Skip to main content

Β. Θάνου: Νομικά ορθή και εθνικά επιβεβλημένη η ασκηθείσα ανακοπή από την Εισαγγελέα Φλώρινας κατά του Σωματείου «Κέντρο Μακεδονικής Γλώσσας στην Ελλάδα»

ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ

«Mε την (εσφαλμένη) απόφαση του Ειρηνοδικείου πλήττεται το εθνικό φρόνημα, δεδομένου ότι οι σκοποί του Σωματείου είναι αντεθνικοί, προσβάλλουν έντονα τα εθνικά συμφέροντα και θέτουν σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη και δημόσια ασφάλεια».

Της Βασιλικής Θάνου – Χριστοφίλου, Πρόεδρου Αρείου Πάγου,  Πρώην Πρωθυπουργού

Ασκήθηκε από την Εισαγγελέα Πρωτοδικών Φλώρινας ανακοπή κατά της Διάταξης (27/2022), περί αναγνώρισης του Σωματείου «Κέντρο Μακεδονικής Γλώσσας στην Ελλάδα».  Έχει ήδη προηγηθεί και η άσκηση Τριτανακοπής από Έλληνες πολίτες ατομικά, καθώς και από πολλούς Συλλόγους και Ομοσπονδίες  Σωματείων.  Όλες έχουν προσδιορισθεί προς συζήτηση εντός του Φεβρουαρίου 2023.  Οι εν λόγω νομικές ενέργειες, καθώς και οι λοιπές αντιδράσεις (άρθρα, ανακοινώσεις, Δελτία Τύπου, διαδηλώσεις) απηχούν τη γενικότερη αντίδραση των Ελλήνων, εντός της Ελληνικής Επικράτειας καθώς και των απανταχού Ομογενών, διότι με την (εσφαλμένη) απόφαση του Ειρηνοδικείου πλήττεται το εθνικό φρόνημα, δεδομένου ότι οι σκοποί του Σωματείου είναι αντεθνικοί, προσβάλλουν έντονα τα εθνικά συμφέροντα και θέτουν σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη και δημόσια ασφάλεια.

Οι σκοποί του Σωματείου στερούνται νομιμότητας, για τους εξής λόγους:

Στο αρθ. 2 παρ. 1 εδάφ. α του Καταστατικού αναγράφεται ρητώς και σαφώς ότι ο σκοπός του Συλλόγου είναι «η διατήρηση» της Μακεδονικής γλώσσας στην Ελλάδα (άρα υφίσταται στην Ελλάδα «Μακεδονική» γλώσσα και ο σκοπός είναι η διατήρηση αυτής της υφιστάμενης γλώσσας).  Στην παρ. 2 εδάφ. β του ιδίου Καταστατικού άρθρου (το μέρος του οποίου παραλείπεται και δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Ειρηνοδίκη παρότι αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του ενιαίου συνόλου του άρθ. 2 και ιδιαίτερα κρίσιμο για την κρίση του Δικάζοντος Δικαστή), αναγράφεται, επίσης ρητά και σαφέστατα ότι «οι παραπάνω στόχοι επιτυγχάνονται μέσω της οργάνωσης της διδασκαλίας της μακεδονικής γλώσσας σε πολίτες της Ελλάδας ιδίως στις Περιφέρειες της Δυτικής Μακεδονίας, της Κεντρικής Μακεδονίας και της Ανατολικής Μακεδονίας, όπου ομιλείται η Μακεδονική γλώσσα».

Δηλαδή, ο Καταστατικός σκοπός, όπως ρητώς και σαφώς αναγράφεται είναι να παρουσιάζεται και να προωθείται απροκάλυπτα στην κοινή γνώμη (εσωτερική και διεθνή) το ψευδές και ανύπαρκτο γεγονός ότι ιδίως στη Βόρεια Ελλάδα (Περιφέρειες Δυτικής, Κεντρικής και Ανατολικής Μακεδονίας) δεν υπάρχει γλωσσική ομοιογένεια του πληθυσμού, αλλά ότι δήθεν υπάρχει γλωσσική μειονότητα – μακεδονική.

Ο σκοπός αυτός, πέραν του ότι προσβάλλει έντονα τα εθνικά συμφέροντα και θέτει σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη και την εθνική ασφάλεια, επί πλέον παραβιάζει ευθέως και το νόμο 4588/2019, με τον οποίον κυρώθηκε από το Ελληνικό Κοινοβούλιο η Συμφωνία των Πρεσπών.  Και τούτο διότι η Ελλάδα ούτε με τη Συμφωνία των Πρεσπών ούτε με οποιαδήποτε άλλη Συμφωνία αναγνώρισε ποτέ ότι υπάρχει στην Ελλάδα μειονοτική γλώσσα (μακεδονική).  Αντίθετα, με τη Συμφωνία των Πρεσπών τα δύο Μέρη αναγνώρισαν και αποδέχθηκαν ότι με τον όρο «μακεδονική» (προέλευσης νοτιοσλαβικής) ονομάζεται η γλώσσα η οποία ομιλείται μόνον εντός των ορίων του Κράτους της Βόρειας Μακεδονίας, από τους πολίτες του Κράτους αυτού και όχι ασφαλώς ότι η γλώσσα αυτή ομιλείται από πολίτες (Έλληνες) εντός της Ελληνικής Επικράτειας (άρθρο 1 παρ. 3 εδάφ. γ). 

Πλην όμως, τα μέλη του Σωματείου, που υπογράφουν το επίμαχο Καταστατικό, προφανώς σε συνεννόηση με πολιτικούς – εθνικιστικούς κύκλους και εν γνώσει των Αρχών του Κράτους της Βόρειας Μακεδονίας και ενεργώντας για λογαριασμό και προς το συμφέρον του Κράτους αυτού, προβαίνουν, διά του Καταστατικού, σε δηλώσεις και ενέργειες αντίθετες και με τη Συμφωνία των Πρεσπών, διότι στη Συμφωνία ορίζεται ότι έκαστο Μέρος δεσμεύεται να μην επιτρέπει οποιεσδήποτε αλυτρωτικές δηλώσεις από εκείνους που φέρονται να δρουν για λογαριασμό ή για το συμφέρον του Μέρους και να αποθαρρύνει και αποτρέπει, οποιεσδήποτε πράξεις, συμπεριλαμβανομένων των προπαγανδιστικών, από ιδιωτικές οντότητες, που πιθανόν υποδαυλίζουν την εχθρότητα, το μίσος, τον αλυτρωτισμό εναντίον του άλλου μέρους (Ν4588/2019 άρθρο 4 παρ. 2, άρθρο 6 παρ. 2 και 3).

Και σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 εδάφ. β του νόμου αυτού «εάν μία ιδιωτική οντότητα στο έδαφος ενός Μέρους εμπλακεί σε τέτοιου είδους δραστηριότητες, εν αγνοία του εν λόγω Μέρους, αυτό το Μέρος, μόλις λάβει γνώση αυτών των ενεργειών, θα λάβει αμελλητί όλα τα απαραίτητα μέτρα που του παρέχει ο νόμος».  Δηλαδή, στην προκειμένη περίπτωση, είναι δεδομένο ότι τα μέλη του Σωματείου εμπλέκονται, εντός του εδάφους της Ελληνικής Επικράτειας, σε ενέργειες, οι οποίες προφανέστατα υποδαυλίζουν την εχθρότητα μεταξύ του πληθυσμού και τον μεγαλοιδεατικό αλυτρωτισμό και αναθεωρητισμό σε βάρος της Ελλάδας και των εθνικών συμφερόντων της.  Οπότε η Ελληνική Δικαστική Αρχή, λαβούσα γνώση και επιλαμβανόμενη του κρίσιμου αυτού ζητήματος, μετά από την ασκηθείσα ανακοπή της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Φλώρινας και των Τριτανακοπών των Ελλήνων πολιτών και Συλλογικών Οργανώσεων, δικαιούται να ακυρώσει την απόφαση του Ειρηνοδίκη, με την οποία εγκρίθηκε το εν λόγω Σωματείο.  

Επίσης εκτός νομιμότητας είναι και ο υπό στοιχ. β του άρθρου 2 σκοπός «η υποστήριξη της εισαγωγής της Μακεδονικής γλώσσας, ως προαιρετικού μαθήματος, σε δημόσια σχολεία και Πανεπιστήμια στην Ελλάδα, ιδίως στις Περιφέρειες της Δυτικής Μακεδονίας, της Κεντρικής Μακεδονίας και της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης».  Και τούτο, διότι μία ιδιωτική οντότητα, εν προκειμένου ο επίμαχος ιδιωτικός Σύλλογος δεν δικαιούται να ασκεί γλωσσική πολιτική, η οποία είναι έξω από τις νόμιμες αρμοδιότητες τον, ούτε δικαιούται να ενεργοποιείται για την εισαγωγή μιάς ξένης γλώσσας στα δημόσια σχολεία και Πανεπιστήμια του Ελληνικού κράτους.

Επισημαίνεται ότι αμέσως μετά τη δημοσίευση (7-11-2022) στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ταμείου Νομικών, περίληψης της απόφασης του Ειρηνοδίκη, περί αναγνώρισης και εγγραφής του Σωματείου στα βιβλία του Πρωτοδικείου, αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα του εν λόγου Σωματείου κείμενο, με το οποίο αναλύονται ακόμη περισσότερο οι εξ υπαρχής αντεθνικοί σκοποί αυτού.  Στο κείμενο αυτό γίνεται ρητή αναφορά για «γλωσσική μειονότητα και εθνική μειονότητα», για «προστασία του δικαιώματος χρήσης της δικής τους γλώσσας, των παραδοσιακών επωνύμων τους, των τοπωνυμίων» και για «την τεκμηρίωση παραβάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ρητορικής μίσους από τις (Ελληνικές) αρχές, εναντίον Ομιλητών Μακεδόνων και εθνοτικών Μακεδόνων στην Ελλάδα».

Το ότι σκοπός του Σωματείου είναι εξαρχής και παραμένει να προωθήσει την προπαγάνδα για τη «Μεγάλη Ιδέα του Μακεδονικού Έθνους» και να παρουσιάσει ψευδώς και παραπλανητικώς στην κοινή γνώμη (εσωτερική και διεθνή) ότι δήθεν υφίσταται και στην Ελληνική Επικράτεια γλωσσική και εθνική μειονότητα (μακεδονική), αποδεικνύεται και από τη μακρόχρονη εμμονική προσπάθεια να αναγνωρισθεί από τα Ελληνικά Δικαστήρια Σωματείο με ομοειδείς σκοπούς.  Συγκεκριμένα, την 27-7-2017, επτά πρόσωπα, κάποια εκ των οποίων ταυτίζονται με τα ιδρυτικά μέλη, που υπογράφουν το επίμαχο Καταστατικό, υπέβαλαν αίτηση για την αναγνώριση Σωματείου, με την επωνυμία «Στέγη Μακεδονικού Πολιτισμού», μεταξύ των σκοπών του οποίου ήταν και «η διατήρηση και καλλιέργεια της Μακεδονικής γλώσσας», δηλαδή σκοπός ταυτιζόμενος απόλυτα  με τον σκοπό του επίμαχου Σωματείου.  Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, με την υπ’αριθμ. 16/2027 Διάταξη του Ειρηνοδίκη Φλώρινας, στην οποία επισημαίνεται ότι είχε ασκηθεί και προγενέστερη αίτηση (από 24-7-2003) ομοίου περιεχομένου, η οποία είχε επίσης απορριφθεί αμετακλήτως, με την υπ’αριθμ. 1448/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου (στην οποία είχα την τιμή να είμαι Εισηγήτρια) και με την οποία επικυρώθηκε η υπ’αριθμ. 243/2005 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Στη Διάταξη 16/2017 του Ειρηνοδίκη Φλώρινας, επισημαίνεται, επίσης, ότι και παλαιότερα τα ίδια πρόσωπα είχαν ασκήσει διαδοχικές ομοίου περιεχομένου αιτήσεις, για την αναγνώριση Σωματείου με την ίδια επωνυμία και με τους ίδιους Καταστατικούς σκοπούς.  Δηλαδή, την από 19-1-1990 αίτηση, η οποία απορρίφθηκε με την 19/1990 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας.  Στη συνέχεια, την από 12-6-1990 αίτηση, η οποία απορρίφθηκε με την 73/1990 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας, η οποία κατέστη τελεσίδικη με την 1558/1990 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και αμετάκλητη με την 795/1994 απόφαση του Αρείου Πάγου.  Τέλος, λίγο διάστημα πριν από την επανακρινόμενη – επίδικη αίτηση, κατατέθηκε από τα ίδια πρόσωπα άλλη αίτηση (από 5-7-2022), η οποία, απορρίφθηκε με την 19/2022 Διάταξη του Ειρηνοδίκη, διότι κρίθηκε ότι ο σκοπός του Σωματείου ήταν εκτός νομιμότητας.

Όλα τα ανωτέρω στοιχεία όφειλε να τα έχει λάβει υπόψη του και να τα έχει αξιολογήσει ο Ειρηνοδίκης, που εξέδωσε την απόφαση, η οποία προσβάλλεται με την ανακοπή της Εισαγγελέως και με τις Τριτανακοπές των Ελλήνων πολιτών, οι οποίοι έχουν προς τούτο άμεσο έννομο συμφέρον, διότι πλήττεται το εθνικό τους φρόνημα και η προσωπική, οικογενειακή και κοινωνική τους ηρεμία και διαταράσσεται η κοινωνική ειρήνη. 

Από όλα τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι οι Καταστατικοί σκοποί του Σωματείου, οι οποίοι ήταν εξ αρχής και παραμένουν αντίθετοι με τη νομιμότητα (άρθρα 80, 81 Α.Κ.) και ότι οι σκοποί αυτοί προσβάλλουν έντονα τα εθνικά συμφέροντα, διότι θέτουν ζήτημα ανύπαρκτης μειονότητας στην Ελλάδα (γλωσσικής και εθνικής), και θέτουν σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη, και την εθνική ασφάλεια αμφισβητώντας την ομοιογένεια της γλώσσας και της εθνικότητας του ελληνικού πληθυσμού, στην ευαίσθητη περιοχή της Βόρειας Ελλάδας (Δυτική – Κεντρική – Ανατολική Μακεδονία) και προκαλώντας διχασμό, εχθρότητα και κοινωνική αναταραχή στις περιοχές αυτές και γενικότερα στη γαλήνη της χώρας.

Επί πλέον, με τους σκοπούς αυτούς προκαλείται σκόπιμα και μεθοδευμένα παραπλάνηση και σύγχυση στην κοινή γνώμη, τόσο σε όσους θελήσουν να εγγραφούν, ως μέλη του Σωματείου, όσο και στη διεθνή Κοινότητα, διότι παρουσιάζεται, καλλιεργείται και προωθείται απροκάλυπτα το προπαγανδιστικό, ψευδές και ανύπαρκτο γεγονός ότι δήθεν εντός της Ελληνικής Επικράτειας υπάρχει μειονότητα πληθυσμού, η οποία ομιλεί τη «μακεδονική» γλώσσα.

Η προστασία της νομιμότητας και η προστασία της δημόσιας τάξης, και της εθνικής ασφάλειας, του δημοσίου συμφέροντος και των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων αποτελούν νόμιμους και επιτρεπτούς περιορισμούς της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι και των δικαιωμάτων της ελευθερίας της έκφρασης, της γνώμης και των πεποιθήσεων, που προστατεύονται από τα άρθρα 11 και 12 του Συντάγματος και τα άρθρα 9, 10 και 11 της ΕΣΔΑ (Α.Π. 1406/2022, Α.Π. 840/2021, Α.Π. 1448/2009, Ολομ. Α.Π. 4/2005).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ακύρωση της απόφασης του Ειρηνοδίκη και η μη αναγνώριση του επίμαχου Σωματείου αποτελεί το επιβαλλόμενο αναγκαίο μέτρο περιορισμού της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι και τελεί σε σχέση αναλογίας μεταξύ αφενός της ανωτέρω εξ αρχής παραβιάσεως της αρχής της νομιμότητας με τους Καταστατικούς σκοπούς και αφετέρου του μέτρου της μη αναγνώρισης του Σωματείου, το οποίο (μέτρο) αποβλέπει στη διαφύλαξη της δημόσιας τάξης, της εθνικής ασφάλειας, της κοινωνικής γαλήνης, την οποία η ευνομούμενη και συντεταγμένη Ελληνική Πολιτεία (και εν προκειμένω η Δικαστική Αρχή) οφείλει να προστατεύσει.  Είναι αναγκαίο μέτρο για την αποφυγή διχασμού, εχθρότητας και αναταραχών εντός της Ελληνικής Επικράτειας.

Η Ελληνική Πολιτεία οφείλει να προστατεύσει τη μακραίωνη Ελληνική Ιστορία και τη μακραίωνη πολιτιστική κληρονομιά, όπως προβλέπεται και από τη Συμφωνία των Πρεσπών, στην οποία ορίζεται (άρθρο 7 παρ. 4) ότι «η επίσημη γλώσσα και άλλα χαρακτηριστικά του Δεύτερου Μέρους (του Κράτους της Βόρειας Μακεδονίας) δεν έχουν σχέση με τον αρχαίο Ελληνικό Πολιτισμό, την ιστορία, την κουλτούρα και την κληρονομία της βόρειας περιοχής του Πρώτου Μέρους (της Ελλάδας).  Κατ’ ακολουθία, η επίσημη γλώσσα, η οποία ομιλείται από τους πολίτες του Κράτους της Βόρειας Μακεδονίας εντός των ορίων του Κράτους αυτού (Μακεδονική – προέλευσης νοτιοσλαβικής) δεν έχει καμμία σχέση με την Ελληνική γλώσσα, η οποία ομιλείται από όλους τους Έλληνες πολίτες, σε όλη την Ελληνική Επικράτεια  και ασφαλώς και στη Δυτική – Κεντρική – Ανατολική Μακεδονία, και η οποία έχει ομοιογένεια και αποτελεί αδιαμφισβήτητη συνέχεια της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας.