Skip to main content

Οι παρενέργειες των erdoganomics

Από την έντυπη έκδοση

Tου Δημήτρη Τζάνα
Οικονομολόγου

Τα επιτόκια αποτελούν εργαλείο εκμετάλλευσης, κάνοντας τους πλούσιους πλουσιότερους. Δεν πρόκειται να πέσουμε σ’ αυτή την παγίδα…». Τα λόγια αυτά θα μπορούσε να τα έχει πει ο πρόεδρος της Βενεζουέλας Νίκολας Μαδούρο και άλλοι εκπρόσωποι απόψεων που αρνούνται τη λογική των μηχανισμών της αγοράς. Τα έχει πει όμως ο Ταγίπ Ερντογάν, ζητώντας παράλληλα από τους πολίτες να ξεθάψουν από τα στρώματα δολάρια και χρυσό και να τα μετατρέψουν σε τουρκικές λίρες. Ταυτόχρονα αρνείται να δεχθεί τις αιτίες που μπορεί να οδηγήσουν την Τουρκία στα πρόθυρα της χρεοκοπίας εξαιτίας της αδυναμίας της να εξυπηρετήσει τις βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις της σε συνάλλαγμα.

Ας δούμε όμως τις βασικές οικονομικές εξελίξεις στην Τουρκία στις δύο τελευταίες δεκαετίες, κατά τις οποίες ο Ταγίπ Ερντογάν κυριαρχεί στην πολιτική σκηνή. Από το 2003 και μέχρι το 2016 η οικονομική πολιτική της Τουρκίας αποσκοπούσε στην προσέλκυση ιδιωτικών κεφαλαίων κυρίως με στόχο την κλιμάκωση των επενδύσεων. Για τον σκοπό αυτό, η διαμόρφωση φιλικού επιχειρηματικού περιβάλλοντος συνιστούσε υπέρτατο στόχο. Το κράτος φρόντιζε για τη γρήγορη έγκριση των  διαδικασιών για επιχειρηματικές δράσεις και εφάρμοζε πολλές ειδικές πολιτικές. Το τραπεζικό σύστημα με ευελιξία ενέκρινε τις αναγκαίες χρηματοδοτήσεις. Η αγορά εργασίας χαρακτηριζόταν από υψηλό βαθμό ευελιξίας. Παράλληλα, σημαντικά κεφάλαια από άλλες ισλαμικές χώρες κατευθύνθηκαν για τη χρηματοδότηση έργων υποδομής. Κατά την περίοδο αυτή η συναλλαγματική πολιτική από κοινού με τη νομισματική διαμορφώνουν συνθήκες εμπιστοσύνης, με την Κεντρική Τράπεζα να ενεργεί χωρίς σοβαρές παρεμβάσεις στην άσκηση της πολιτικής της, τόσο ως προς τη διαμόρφωση της ισοτιμίας της τουρκικής λίρας με τα ξένα νομίσματα όσο και ως προς το ύψος των επιτοκίων. Το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό, καθώς η τουρκική οικονομία καταγράφει εντυπωσιακούς ρυθμούς μεγέθυνσης, με τα συναλλαγματικά αποθέματα να αυξάνουν τόσο λόγω των εισροών κεφαλαίων για άμεσες επενδύσεις όσο και λόγω των εισπράξεων από τον διαρκώς αυξανόμενο τουρισμό στη χώρα. Ανάμεσά τους Έλληνες επισκέπτες που ακόμα και μετά την κρίση της ελληνικής οικονομίας ταξιδεύουν στην Κωνσταντινούπολη και αλλού, ενώ οι  ελληνικές εξαγωγές στην Τουρκία εκτοξεύθηκαν.

Όλα άλλαξαν μετά το πραξικόπημα του 2016, οπότε αναδύθηκε ένας διαφορετικός Ερντογάν που απασχολεί πλέον καθημερινά τη Δύση με τις ενέργειές του. Έτσι, μεταξύ άλλων, αναδύθηκε η ισλαμική απέχθεια για την εκμετάλλευση στην οποία υπόκειται η χώρα μέσω της πίστωσης. Τώρα ισχυρίζεται ότι τα υψηλά επιτόκια που ζητούν οι αγορές για να χρηματοδοτήσουν μια οικονομία που βιώνει μακροοικονομικούς κινδύνους συνιστούν  μηχανισμό αναθέρμανσης του πληθωρισμού. Οι κεντρικοί τραπεζίτες που επεδίωξαν να εφαρμόσουν σφικτή νομισματική πολιτική διαμορφώνοντας σε υψηλότερα επίπεδα τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια που παραμένουν στο 19%, με συνοπτικές διαδικασίες αντικαταστάθηκαν (τρεις αλλαγές σε διάστημα δύο ετών). Το αποτέλεσμα ήταν η φυγή των κεφαλαίων, η δραστική υποτίμηση της τουρκικής λίρας παρά τη διάθεση 130 δισ. δολ. από το 2019 για τη στήριξή της, η κατάρρευση του χρηματιστηρίου και τελικά η πληθωριστική έκρηξη που οδηγεί καθημερινά σε φτωχοποίηση  τα χαμηλά κοινωνικά στρώματα. Τα χαμηλά επιτόκια όχι μόνο δεν αποτρέπουν τον πληθωρισμό, αλλά σε μια αναδυόμενη οικονομία που η ανάπτυξή της εξαρτάται από την προσέλκυση ξένων κεφαλαίων φέρνουν περισσότερο πληθωρισμό, με τον επίσημο δείκτη να ξεπερνά ήδη το 16%. Μόνο σε μια κλειστή οικονομία, που γεννάει αποταμιεύσεις που μπορούν να γίνουν επενδύσεις, τα χαμηλά επιτόκια συμβάλλουν στο χαμηλό επίπεδο τιμών, όχι σε μια ανοικτή οικονομία όπως η Τουρκία όπου η διεθνής επενδυτική κοινότητα επιθυμεί το ύψος των επιτοκίων να αντανακλά τον αναλαμβανόμενο κίνδυνο. Έτσι, τα πρόστιμα στις διεθνείς επενδυτικές τράπεζες των προηγούμενων ημερών για το σορτάρισμα των μετοχών είναι αναποτελεσματικά, όπως γνωρίζουμε κι εμείς όταν τα funds ξεπουλούσαν  ελληνικές τράπεζες εκτιμώντας ότι η μη εξυγίανσή τους θα οδηγούσε σύντομα σε νέα ανακεφαλαιοποίηση.

Η τουρκική οικονομία, ωστόσο, που είναι μέλος της ομάδας του G20, έχει αντοχές. Το δημόσιο χρέος είναι πιθανότατα ακόμη κάτω από το 60% του ΑΕΠ. Όμως, το συνολικό εξωτερικό χρέος, δημόσιο και ιδιωτικό, έχει φτάσει το 80% περίπου και το βραχυπρόθεσμο φτάνει ήδη το 20% του ΑΕΠ στα 140 δισ. δολ., συνιστώντας μείζονα απειλή αν σύντομα δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί λόγω έλλειψης της αναγκαίας ρευστότητας. Ταυτόχρονα, είναι πιθανή και η εκδήλωση προβλήματος φερεγγυότητας αν οι επενδυτικοί οίκοι αξιολογήσουν αρνητικά τη βιωσιμότητα του χρέους. Επί του παρόντος, η Τουρκία μπορεί να δανειστεί με ειδικού τύπου συμφωνίες με τρίτες χώρες, ισλαμικές ή άλλες (χρηματοδότηση από την Κίνα, swap με τις Κεντρικές Τράπεζες της Ιαπωνίας ή της Αγγλίας), αποτρέποντας μια απόφαση σκληρών capital controls που θα ήταν ιδιαίτερα βλαπτική στις σχέσεις της με τη Δύση. Το άνοιγμα όμως της βεντάλιας των εναλλακτικών σεναρίων για την Τουρκία θα μπορούσε να διακόψει την πρόσδεσή της στη Δύση. Με τον Τούρκο ιστορικό Σουκρού Ιλιτζάκ να προειδοποιεί ότι δεν ήταν λίγες οι φορές κατά τις οποίες τυφλωμένοι και άφρονες κυβερνήτες έφεραν την Τουρκία στο χείλος της καταστροφής. Η ευκαιριακή οικονομική πολιτική του Ερντογάν, τα erdoganomics, που ελέω του αυταρχικού τρόπου διακυβέρνησης έχει επιβάλει, θα έχουν πολλαπλές παρενέργειες για τη χώρα, μέρος των οποίων μόνο θα αφορά την οικονομία της χώρας!