Skip to main content

Τα funds οδηγούν σε νέα ύψη το Χρηματιστήριο

INTIME NEWS / ΚΑΠΑΝΤΑΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ

Στα 98,420 δισ. ευρώ η κεφαλαιοποίηση, αυξημένη κατά 10,5 δισ. στο τρίμηνο

Πρόσω ολοταχώς για την αναβάθμιση το 2025 πορεύθηκε το Χρηματιστήριο Αθηνών το πρώτο τρίμηνο του 2024, με την κεφαλαιoποίηση να αυξάνεται κατά 10,5 δισ. ευρώ στις πρώτες 61 συνεδριάσεις της χρονιάς.

Κύριο χαρακτηριστικό των συνεδριάσεων του α’ τριμήνου ήταν η αύξηση της μέσης ημερήσιας αξίας συναλλαγών, καθώς από τον περασμένο Νοέμβριο έχουν αποβιβαστεί στην Ελλάδα τα μεγαλύτερα επενδυτικά funds του εξωτερικού.

H αφρόκρεμα των μεγαλύτερων θεσμικών του εξωτερικού [Fidelity, Blackrock, Capital Group, Norgest (Νορβηγία), Lazard, Allianz, GIC (Σιγκαπούρη), Robecco (Ολλανδία), RWC (HΠΑ) και Wellington] άλλαξε μονομιάς τον χάρτη εκροών – εισροών στην εγχώρια αγορά.

Τα επενδυτικά σχήματα που εισήλθαν στην Αθήνα διαχειρίζονται δεκάδες τρισεκατομμύρια δολάρια, σε μια αγορά με συνολική κεφαλαιοποίηση 98,420 δισ. ευρώ και με μόλις 21 εταιρείες -σε σύνολο 154- με κεφαλαιοποίηση άνω του 1 δισ. ευρώ, έναντι 17 στο τέλος του 2022.

Η ικανοποιητική εικόνα των μεσαίων και μικρών κεφαλαιοποιήσεων διατηρεί τη ρευστότητα εντός του συστήματος, μεγαλώνει τον κύκλο του επενδυτικού rotation και λειτουργεί σαν αντίβαρο σε ρευστοποιήσεις που αναμενόμενα μετά από τέσσερις συνεχόμενους μήνες ανόδου έχουν αυξήσει σημαντικά την προσφορά.

Ανασταλτικά στις ρευστοποιήσεις και στη διατήρηση του ενδιαφέροντος λειτουργούν και τα μερίσματα, καθώς ο χρόνος αποκοπής των λίγων μηνών ή εβδομάδων σε συνδυασμό με την απόδοση δίνουν κίνητρα διακράτησης στους κατέχοντες.

Εκτίμηση για καλύτερες επιδόσεις

Η συνεπής ως τώρα εκτέλεση των επιχειρηματικών πλάνων και η επίτευξη των στόχων κερδοφορίας από τον βασικό κορμό των εισηγμένων εταιρειών της μεγάλης και της μεσαίας κεφαλαιοποίησης έχει βελτιώσει τα αντανακλαστικά της αγοράς και έχει αυξήσει την αξιοπιστία των διοικήσεων. Το κυριότερο ωστόσο στοιχείο που προκύπτει από την επικαιροποίηση των επιχειρηματικών πλάνων για την επόμενη ή τις επόμενες χρήσεις είναι η εκτίμηση για υψηλότερες λειτουργικές επιδόσεις. Αν είναι κάτι για το οποίο σίγουρα μπορεί να επιχαίρει κανείς είναι ο βαθμός συνέπειας των γεγονότων ως τώρα, η ροή νέων και η ολοκλήρωση δύσκολων εγχειρημάτων έχει βοηθήσει στην αλλαγή της ψυχολογίας, την αύξηση του ενδιαφέροντος και το βαθμό αποτελεσματικότητας της αγοράς.

Στις τελευταίες συνεδριάσεις του Μαρτίου η αγορά παρέμεινε σε φάση συσσώρευσης και τα αρνητικά πρόσημα των τελευταίων ημερών δεν σημαίνουν ότι έχει αρχίσει η διόρθωση. Προς το παρόν τον τόνο δίνουν οι κινήσεις αναδιάρθρωσης χαρτοφυλακίων και η κατοχύρωση βραχυχρόνιων αποδόσεων. Το αγοραστικό ενδιαφέρον παραμένει ισχυρό, ωστόσο το μειονέκτημα είναι ότι το 90% περίπου του ημερήσιου τζίρου καλύπτουν οι μετοχές και οι τίτλοι της υψηλής κεφαλαιοποίησης. Θετικοί καταλύτες για τις συνεδριάσεις του Απριλίου αποτελούν οι επιχειρηματικές εξελίξεις, οι διαρρέουσες πληροφορίες και η φημολογία για κυοφορούμενα deals, με επίκεντρο τον κλάδο πληροφορικής. Το χθεσινό «καλό νέο» για την αγορά ήταν η είδηση ότι ο SSM έδωσε πράσινο φως στις τράπεζες για διανομή μερισμάτων. Η υποτονικότητα στις συναλλαγές και ο μειωμένος τζίρος αυτή την εβδομάδα οφείλονται στην περιορισμένη ροή εντολών από το εξωτερικό, λόγω της Μεγάλης Εβδομάδας των Καθολικών και του κλεισίματος τριμήνου. Οι διαχειριστές χαρτοφυλακίων έκλεισαν χθες τα βιβλία τριμήνου, «έγραψαν» μπόνους υψηλών αποδόσεων για το τρίμηνο και θα επανέλθουν στην αγορά την προσεχή Τρίτη, μετά τις γιορτές του δικού τους Πάσχα.

Σε καταστολή οι αρνητικοί παράγοντες

Φαίνεται δε ότι η κινητικότητα θα συνεχιστεί, καθώς εξωγενείς αρνητικοί παράγοντες που μπορούν να μετριάσουν τη δυναμική βρίσκονται σε καταστολή: Το κλίμα στο εξωτερικό παραμένει ευνοϊκό, με τις βασικές αγορές να βρίσκονται σε διαρκή επαφή με τα ιστορικά υψηλά τους, υποστηρίζοντας τη δυναμική της εγχώριας ανόδου με ή χωρίς τη συνδρομή των σχετικών αποτιμήσεων. Παράλληλα η κερδοφορία των εταιρειών επιβεβαιώνει την αισιοδοξία των επενδυτών, καθώς εκτός από τα ρεκόρ που καταγράφονται οι εταιρείες δείχνουν συνέπεια στη βελτίωση του περιθωρίου κέρδους, στη μείωση του δανεισμού και στην αύξηση της καθαρής κερδοφορίας.