Skip to main content

Στο σπίτι του κρεμασμένου…

(ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ/EUROKINISSI)

Ασφαλώς και το 2024 οι καταγεγραμμένες ώρες υπερεργασίας ήταν λιγότερες, αφού δεν υπήρχε η ψηφιακή κάρτα για να τις ξεσκεπάσει

Όλοι λένε αλήθεια. Μόνο που κοιτώντας «την αλήθεια» από διαφορετική οπτική γωνία, σχηματίζεται άλλη άποψη. Ο καθένας για το (πολιτικό) συμφέρον του. Η πραγματικότητα όμως, στην αγορά εργασίας δεν μπορεί να εμφανίζεται με διαφορετικές «όψεις». Πρέπει να είναι μία και αδιαίρετη.

Πάμε να δούμε τα στοιχεία, λοιπόν:

  • Το υπουργείο Εργασίας, με επίσημη ανακοίνωση, προ ημερών πανηγύρισε για το γεγονός ότι στην Ελλάδα, οι εργαζόμενοι δουλεύουν λίγο! Ειδικότερα, αναφέρθηκε στο κομμάτι της μισθωτής απασχόλησης και στην υπερεργασία. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Eurostat, προκύπτει ότι το 2024, μόλις το 3,1% των μισθωτών εργάστηκε περισσότερες από 49 ώρες την εβδομάδα στη χώρα. Όλα αυτά, ενώ είναι στο 3,4% ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος. Επίσης, το 2019 το συγκεκριμένο ποσοστό ήταν στο 5,1%, άρα μέσα σε μια εξαετία έχουμε μια σημαντική μείωση δύο ποσοστιαίων μονάδων.

Ως εδώ όλα καλά. Το αφήγημα στοιχειοθετείται με σαφήνεια. Κάθε παραμύθι όμως, έχει και τον δράκο του.

Στο συγκεκριμένο «παραμύθι» της κυρίας Κεραμέως, ο «δράκος» ακούει στο όνομα «ψηφιακή κάρτα». Τα στοιχεία της Eurostat προφανώς και δεν έχουν συμπεριλάβει την αθρόα αύξηση στις υπερωρίες που συντελείται από την αρχή του τρέχοντος έτους, λόγω χρήσης ψηφιακής κάρτας. Η ίδια η υπουργός Εργασίας «πανηγύρισε» προ ημερών μέσω social media, επειδή «εκτινάχθηκαν» οι καταγεγραμμένες υπερωρίες. Στους κλάδους που εντάχθηκαν υποχρεωτικά στην ψηφιακή κάρτα διαπιστώθηκε 81% αύξηση το α΄ εξάμηνο, σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2024. Ειδικά για τον Ιούνιο, η αύξηση φτάνει στο 110%, πάλι συγκριτικά με τον ίδιο περσινό μήνα.

Αν θέλουμε μάλιστα να επικεντρώσουμε στην ανάλυση των στοιχείων που η ίδια η υπουργός Εργασίας δημοσιοποίησε στις αρχές Αυγούστου, θα διαπιστώσουμε ότι:

  • Στο λιανεμπόριο είχαμε αύξηση 111% στο εξάμηνο και 146% τον Ιούνιο.
  • Στη βιομηχανία η αύξηση υπολογίστηκε 77% στο εξάμηνο και 68% τον Ιούνιο.
  • Στην εστίαση η άνοδος στις καταγεγραμμένες υπερωρίες έφτασε στο 115% το εξάμηνο και εκτοξεύθηκε στο 226% τον Ιούνιο!

Είναι προφανές ότι η αναφορά στις υπερωρίες (10η έως 12η ώρα εργασίας) περιλαμβάνει και την υπερεργασία (9η ώρα εργασίας). Άρα, το να επικαλείται το υπουργείο Εργασίας ότι οι εργαζόμενοι δούλευαν λιγότερο το 2024, μοιάζει τουλάχιστον αστείο: Αφού δεν υπήρχε η καταγραφή από την ψηφιακή κάρτα, πώς αλήθεια θα μπορούσε να διαπιστωθεί με ακρίβεια πόσες ώρες δουλεύουν οι εργαζόμενοι; Η απόδειξη ήρθε από την ίδια την… ψηφιακή κάρτα. Αμέσως μόλις εφαρμόστηκε σε κλάδους υψηλής παραβατικότητας, οι υπερωρίες εκτινάχθηκαν. Ορίστε, λοιπόν, πόσες ώρες «έκρυβαν» οι επιχειρήσεις τα προηγούμενα χρόνια. Όσες τώρα, αναγκάστηκαν να αποκαλύψουν. Άρα, γιατί ακριβώς «πανηγυρίζει» το υπουργείο Εργασίας; Επειδή υπήρχαν επιχειρήσεις που έκρυβαν υπερωρίες (άρα και υπερεργασία);

Μικρή λεπτομέρεια: Τα τελευταία έξι χρόνια, η χώρα έχει την ίδια κυβέρνηση. Ας μην προσπαθεί, συνεπώς, η σημερινή πολιτική ηγεσία του υπουργείου Εργασίας να κρυφτεί πίσω από επικοινωνιακά τρικ. Ο λαός είναι σοφός: Στο σπίτι του κρεμασμένου, δεν μιλάνε για σχοινί.

Ασφαλώς και το 2024 οι καταγεγραμμένες ώρες υπερεργασίας ήταν λιγότερες, αφού δεν υπήρχε η ψηφιακή κάρτα για να τις ξεσκεπάσει. Μια ψηφιακή κάρτα που έχει τεθεί σε ισχύ από το 2022 και σήμερα, τρία χρόνια μετά, μόλις και μετά βίας καλύπτει το 60% της συνολικής αγοράς εργασίας!

Επίσης, η υπουργός που θεσμοθετεί (επίσημα) την 13άωρη εργασία σε έναν εργοδότη είναι απορίας άξιο γιατί αναφέρεται σε «ιστορικό χαμηλό» στην υπερεργασία. Υποθέτουμε πως τώρα, με την επίσημη εφαρμογή του 13ωρου, αυτό το «ιστορικό χαμηλό» θα ανατραπεί. Προς τα πάνω. Με επιλογή της ίδιας της κυβέρνησης, που τώρα «πανηγυρίζει» γι’ αυτό.

Μόνο που σε μια τέτοια περίπτωση από «ιστορικό», εύκολα μπορεί να μετατραπεί σε πολιτικό «βαρομετρικό χαμηλό». Τα στοιχεία των τελευταίων δημοσκοπήσεων, με τα ποσοστά που λαμβάνει το κυβερνών κόμμα στις παραγωγικές ηλικίες 18 – 64 ετών, μιλούν από μόνα τους.