήμιο της Τεργέστης, εκ των επικεφαλής της μελέτης στην οποία συμμετείχαν και επιστήμονες του Πανεπιστημίου της Λισαβόνας.
Naftemporiki.gr