Οι Ευρωπαίοι ηγέτες ήταν ήδη νευρικοί λόγω του πολέμου στην Ουκρανία, αλλά η επιστροφή του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ τους έπεισε ακόμη περισσότερο: η ανάγκη να αυξηθούν οι αμυντικές δαπάνες, προκειμένου να μειωθεί η εξάρτηση της ηπείρου από τις αμερικανικές εγγυήσεις ασφάλειας, είναι επιτακτική.
Στην εποχή του επανεξοπλισμού, η αξία μεγάλων ευρωπαϊκών εταιρειών, που δραστηριοποιούνται στον τομέα της άμυνας, όπως η γερμανική Rheinmetall, η βρετανική BAE Systems, η γαλλική Thales και η ιταλική Leonardo, έχει εκτοξευθεί.
Φέτος, η Ευρώπη θα δαπανήσει περίπου 180 δισ. δολάρια για στρατιωτικό εξοπλισμό, ποσό που υπερδιπλασιάζει τις δαπάνες του 2021 και είναι μεγαλύτερο από όσα δαπανά η Αμερική.
Το ποσό αυτό αναμένεται να αυξηθεί ακόμη περισσότερο, αφού τα μέλη του ΝΑΤΟ συμφώνησαν τον Ιούνιο να αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες, μέσα στην δεκαετία, από τον τρέχοντα στόχο του 2% του ΑΕΠ στο 3,5% με ένα επιπλέον 1,5% για συναφείς δαπάνες σε τομείς όπως οι υποδομές.
Μπορεί;
Μπορεί όμως, η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία να ανταποκριθεί στην πρόκληση;
Η λευκή βίβλος «Readiness 2030», που δημοσιεύθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή τον Μάρτιο, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι εταιρείες του ηπείρου «δεν είναι σε θέση να παράγουν αμυντικά συστήματα και εξοπλισμό στις ποσότητες και με την ταχύτητα που χρειάζονται τα κράτη μέλη».
Οι ευρωπαϊκές εταιρείες άμυνας υστερούν σημαντικά σε σχέση με τις αντίστοιχες αμερικανικές, εν μέρει λόγω της τάσης των κυβερνήσεων του ηπείρου να ευνοούν τις δεύτερες. Η Rheinmetall είχε έσοδα μόλις 10 δισ. ευρώ πέρυσι, το ένα έκτο των εσόδων της Lockheed Martin.
«Η παραγωγή προηγμένου εξοπλισμού, περιορισμένη έως ανύπαρκτη»
«Οι ευρωπαίοι οι κατασκευαστές, μπορούν να καλύψουν τη ζήτηση για πυρομαχικά και οβίδες, και έχουν επεκτείνει την παραγωγή αρμάτων μάχης. Αλλά η παραγωγή προηγμένου εξοπλισμού, όπως πυραυλικά πυρομαχικά, πύραυλοι μεγάλου βεληνεκούς και συστήματα αεράμυνας, είναι «στην καλύτερη περίπτωση περιορισμένη και στη χειρότερη ανύπαρκτη», σύμφωνα με το Ινστιτούτο Kiel, με το οποίο ήρθε σε επαφή ο Economist.
Η εγρήγορση για την επίτευξη των αμυντικών στόχων της ΕΕ θα είναι μια δύσκολη υπόθεση για μια βιομηχανία που εμποδίζεται από τον κατακερματισμό, τις αργές διαδικασίες στην σύναψη συμφωνιών και τον ελάχιστο αριθμό καινοτόμων εταιρειών.
Κατακερματισμός «δυνάμεων» και αμφίβολα αποτελέσματα
Αν και οι προσπάθειες συγχωνεύσεων αμυντικών εταιρειών βρίσκονται σε εξέλιξη- τον Σεπτέμβριο, η Rheinmetall ανακοίνωσε ότι θα εξαγοράσει την Naval Vessels Lürssen, κατασκευαστή πολεμικών πλοίων- δεδομένου ότι οι κυβερνήσεις είναι απρόθυμες να επιτρέψουν τη συγχώνευση εταιρειών που θεωρούνται ζωτικής σημασίας για την εθνική ασφάλεια, οι συγχωνεύσεις μεταξύ των μεγαλύτερων εταιρειών είναι απίθανες.
Την ίδια στιγμή, τα κοινά προγράμματα είχαν αμφίβολα αποτελέσματα. Αν και το μαχητικό Eurofighter Typhoon, αποτέλεσμα της συνεργασίας μεταξύ Βρετανίας, Γερμανίας, Ιταλίας και Ισπανίας, στέφθηκε με επιτυχία, το Future Combat Air System, μια προσπάθεια ανάπτυξης ενός νέου ευρωπαϊκού μαχητικού αεροσκάφους που θα υποστηρίζεται από σμήνος drone, απειλείται από τις διαμάχες μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας.
Επιφυλάξεις για επενδύσεις λόγω «αόριστων δεσμεύσων»
Οι χρονοβόρες διαδικασίες σύναψης συμφωνιών προμηθειών αποτελούν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία, η οποία είναι επιφυλακτική όσον αφορά τις επενδύσεις που βασίζονται σε αόριστες δεσμεύσεις για μελλοντικές δαπάνες.
Χωρίς σταθερές παραγγελίες για μεγάλες ποσότητες εξοπλισμού, οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον τομέα της άμυνας δυσκολεύονται να επιδιώξουν αύξηση της παραγωγικής ικανότητας. «Κανείς δεν βασίζεται σε υποσχέσεις», λέει ο John Schmidt της εταιρείας συμβούλων Accenture.
Όσον αφορά την κατασκευή προηγμένου στρατιωτικού υλικού, οι αργόσυρτοι ρυθμοί ανάπτυξή τους, σημαίνουν ότι ο αμερικανικός εξοπλισμός μπορεί να παραμείνει φθηνότερος και πιο προσιτός για πολλά χρόνια ακόμα.
Η σύγκρουση στην Ουκρανία έδειξε τη σημασία των drones στο πεδίο της μάχης και των δορυφόρων στο διάστημα. Αν η Ευρώπη δεν θέλει να εξαρτάται από τρίτους, πρέπει να είναι σε θέση να παράγει τέτοια συστήματα σε μεγάλη κλίμακα.
Λίγα τα λεφτά για την καινοτομία
Για να το επιτύχει αυτό, χρειάζεται το είδος των νεοφυών εταιρειών που έχουν αρχίσει να κυριαρχούν στην Αμερική, όπως η Anduril, κατασκευαστής drones, και η SpaceX, που βρίσκεται πίσω από το δίκτυο δορυφόρων Starlink.
Ωστόσο, οι ευρωπαϊκές κεφαλαιαγορές δεν είναι τόσο ισχυρές και δεν διαθέτουν την ίδια ρευστότητα με αυτές της Αμερικής, γεγονός που δυσκολεύει τους νεοεισερχόμενους να «συγκεντρώσουν κεφάλαια, να καινοτομήσουν και να ανταγωνιστούν», σύμφωνα με το Goldman Sachs Global Institute.
Η Ευρώπη θα χρειαστεί πολλούς περισσότερους επιχειρηματίες που είναι διατεθειμένοι να αναλάβουν μεγάλα ρίσκα, αν θέλει να αναζωογονήσει την αμυντική της βιομηχανία και να μειώσει την εξάρτησή της από τα αμερικανικά όπλα. Χωρίς αυτούς, θα δυσκολευτεί να προστατευθεί σε έναν όλο και πιο εχθρικό κόσμο.
naftemporiki.gr
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












