Το εάν ο Χακάν Φιντάν είναι κακός διπλωμάτης, όπως τον έψεξε ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας είναι αδιάφορο, το σημαντικό για τις σχέσεις Ελλάδας Τουρκίας είναι ότι με τις δηλώσεις του, η Άγκυρα αλλάζει πίστα στις προκλήσεις της και περνά στην παρέμβαση στα εσωτερικά της Ελλάδας.
Δίχως να έχουμε σε καμία υπόληψη τις διπλωματικές ικανότητες του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών, φυσικά γνωρίζει τα βασικά και οι προκλητικές δηλώσεις δεν ήταν από άγνοια πρωτοετούς φοιτητή, οφείλονται στην αυτοπεποίθηση της Τουρκίας, αφενός ως απόρροια της αυτοεικόνας της (που δεν είναι κατ΄ανάγκη πραγματική) και αφετέρου στο ισοζύγιο ισχύος με την Ελλάδα.
Ο συσχετισμός ισχύος είναι μία σύνθετη κατάσταση συναρτάται με την οικονομία μίας χώρας και την πραγματική παραγωγική δυνατότητα, με την εσωτερική πολιτική σταθερότητα, με την αμυντική βιομηχανία και την στρατιωτική της ισχύ, με τις διεθνείς συμμαχίες και καταλήγει στο πανάρχαιο δόγμα του Θουκυδίδη: ο ισχυρός επιβάλλει ότι του επιτρέπει η δύναμή του.
Πλανητική δύναμη
Η Τουρκία είναι πλέον μία μεσαία δύναμη που συμμετέχει στο πλανητικό παιχνίδι. Διαθέτει ισχυρή οικονομία με βιομηχανική βάση, δίχως να παραβλέπουμε τα προβλήματα από τον υψηλό πληθωρισμό και την διαφθορά του καθεστώτος. Στο πεδίο των διεθνών σχέσεων έχει επεκτείνει την επιρροή της. Στα Βαλκάνια η Αλβανία έχει μετατραπεί σε τουρκικό προτεκτοράτο, έχει ενισχύσει τις σχέσεις της με τα Σκόπια, ενώ με την Βουλγαρία έχει σχέσεις ήρεμες και όχι εχθρικές.
Στο Ουκρανικό ο Ερντογάν είναι παράγοντας. Διατήρησε τις σχέσεις και με την Ρωσία και με την Ουκρανία, δεν εφάρμοσε τις κυρώσεις παρότι νατοϊκή δύναμη και τις εκμεταλλεύτηκε για να ενισχύσει την οικονομία της. Παράλληλα διατήρησε και τις σχέσεις με τις ΗΠΑ του Τραμπ, ενώ οι Ευρωπαίοι, πατά την επιτήδεια συμπεριφορά της, την θέλουν στην νέα αμυντική αρχιτεκτονική. Αντίθετα η σχέση της Ελλάδας με την Ρωσία είναι εχθρική, με τις ΗΠΑ του Τραμπ είναι ανύπαρκτη, ενώ οι Ευρωπαίοι αδιαφορούν πλήρως για τις εύλογες επιφυλάξεις της έναντι της Τουρκίας.
Η Τουρκία επέκτεινε την επιρροή της στον Καύκασο υπέρ του Αζερμπαϊτζάν, όπου συνέβαλε να χάσει η Αρμενία το Ναγκόρνο Καραμπάχ, έχει παρουσία στο βόρειο Ιράκ, ενώ στην Σύρια πέτυχε τον στόχο της να ανατρέψει τον Άσαντ υπέρ ενός ισλαμικού καθεστώτος που ελέγχεται απολύτως από την Άγκυρα. Εξομάλυνε τις σχέσεις ακόμη και με τους Κούρδους του ΡΚΚ αν και όχι με τον θύλακο της Συρίας. Νιώθει αρκετά ισχυρή για να προκαλεί τον άλλο μεγάλο παίχτη στην περιοχή, το Ισραήλ. Αποκατέστησε τις σχέσεις με την Αίγυπτο του Σίσι και συνομιλεί τώρα για το πως θα μοιράσουν την ΑΟΖ σε βάρος των ελληνικών συμφερόντων. Στην Λιβύη ενώ διατηρεί την επιρροή στην πρωτεύουσα, τα βρήκε και με τον Χάφταρ που αναγνώρισε και αυτός το τουρκολιβυκό σύμφωνο.
Η κινητικότητα δεν είναι αυτοσκοπός
Σε μία αμήχανη συνέντευξη ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών, Γιώργος Γεραπετρίτης, κατέφυγε στην “κινητικότητα” της εξωτερικής πολιτικής τα τελευταία δύο χρόνια. Ωσάν η κινητικότητα να είναι αυτοσκοπός ή ωσάν η επίκληση της από μόνη της να προσδίδει θετικό πρόσημο, ανεξαρτήτως αποτελεσμάτων. Δυστυχώς οι εξελίξεις στα ελληνοτουρκικά τα τελευταία δύο χρόνια δεν τον δικαιώνουν. Το τουρκικό δόγμα της Γαλάζιας Πατρίδας, που φυσικά είναι παλαιότερο, έγινε πραγματικότητα. Όταν προσπαθήσαμε να κάνουμε έρευνες στην Κρήτη πέρα από τα έξι μίλια το τουρκικό ναυτικό εμπόδισε το Ιταλικό ερευνητικό και ο τότε υπουργός Επικρατείας δήλωσε ότι “η κόκκινη γραμμή είναι τα έξι μίλια”.
Η πόντιση του καλωδίου στην Κάσο έχει σταματήσει μετά τις τουρκικές απειλές. Η Ελλάδα ανακήρυξε θαλάσσια πάρκα εντός των έξι μιλίων παρότι μπορούν να επεκτείνονται στη ΑΟΖ της χώρας. Η Τουρκία ανακήρυξε και εκτός των χωρικών της υδάτων. Συνολικά τίποτε δεν μπορεί να γίνει στην Ανατολική Μεσόγειο δίχως την έγκριση της Τουρκίας. Στην εξαετία της παρούσας κυβέρνησης η κατάσταση σε όλα τα μέτωπα επιδεινώθηκε σε βάρος της Ελλάδας. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό ότι η τουρκική αμυντική βιομηχανία (που πριν 40 χρόνια υστερούσε έναντι της ελληνικής) παράγει τεράστιες ποσότητες εξοπλιστικών, εν αντιθέσει με την Ελλάδα που η αντίστοιχη βιομηχανία της αποσυντίθεται.
Ο κατευνασμός δεν είναι λύση
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης αντί να κομπάζει για την «ενεργητική πολιτική και για τις σκακιστικές ικανότητές του» μάλλον θα έπρεπε να κάνει αυτοκριτική με αίσθηση εθνικής ευθύνης και καθήκοντος. Ξεκινώντας από μία πραγματική ανάγνωση της Τουρκίας. Η Άγκυρα έχει υπερ-επεκταθεί και αυτό είναι δυνητικά το αδύνατο σημείο της. Μετά την υπερεπέκταση έρχεται η υποχώρηση ή υπό προϋποθέσεις και η κατάρρευση. Από την πλευρά της Ελλάδας όμως η απάντηση δεν μπορεί να είναι ο κατευνασμός, όπως έγινε στην Κάσο. Ούτε βέβαια το σύμφωνο φιλίας που ξεπλένει την Τουρκία στο επίπεδο της ΕΕ και σπρώχνει στην αγκαλιά της δυνάμεις όπως η Αίγυπτος που είναι σύμμαχοι με την χώρα μας.
Μία σωστή ανάγνωση της Τουρκίας όπως έχει επισημάνει ο Παναγιώτης Κονδύλης ήδη από το 1998 δείχνει ότι επιδιώκει όχι απλά την Φινλανδοποίηση, αλλά την δορυφοροποίηση της Ελλάδας, την μετατροπή της σε προτεκτοράτο. Ο υπουργός Εξωτερικών υπογραμμίζει ότι η Ελλάδα δεν έχει απωλέσει κυριαρχία. Εννοεί de jure. Αντιπαρέρχεται ότι ίσως η Τουρκία δεν επιθυμεί την de jure αναθεώρηση αλλά μία de facto αλλαγή καθεστώτος με τον υπερπροσδιορισμό της ελληνικής πολιτικής, εξωτερικής και εσωτερικής.
Ακόμη δεν είναι αργά αλλά η ελληνική πολιτική τάξη θα πρέπει να αναπτύξει μία σοβαρή πολιτική αποτροπής ξεκινώντας από την αλλαγή δόγματος. Η Τουρκία δεν είναι φίλη, είναι υπαρξιακή απειλή. Ακόμη και στο θεωρητικό ενδεχόμενο μίας συμφωνίας μέσω Χάγης για το κλείσιμο των ανοικτών θεμάτων (με τις απαραίτητες υποχωρήσεις) πάλι θα απαιτούσε από την Ελλάδα οικονομική ευρωστία, αμυντική ισχύ και αποτρεπτική ικανότητα για να εφαρμοστεί η νέα ισορροπία που θα προκύψει και να μην απαιτήσει ξανά ο ισχυρός νέα αναθεώρηση.
Ο Θουκυδίδης, ο Μακιαβέλι, ο Χάμιλτον, ο Ντισραέλι, γράφει ο Χανς Μοργκεντάου στο κλασικό του σύγγραμμα “Επιστήμη και πολιτική της ισχύος”, αντιλαμβάνονται τη φύση της διεθνούς πολιτικής σαν μία αδιάκοπη πάλη για επιβίωση και ισχύ. Το νέο υπόδειγμα Τραμπ σαρώνει τις φιλελεύθερες ψευδαισθήσεις του ορθολογισμού, της οικονομίας και του διεθνούς δικαίου και επαναφέρει την ισχύ ως την κεντρική έννοια της διεθνούς πολιτικής. Καλό θα είναι η κυβέρνηση και η πολιτική τάξη να προσαρμοστούν, να προσπαθήσουν να αντιληφθούν “την βοή των πλησιαζόντων γεγονότων” και να προετοιμάσουν αναλόγως και την κοινωνία.