Ένα φλεγόμενο δεξαμενόπλοιο στα Στενά του Ορμούζ. Σειρήνες να ηχούν στο Μπαχρέιν, στο Κουβέιτ και στο Κατάρ. Ισραηλινά στρατεύματα βαθιά μέσα στον Λίβανο και σε τμήματα της Συρίας. Η Γάζα ισοπεδωμένη. Εκατομμύρια Ιρανοί στους δρόμους της Τεχεράνης να αποχαιρετούν τον Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ.
Για το Bloomberg, αυτές οι εικόνες δεν είναι μεμονωμένα επεισόδια. Είναι το αποτύπωμα μιας νέας Μέσης Ανατολής που γεννήθηκε μέσα σε περίπου 1.000 ημέρες πολέμου, από την τρομοκρατική επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 μέχρι τη σημερινή, εύθραυστη και διαρκώς απειλούμενη εκεχειρία ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν.
Το συμπέρασμα της μεγάλης ανάλυσης του αμερικανικού πρακτορείου είναι σαφές: η περιοχή δεν πρόκειται να επιστρέψει στην κατάσταση που γνώριζε πριν από την 7η Οκτωβρίου. Οι παλιές ισορροπίες έχουν καταρρεύσει, οι συμμαχίες έχουν αναδιαταχθεί και η βία έχει γίνει πλέον το κυρίαρχο εργαλείο άσκησης πολιτικής.
Η Μέση Ανατολή χωρίστηκε σε νέα στρατόπεδα
Σύμφωνα με ανάλυση του Bloomberg Economics, οι μισές σχεδόν σχέσεις μεταξύ των βασικών κρατών της περιοχής έχουν μεταβληθεί μέσα σε δύο χρόνια.
Κάποιες συμμαχίες ενισχύθηκαν, άλλες κατέρρευσαν και αρκετές χώρες που μέχρι πρόσφατα διατηρούσαν ουδέτερη στάση αναγκάστηκαν να επιλέξουν στρατόπεδο. Το αποτέλεσμα είναι μια Μέση Ανατολή περισσότερο πολωμένη από ποτέ.
«Οι διαχωριστικές γραμμές υπήρχαν ήδη πριν από το 2023. Ο πόλεμος όμως τις σκλήρυνε και δημιούργησε αντίπαλα μπλοκ απέναντι σε ένα ολοένα πιο επιθετικό Ισραήλ», εξηγεί στο Bloomberg η επικεφαλής αναλύτρια για τη Μέση Ανατολή, Ντίνα Εσφαντιάρι.
Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα επέλεξαν να εμβαθύνουν τη συνεργασία τους με το Ισραήλ, φτάνοντας σε πρωτοφανή επίπεδα ανταλλαγής πληροφοριών και επιχειρησιακού συντονισμού κατά τη διάρκεια του πολέμου με το Ιράν.
Η Σαουδική Αραβία ακολούθησε εντελώς διαφορετική πορεία. Αρνήθηκε να συμμετάσχει σε κοινή στρατιωτική απάντηση κατά της Τεχεράνης και επέμεινε στη διπλωματική διαχείριση της κρίσης, θεωρώντας ότι μια γενικευμένη σύγκρουση θα αποσταθεροποιούσε ολόκληρη την περιοχή.
Η διαφωνία αυτή ήρθε να προστεθεί στις ήδη υπάρχουσες διαφορές των δύο χωρών για την Υεμένη, το Σουδάν, την παραγωγή πετρελαίου και τον ανταγωνισμό για την ηγεμονία στον αραβικό κόσμο.

Το Ιράν δεν νίκησε. Αλλά ούτε ηττήθηκε.
Ίσως το μεγαλύτερο παράδοξο του πολέμου είναι ότι η Τεχεράνη, παρά τις τεράστιες απώλειες που υπέστη, βγαίνει από τη σύγκρουση με πολύ ισχυρότερα διαπραγματευτικά χαρτιά απ’ ό,τι πολλοί ανέμεναν.
Το Ισραήλ και οι Ηνωμένες Πολιτείες εξόντωσαν μεγάλο μέρος της στρατιωτικής ηγεσίας του Ιράν, κατέστρεψαν κρίσιμες στρατιωτικές και πυρηνικές εγκαταστάσεις και σκότωσαν ακόμη και τον ανώτατο θρησκευτικό ηγέτη Αλί Χαμενεΐ.
Ωστόσο, η Ισλαμική Δημοκρατία απέδειξε ότι εξακολουθεί να μπορεί να επιβάλει τεράστιο οικονομικό κόστος στη Δύση.
Με τις επιθέσεις της στα Στενά του Ορμούζ εκτόξευσε τις τιμές του πετρελαίου, διατάραξε τις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού και υποχρέωσε τελικά την Ουάσιγκτον να επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Το γεγονός ότι ο Ντόναλντ Τραμπ συζητά σήμερα ακόμη και ένα σύστημα «διοδίων» για τη διέλευση από το Ορμούζ αποτυπώνει πόσο καθοριστικός έχει γίνει ο έλεγχος του σημαντικότερου ενεργειακού περάσματος του πλανήτη.

Το τέλος της «ασφαλούς» Μέσης Ανατολής
Ένα ακόμη συμπέρασμα της ανάλυσης είναι ότι ο πόλεμος κατέρριψε έναν από τους βασικούς μύθους πάνω στους οποίους στηρίχθηκε η οικονομική ανάπτυξη των χωρών του Κόλπου: ότι μπορούσαν να αποτελούν ασφαλή καταφύγια, ακόμη και όταν η υπόλοιπη περιοχή φλεγόταν.
Η εικόνα του Ντουμπάι άλλαξε δραματικά όταν οι σειρήνες ήχησαν ανάμεσα στους ουρανοξύστες, ενώ ιρανικοί πύραυλοι και drones στόχευσαν τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Παρότι η καθημερινότητα επανήλθε σχετικά γρήγορα, το πλήγμα στην εικόνα της περιοχής ως ασφαλούς επενδυτικού προορισμού ήταν βαθύ.
Οι ασφαλιστικές χρεώσεις στη ναυτιλία παραμένουν αυξημένες, οι ενεργειακές εταιρείες επανεξετάζουν τα επενδυτικά τους σχέδια και τα κράτη του Κόλπου αναζητούν πλέον νέες ενεργειακές και εμπορικές διαδρομές που θα μειώσουν την εξάρτησή τους από τα Στενά του Ορμούζ.
Το Ισραήλ κέρδισε στρατιωτικά, αλλά απομονώθηκε
Το Bloomberg περιγράφει το Ισραήλ ως τον μεγάλο νικητή των τελευταίων δύο ετών στο στρατιωτικό πεδίο.
Η Χεζμπολάχ υπέστη βαρύτατα πλήγματα, το καθεστώς Άσαντ κατέρρευσε, το Ισραήλ επέκτεινε την παρουσία του στον Λίβανο και τη Συρία και ενίσχυσε περαιτέρω τον έλεγχο στη Δυτική Όχθη. Το πολιτικό τίμημα, όμως, ήταν εξίσου μεγάλο.
Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο εξέδωσε ένταλμα σύλληψης κατά του Μπενιαμίν Νετανιάχου, ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αναθεώρησαν τις σχέσεις τους με το Ισραήλ και ολοένα περισσότερα κράτη αναγνώρισαν παλαιστινιακό κράτος.
Ακόμη και στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου η υποστήριξη προς το Ισραήλ θεωρούνταν σχεδόν δεδομένη, οι ισορροπίες αλλάζουν. Σύμφωνα με δημοσκόπηση της Gallup για πρώτη φορά περισσότεροι Αμερικανοί δηλώνουν ότι συμπαθούν τους Παλαιστινίους παρά τους Ισραηλινούς.

Ένας πόλεμος χωρίς πραγματικούς νικητές
Η μεγάλη εικόνα που προκύπτει από την ανάλυση του Bloomberg είναι ότι καμία πλευρά δεν πέτυχε πλήρως τους στόχους της.
Το Ισραήλ απέκτησε μεγαλύτερο στρατιωτικό βάθος, αλλά βρέθηκε πιο απομονωμένο διπλωματικά. Οι χώρες του Κόλπου διατήρησαν την οικονομική τους ισχύ, αλλά έχασαν το αίσθημα ασφάλειας που αποτελούσε το μεγαλύτερο συγκριτικό τους πλεονέκτημα.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν ο κυρίαρχος στρατιωτικός παράγοντας στην περιοχή, αλλά αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στη διπλωματία, χωρίς να έχουν επιτύχει τον στρατηγικό τους στόχο.
Και η Τεχεράνη, αν και βγήκε από τον πόλεμο βαθιά τραυματισμένη, απέδειξε ότι εξακολουθεί να διαθέτει ένα πανίσχυρο όπλο: Όχι δεν μιλάμε για το πυρηνικό πρόγραμμα, αλλά για την ικανότητα να επηρεάζει την παγκόσμια οικονομία μέσω του Ορμούζ.
Αυτός είναι ο κόσμος που άφησαν πίσω τους οι πρώτες 1.000 ημέρες του πολέμου στη Μέση Ανατολή: όχι μια νέα ισορροπία, αλλά μια νέα εποχή μόνιμης αστάθειας.

Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












