Skip to main content

Ρίσι Σούνακ: Φίλος ή εχθρός για τον Εμανουέλ Μακρόν;

Της Ιωάννας Βαρδαλαχάκη
[email protected]

Όταν τον περασμένο Αύγουστο η Λιζ Τρας, που τότε ήταν το φαβορί για την πρωθυπουργική θέση του Ηνωμένου Βασιλείου, είχε ερωτηθεί «Εμανουέλ Μακρόν: Φίλος ή εχθρός;» απάντησε ότι η απόφαση δεν είχε βγει ακόμα. Η απάντησή της είχε προκαλέσει ποικίλες αντιδράσεις, με τον ίδιο τον Γάλλο πρόεδρο να σχολιάζει πως σε αυτή την περίπτωση υπάρχει σοβαρό πρόβλημα. Στην ίδια εκδήλωση ο Ρίσι Σούνακ, που κλήθηκε να απαντήσει στην ίδια ερώτηση, φάνηκε πιο σίγουρος λέγοντας πως είναι «ξεκάθαρα φίλος».

Από τον Αύγουστο πολλά έχουν αλλάξει στη Βρετανία. Η Λιζ Τρας έκανε ένα πέρασμα από την Ντάουνινγκ Στριτ και αφού παραιτήθηκε την προηγούμενη εβδομάδα ο Ρίσι Σούνακ ανέλαβε και επίσημα χθες την πρωθυπουργία του Ηνωμένου Βασιλείου.

Από την ευρωπαϊκή σκοπιά, το μόνο σίγουρα καλό νέο από το Λονδίνο ήρθε την Κυριακή όταν ο Μπόρις Τζόνσον ανακοίνωσε ότι δεν θα διεκδικήσει την ηγεσία του Συντηρητικού κόμματος. «Μετά από δύο δύσκολες μέρες που εξετάστηκε το ενδεχόμενο επιστροφής του, αυτό ήταν μεγάλη ανακούφιση», παραδέχτηκε ένας ανώτερος αξιωματούχος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ΕΕ υποδέχεται με επιφύλαξη αλλά και ανακούφιση τον Σούνακ, που έβλεπε ως τη φωνή της λογικής στην κυβέρνηση Τζόνσον και τον πιο απρόθυμο να εμπλακεί σε εμπορικό πόλεμο με τις Βρυξέλλες.

Και ο Μακρόν ανακουφίστηκε σίγουρα. Ήταν γνωστή η άποψή του για τον Τζόνσον, έχοντας δηλώσει μεγάλος αντι-φαν του. «Είμαι Μπορισοφοβικός», έχει δηλώσει. Τις τελευταίες εβδομάδες επίσης συνηθίζει να τονίζει ότι η Ευρώπη χρειάζεται να έχει το Ηνωμένο Βασίλειο ξανά «κοντά της».

Ο Σούνακ ξεκινάει δουλειά με ένα πρωταρχικό στόχο: να περιορίσει το χάος που άφησε το σύντομο πέρασμα της Τρας από την εξουσία. «Θα διορθώσω τα λάθη της Τρας», όπως είπε κατά την πρώτη του ομιλία ως ο τρίτος πρωθυπουργός φέτος και ο νεότερος εδώ και δύο αιώνες. Ο στόχος του μεταφράζεται σε μια επιχείρηση αποκατάστασης της αξιοπιστίας και της σταθερότητας της διακυβέρνησης στη Βρετανία, δύο στοιχεία που κάποτε την χαρακτήριζαν.  

Αυτά είναι επίσης τα χαρακτηριστικά που επιθυμεί από τον πρωθυπουργό της Βρετανίας η Γαλλία, και συγκεκριμένα ο Μακρόν. Μπορεί να είναι ο τέταρτος Βρετανός πρωθυπουργός στα πέντε χρόνια του Μακρόν ως πρόεδρος της Γαλλίας, αλλά πιθανότατα είναι αυτός με τον οποίο θα τα πάει καλύτερα, σχολιάζει ο Γκάβιν Μόρτιμερ του Spectator, υπογραμμίζοντας πως παρά τις διαφορές, οι δύο άνδρες έχουν (και) πολλά κοινά- σε προσωπικότητα και στιλ ηγεσίας αλλά και στις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν στο εσωτερικό. 

Πλέον αξιωματούχοι τόσο από το Παρίσι όσο και από το Λονδίνο ελπίζουν ότι ο Σούνακ θα βοηθήσει στη βελτίωση της ανταγωνιστικής σχέσης μεταξύ Βρετανίας και Γαλλίας, παρά τις ανησυχίες ότι το Brexit- και ιδιαίτερα το καθεστώς της Βόρειας Ιρλανδίας- μπορεί ακόμη να εμποδίσει την πρόοδο.

«Οι διαφορές στην πολιτική και το πρόγραμμα είναι ακόμα πολύ σημαντικές», αναφέρει στην Washington Post ο Πίτερ Ρίκετς, πρεσβευτής της Βρετανίας στη Γαλλία μεταξύ 2012 και 2016.  Υπογράμμισε όμως ότι ο Σουνάκ «δεν έχει τη συνήθεια του [πρώην πρωθυπουργού Μπόρις] Τζόνσον να κοροϊδεύει και να υποτιμά διεθνείς ηγέτες». «Είναι ένας πολύ πιο σεβαστός, σοβαρός πολιτικός και νομίζω ότι πιθανότατα αυτός και ο Μακρόν θα τα πάνε πολύ καλά», εκτιμάει.

Παράλληλα, κατά κάποιο τρόπο, «και οι δύο φαίνονται να είναι πρακτικοί πολιτικοί και λιγότερο ιδεολόγοι», σύμφωνα με τον Νίκολας Ντούνγκαν της CogitoPraxis.

Ο εχθρός του εχθρού μου, δύο φορές φίλος μου

Το timing της αλλαγής ηγεσίας στη Βρετανία είναι μάλιστα ιδανικό για τον Μακρόν, σημειώνει ο Μόρτιμερ αναφέροντας ότι ο Γάλλος πρόεδρος  βρίσκεται σε αναζήτηση νέων φίλων στην Ευρώπη, καθώς απομακρύνεται όλο και περισσότερο από την γερμανική παρέα του.

Το απέδειξε άλλωστε το Σαββατοκύριακο όταν παραμέρισε το ιδεολογικό χάσμα που τον χωρίζει από την νέα Ιταλίδα πρωθυπουργό, και έγινε ο πρώτος αρχηγός κράτους που την επισκέφτηκε στη Ρώμη με σκοπό να επανακαθορίσει τους δεσμούς Γαλλίας και Ιταλίας που είχαν ήδη καλλιεργηθεί επί Μάριο Ντράγκι.

Μεταξύ των θεμάτων που συζήτησαν ο Εμανουέλ Μακρόν και η μεταφασίστρια Τζόρτζια Μελόνι ήταν και η μεταναστευτική κρίση, ένα ζήτημα που αποτελεί σταθερά μήλον της έριδος μεταξύ των δύο χωρών. Η συνάντησή τους, ωστόσο, χαρακτηρίστηκε ως «ειλικρινής και απαιτητική».

Μπορεί  αυτό που ενώνει τον Μακρόν με τη Μελόνι, η οποία σε προηγούμενες ομιλίες της είχε καταστήσει σαφές ότι δεν αποτελεί θαυμάστρια του Γάλλου προέδρου, να είναι η δυσαρέσκεια για την πολιτική του Βερολίνου, κι επομένως κοινός στόχος των δύο να είναι η άσκηση πίεσης στη Γερμανία ώστε να καμφθεί η αρνητική της στάση στα ευρωπαϊκά ζητήματα που άπτονται της ενεργειακής κρίσης.

Επόμενη συνάντηση στην ατζέντα του Γάλλου προέδρου είναι με τον Γερμανό καγκελάριο Όλαφ Σολτς. Οι δύο ηγέτες θα συναντηθούν σήμερα στο Παρίσι- κι έπειτα ο Σολτς θα επισκεφθεί την χώρα μας. Η σχέση των δύο ηγετών φαίνεται ότι περνάει κρίση, και εν μέρει στη συνάντηση θα γίνει προσπάθεια να γεφυρωθεί το χάσμα. Όμως η αλήθεια είναι ότι η Γαλλία και η Γερμανία βρίσκονται εν μέσω ενός πικρού διαζυγίου. Όπως σχολιάζει η Le Figaro, υπάρχει μια «βαθιά γεωστρατηγική μετατόπιση, μια μακροχρόνια τάση που θα μεταμορφώνει το πρόσωπο της Ευρώπης για πολύ καιρό ακόμη».

Η κυκλικότητα της Ιστορίας

Ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει ταρακουνήσει τη Γερμανία, ενεργειακά, οικονομικά και στρατιωτικά. Την ίδια ώρα όμως οι συνέπειες της σύγκρουσης γίνονται πιο σοβαρές για τη Γαλλία.

Στο μεταξύ, η Γερμανία ετοιμάζεται να εξοπλιστεί στρατιωτικά, έχοντας την ενθουσιώδη υποστήριξη των ΗΠΑ από τις οποίες το Βερολίνο θα αγοράσει μεγάλο μέρος του υλικού της. Όσο ισχυρότερη είναι η Γερμανία στρατιωτικά, πιστεύει η Ουάσιγκτον, τόσο ισχυρότερο είναι το ΝΑΤΟ στην Ευρώπη.

Δυστυχώς για τη Γαλλία, δεν υπάρχει μια θέση για το Παρίσι στη νέα ευρωπαϊκή τάξη πραγμάτων.  Οι γαλλογερμανικές σχέσεις, που παραδοσιακά είναι η κινητήρια δύναμη πίσω από μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής πολιτικής, είναι ολοένα και πιο τεταμένες. Όπως το έθεσε η Le Figaro: «Το Βερολίνο βλέπει τον εαυτό του ως το κέντρο μιας Ευρώπης που έχει διευρυνθεί σημαντικά προς τα ανατολικά, από την Ουκρανία έως τα Βαλκάνια. Το Παρίσι θα έβρισκε τον εαυτό του ως επικεφαλής των χωρών της Med: Ιταλία, Ισπανία, Ελλάδα».  

Αυτό που βιώνει η Γαλλία σήμερα είναι αυτό που φοβόταν ο Φρανσουά Μιτεράν το 1989, εξηγεί ο Μόρτιμερ. Τότε είχε εκφράσει στην Μάργκαρετ Θάτσερ την ανησυχία του ότι η «επικίνδυνη» επιτάχυνση της γερμανικής επανένωσης θα είχε ως αποτέλεσμα να κυριαρχήσει στην Ευρώπη. Η Θάτσερ είχε συμφωνήσει. «Πρέπει να βάλουμε τους Γερμανούς σε ένα πλαίσιο όπου θα είναι υπό έλεγχο», είχε πει. Μία από τις λύσεις του Μιτεράν ήταν η «επανίδρυση της συνόδου μεταξύ Γαλλίας και Βρετανίας, όπως το 1913 και το 1938».

Η Γαλλία δεν μπορεί να συνεχίσει να πιστεύει στη Γερμανία, μια σχέση που η Le Figaro χαρακτηρίζει ως «μύθο». Καλλιεργήθηκε από το Παρίσι «για να αντισταθμίσει την παρακμή της Γαλλίας, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο επιδιώκει να κρύψει την παρακμή του με τη μεγάλη ψευδαίσθηση μιας ειδικής σχέσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες».

Σε αυτό το πλαίσιο, μια βρετανογαλλική προσέγγιση σήμερα θα σηματοδοτούσε μια σημαντική αλλαγή στην ευρωπαϊκή πολιτική, μετά από χρόνια κατά τα οποία οι δύο χώρες έδωσαν σκληρές διπλωματικές μάχες με επίκεντρο τους πρόσφυγες, τα δικαιώματα αλίευσης για το Brexit και φυσικά την τριμερή συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ, Βρετανίας και Αυστραλίας «AUKUS» που άφησε στην απ’ έξω την Γαλλία. 

Οι εντάσεις μεταξύ των δύο χωρών ήταν σοβαρές, και ο Τζόνσον φαινόταν να μην έχει διάθεση να επενδύσει στις σχέσεις με το Παρίσι. Μετά όμως ήρθε ο πόλεμος στην Ουκρανία αλλάζοντας τον τρόπο σκέψης στην Ευρώπη και ανοίγοντας τον δρόμο σε ένα επαναπροσδιορισμό των σχέσεων, κυρίως επειδή «υπάρχουν πολλά περισσότερα που τις ενώνουν παρά που τις χωρίζουν», όπως λέει χαρακτηριστικά η Τζορτζίνα Ράιτ του Ευρωπαϊκού Προγράμματος του Ινστιτούτου Montaigne.