Ολοένα και μεγαλύτερα ποσά συσσωρεύονται στις τραπεζικές καταθέσεις, παρά τις μηδενικές και χαμηλότερες του πληθωρισμού αποδόσεις, ενώ την ίδια ώρα το υπόλοιπο των δανείων που έχουν χορηγηθεί από τις τράπεζες υποχωρεί, παρά τον καταιγισμό επιδοτήσεων, αλλά και τη συνεχιζόμενη αποκλιμάκωση των ευρωπαϊκών επιτοκίων.
Η «γεμάτη» από εξελίξεις τελευταία 5ετία -απόνερα της οικονομικής κρίσης, πανδημία, ενεργειακή κρίση, πολεμικά μέτωπα σε Ευρώπη και Μέση Ανατολή, πληθωριστική κρίση και συνεπακόλουθη έκρηξη επιτοκίων έχει φέρει αύξηση των καταθέσεων κατά 52 δισ. ευρώ για επιχειρήσεις και νοικοκυριά, αλλά και μείωση του υπολοίπου των δανείων κατά 22 δισ. ευρώ στο ίδιο διάστημα.
Η τραπεζική «λογική» υπαγορεύει ότι με την αύξηση των καταθέσεων δημιουργείται το απαραίτητο «απόθεμα» ώστε να τονωθούν οι χορηγήσεις. Αυτό, ωστόσο, δεν αποτυπώνεται στα επίσημα στατιστικά της Τράπεζας της Ελλάδας – γεγονός που αποδίδεται στις «ιδιαιτερότητες» της συγκεκριμένης περιόδου λόγω εγχώριων, αλλά και διεθνών παραγόντων.
Η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στο τραπεζικό σύστημα, η… υποχρεωτική αποταμίευση κατά την περίοδο της πανδημίας, λόγω κλειστών επιχειρήσεων, το άφθονο χρήμα που έπεσε στην αγορά για να μετριαστούν οι επιπτώσεις του lockdown, αλλά και η εξοικείωση των πολιτών με τις ηλεκτρονικές πληρωμές -κάτι που αφήνει περισσότερο χρήμα στους τραπεζικούς λογαριασμούς- είναι οι βασικοί λόγοι στους οποίους αποδίδεται η συνεχιζόμενη αύξηση του υπολοίπου των καταθέσεων, όχι μόνο από τις επιχειρήσεις, αλλά και από τα νοικοκυριά.
Στην 5ετία, το υπόλοιπο των τραπεζικών λογαριασμών έχει αυξηθεί κατά 52 δισ. ευρώ, με τα 30,7 δισ. ευρώ απ’ αυτό το ποσό να οφείλονται στη συναλλακτική συμπεριφορά των νοικοκυριών. Θα περίμενε κανείς ότι οι μηδενικές αποδόσεις των καταθέσεων -ουσιαστικά παρέμειναν Τα παράδοξα του χρήματος: ολοένα και μεγαλύτερα ποσά συσσωρεύονται στις τραπεζικές καταθέσεις, παρά τις μηδενικές και χαμηλότερες του πληθωρισμού αποδόσεις, ενώ την ίδια ώρα το υπόλοιπο των δανείων που έχουν χορηγηθεί από τις τράπεζες υποχωρεί, παρά τον καταιγισμό επιδοτήσεων, αλλά και τη συνεχιζόμενη αποκλιμάκωση των ευρωπαϊκών επιτοκίων. Η τραπεζική λογική συναντά την ελληνική ιδιαιτερότητα Η αύξηση των αποταμιεύσεων στην 5ετία δεν έφερε τις αντίστοιχες χρηματοδοτήσεις σε χαμηλά επίπεδα και κατά τη διάρκεια της πληθωριστικής κρίσης- θα οδηγούσαν τα νοικοκυριά σε δεύτερες σκέψεις και στη διαπίστωση ότι η διατήρηση αποταμιεύσεων σε λογαριασμούς ταμιευτηρίου τελικώς οδηγεί σε απώλεια πραγματικής αξίας λόγω πληθωρισμού.
Προς το παρόν, κάτι τέτοιο δεν παρατηρείται, παρά το γεγονός ότι υπάρχει αναθέρμανση του ενδιαφέροντος για τοποθετήσεις κεφαλαίων σε άλλες μορφές επένδυσης, όπως τα αμοιβαία κεφάλαια ή οι μετοχές. Το υπόλοιπο των καταθέσεων των νοικοκυριών έφτασε τον Ιούλιο στα 150,4 δισ. ευρώ, αυξημένο περίπου κατά 4,5 δισ. ευρώ συγκριτικά με τον αντίστοιχο περσινό μήνα και κατά 30,7 δισ. ευρώ συγκριτικά με τον Ιούλιο του 2020 όταν εν μέσω πανδημίας οι λογαριασμοί είχαν υπόλοιπο 119,7 δισ. ευρώ. Γιατί αυξήθηκαν οι καταθέσεις Είναι γεγονός -και προκύπτει από τα στοιχεία- ότι το μεγαλύτερο κομμάτι της αύξησης προήλθε από το υποχρεωτικό πάγωμα της συναλλακτικής δραστηριότητας λόγω της πανδημίας. Μέσα σε μια χρονιά, από το 2020 στο 2021, το υπόλοιπο αυξήθηκε κατά περισσότερα από 11,5 δισ. ευρώ. Και μετά, όμως, δεν υπήρξε ανακοπή της ανοδικής τάσης. Απλώς περιορίστηκε ο ρυθμός. Η αύξηση αποδίδεται από τους ειδικούς σε μια σειρά από παραμέτρους:
1. Στην αύξηση των ηλεκτρονικών πληρωμών. Η Τράπεζα της Ελλάδας έχει καταγράψει την τελευταία 5ετία κατακόρυφη μείωση της κίνησης του χρήματος στη φυσική του μορφή. Αυτό οδηγεί και σε αύξηση του υπολοίπου των τραπεζικών καταθέσεων.
2. Στη συνεχιζόμενη αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στο τραπεζικό σύστημα. Τα κεφάλαια που υπήρχαν αποθηκευμένα στα… στρώματα επέστρεψαν στις τράπεζες, ενώ εκτιμάται ότι αυτό συνεχίζεται ακόμη και σήμερα. Πλέον εμφανίζονται στα υπόλοιπα τραπεζικών καταθέσεων και χρήματα που είχαν τοποθετηθεί σε θυρίδες.
3. Στην έλλειψη επενδυτικής κουλτούρας. Με την πληθωριστική έκρηξη των τελευταίων ετών, θα περίμενε κανείς ότι οι διαχειριστές των καταθέσεων θα στρέφονταν σε άλλα επενδυτικά προϊόντα, αναζητώντας υψηλότερες αποδόσεις. Αυτό καταγράφεται με πολύ αργά βήματα και για πολύ μικρό αριθμό πολιτών.
4. Στον κατακερματισμό των υπολοίπων των καταθέσεων. Μπορεί το νούμερο των 150 δισ. ευρώ να φαντάζει μεγάλο, όμως όταν «σπάει» σε δεκάδες εκατομμύρια λογαριασμούς με υπόλοιπα μερικών χιλιάδων ευρώ, αυτό περιορίζει και τον αριθμό όσων θα ενδιαφέρονταν να μετακινήσουν τις καταθέσεις τους σε άλλες πηγές με υψηλότερες αποδόσεις. Λογαριασμοί με αυτά τα υπόλοιπα χρησιμοποιούνται πλέον για την κάλυψη των καθημερινών αναγκών
5. Στη βελτίωση των συνθηκών στην ελληνική οικονομία. Οι επιδόσεις της τελευταίας 5ετίας σε επίπεδο μεταβολής του πραγματικού εισοδήματος ή της αποταμίευσης δεν έχουν καμία σχέση με τις αντίστοιχες των προηγούμενων ετών. Αποστροφή στον δανεισμό Τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδας καταγράφουν και συνεχιζόμενη… αποστροφή προς τον δανεισμό. Στα 74 δισ. ευρώ το υπόλοιπο των νοικοκυριών τον Ιούλιο του 2020, στα 38,2 δισ. ευρώ το υπόλοιπο τον Ιούλιο του 2025.
Πολλοί οι λόγοι που οδηγούν σε αυτή την επίδοση.
- Πρώτον, το γεγονός ότι τα νοικοκυριά ακόμη παλεύουν με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του παρελθόντος και τα κόκκινα δάνεια, κάτι που σημαίνει ότι ο νέος δανεισμός είναι εκτός συζήτησης.
- Δεύτερον, οι… πληγές που έχουν ανοίξει κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης έχουν καταστήσει περισσότερο επιφυλακτικά τα νοικοκυριά στο να προχωρήσουν σε νέο δανεισμό. Αυτό το διαπιστώνουν οι τράπεζες στις χορηγήσεις στεγαστικών δανείων (σ.σ.: η μεγάλη πλειονότητα των αγοραπωλησιών χρηματοδοτείται με διαθέσιμα κεφάλαια), το διαπιστώνουν και τα εμπλεκόμενα υπουργεία με τα διάφορα χρηματοδοτικά προγράμματα: όποιο πρόγραμμα προβλέπει επιδότηση γίνεται ανάρπαστο, ενώ όποιο πρόγραμμα προβλέπει δανεισμό ακόμη και με ευνοϊκούς όρους κινείται με πολύ χαμηλότερες ταχύτητες.
- Υπάρχει και ένας τρίτος λόγος: Οι όροι χορήγησης νέων δανείων έχουν γίνει πολύ πιο συγκεκριμένοι συγκριτικά με την προηγούμενη περίοδο έκρηξης του δανεισμού (σ.σ.: έως και το 2007). Οι διασταυρώσεις είναι πιο συγκεκριμένες και τα δάνεια δεν δίδονται σε όσους δεν προκύπτει ότι θεωρούνται αξιόχρεοι. Πώς αποτυπώνεται αυτό στην πράξη; Χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αλλά και νοικοκυριά μπορεί να θέλουν να δανειστούν για να χρηματοδοτήσουν κάποιο σχέδιο ή για να αναχρηματοδοτήσουν προηγούμενες οφειλές. Τα συσσωρευμένα βάρη του παρελθόντος θα τους κόψουν τον δρόμο γι’ αυτό και επιχειρείται να αξιοποιηθεί το εργαλείο των κρατικών εγγυήσεων.
Διαβάστε ακόμη: Ισορροπία μετά το Ταμείο Ανάκαμψης