Αντιμέτωποι με φόρους και πρόστιμα, συνολικά μεγαλύτερα από αυτά που προσπαθούν να αποφύγουν, βρίσκονται όσοι αυτοαπασχολούμενοι ζητούν φορολογικό έλεγχο για να αμφισβητήσουν τα τεκμαρτά εισοδήματα που τους προσδιορίζουν τα αντικειμενικά κριτήρια του ν. 5073/2023.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, οι αρμόδιες φοροελεγκτικές υπηρεσίες της Ανεξάρτητης Αρχής Δη- μοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) προχωρούν στο άνοιγμα των τραπεζικών τους λογαριασμών και διενεργούν εξονυχιστικούς ελέγχους στις κι- νήσεις των λογαριασμών αυτών. Καλούν δε τους… αμφισβητίες να δικαιολογήσουν ακόμη και μικροπιστώσεις που πραγματοποιήθηκαν στους λογαριασμούς τους. Συνήθως, οι φορολογούμενοι δεν καταφέρνουν να δικαιολογήσουν την προέλευση ενός τμήματος ή ακόμη και του συνόλου των εντοπιζόμενων μικροπιστώσεων, οπότε οι ελεγκτές της ΑΑΔΕ τους επιβάλλουν φόρο 33% επί του συνολικού ποσού των αδικαιολόγητων (μικρο)πιστώσεων που έχουν εντοπίσει στους λογαριασμούς τους, καθώς χαρακτηρίζουν τα εν λόγω ποσά ως «προσαύξηση περιουσίας από αδήλωτες πηγές».
Επιπλέον, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο συνολικός φόρος που προκύπτει από τον έλεγχο είναι μεγαλύτερος από τον συνολικό φόρο του εκκαθαριστικού ση- μειώματος τους επιβάλλουν και πρόστιμο ανακρίβειας 50% επί της πρόσθετης διαφοράς φόρου.
Το τελικό αποτέλεσμα είναι οι φορολογούμενοι αυτοί να κα- λούνται, εν τέλει, να πληρώσουν πολύ μεγαλύτερα ποσά φόρων και προστίμων από τα ποσά του φόρου εισοδήματος που τους έχουν καταλογιστεί με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια! Με άλλα λόγια, «πάνε για… μαλλί και βγαί- νουν κουρεμένοι», αφού αντί να γλιτώσουν από τους φόρους επί των τεκμαρτών εισοδημάτων μέ- σω της διαδικασίας της αμφισβή- τησης, επιβαρύνονται με ακόμη μεγαλύτερα ποσά φόρων καθώς επίσης και με υπέρογκα πρόστιμα.
Δύο περιπτώσεις
Χαρακτηριστικές είναι δύο περιπτώσεις φορολογουμένων που υπέβαλαν αιτήματα αμφισβήτη- σης των τεκμαρτών ποσών εισο- δήματος που τους προσδιόρισαν τα αντικειμενικά κριτήρια και στο πλαίσιο των αιτημάτων αυτών ζήτησαν να ελεγχθούν φορολογικά.
Στην πρώτη περίπτωση, φορολογούμενη με αίτηση που υπέβαλε αμφισβήτησε το τεκμαρτό καθαρό εισόδημα επιχειρηματικής δραστηριότητας ύψους 4.731,83 ευρώ και τον αναλογούντα φόρο ύψους 660,09 ευρώ, που της καταλόγισε, κατά την εκκαθάριση της φορολογικής της δήλωσης για το 2023, η αρμόδια υπηρεσία της ΑΑΔΕ, βάσει των αντικειμενικών κριτηρίων του ν. 5073/2023, ζητώντας να της διενεργηθεί φορολογικός έλεγχος.
Από τον φορολογικό έλεγχο που ακολούθησε, εντοπίστηκε ένα συνολικό ποσό ύψους 2.402,75 ευρώ από μικροπιστώσεις που πραγματοποιήθηκαν σε τραπεζικό της λογαριασμό. Για το ποσό αυτό η φορολογούμενη δεν παρείχε τεκμηριωμένη δικαιολόγηση της αιτίας κτήσης ή της πηγής προέλευσης. Ως εκ τούτου το ποσό αυτό χαρακτηρίστηκε από τους ελεγκτές της εφορίας ως «προσαύξηση περιουσίας από αδήλωτες πηγές», σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 21 του ν. 4172/2013, και φορολογήθηκε με συντελεστή 33% από το πρώτο ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 29 του ν. 4172/2013. Εν τέλει, ο φόρος που της καταλογίστηκε, επί ενός ποσού «αδήλωτων» μικροπιστώσεων σημαντικά μικρότερου του τεκμαρτού εισοδήματος που αμφισβήτησε, ανήλθε σε 792,91 ευρώ, δηλαδή ήταν υψηλότερος κατά 132,89 ευρώ.
Στη δεύτερη περίπτωση, φορολογούμενος ελεύθερος επαγγελματίας υπέβαλε με τροποποιητική δήλωση αίτηση αμφισβήτησης του τεκμαρτού εισοδήματος ύψους 12.234,52 ευρώ, που του προσδιόρισε η ΑΑΔΕ με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια του ν. 5073/2023, ζητώντας να του διενεργηθεί φορολογικός έλεγχος.
Στο πλαίσιο του ελέγχου που ακολούθησε, η αρμόδια φοροελεγκτική υπηρεσία προχώρησε στο άνοιγμα των προσωπικών τραπεζικών του λογαριασμών και εντόπισε, σε έναν λογαριασμό, ποσά πιστώσεων συνολικού ύψους 8.361,29 ευρώ, τα οποία χαρακτήρισε ως «προσαύξηση περιουσίας άγνωστης προέλευσης», καθώς ο φορολογούμενος αν και εκλήθη να τα δικαιολογήσει ως ήδη δηλωθέντα και φορολογηθέντα δεν τα κατάφερε, επειδή δεν προσκόμισε τα απαιτούμενα αποδεικτικά στοιχεία.
Η «ετυμηγορία»
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το πόρισμα των ελεγκτών, οι καταθέσεις ποσών συνολικού ύψους 8.361,29 ευρώ στον συγκεκριμένο προσωπικό λογαριασμό του φορολογούμενου δεν αφορούσαν έσοδα από την επιχειρηματική του δραστηριότητα μέσω νομικού προσώπου, όπως αυτός ισχυρίστηκε, αλλά αφορούσαν τον ίδιο.
Ως εκ τούτου, οι ελεγκτές εξέλαβαν το σύνολο των καταθέσεων αυτών που έγιναν στο όνομά του, στον λογαριασμό αυτόν, ως «προσαύξηση περιουσίας άγνωστης προέλευσης», βάσει της παραγράφου 4 του άρθρου 21 του ν. 4172/2013, κι όχι ως κανονικό εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα. Ακολούθως, επέβαλαν φόρο με συντελεστή 33% στο συγκεκριμένο ποσό καταθέσεων. Αν και, μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου, το φορολογητέο εισόδημα του φορολογούμενου μειώθηκε από τα 12.234,52 ευρώ που είχε προσδιοριστεί με το εκκαθαριστικό της φορολογικής του δήλωσης, βάσει των αντικειμενικών κριτηρίων του ν. 5073/2023, στα 8.361,29, ο φόρος που εκλήθη να πληρώσει μετά τον έλεγχο ήταν πολύ μεγαλύτερος από τον αρχικό φόρο του εκκαθαριστικού.
Κι αυτό συνέβη επειδή το ποσό των 8.361,29 ευρώ του φορολογητέου εισοδήματος που του προσδιόρισε ο έλεγχος φορολογήθηκε με 33%, ενώ το τεκμαρτό ποσό εισοδήματος των 12.234,52 ευρώ που είχε προσδιοριστεί στον φορολογούμενο με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια είχε φορολογηθεί με 9% για τα πρώτα 10.000 ευρώ και με 22% για τα επόμενα 2.234,52 ευρώ. Το αποτέλεσμα ήταν ο τελικός φόρος που εκλήθη να πληρώσει να είναι υπερδιπλάσιος, καθώς προσδιορίστηκε σε 2.645,80 ευρώ έναντι 1.279,31 που του είχε καταλογιστεί αρχικά. Επιπλέον, επειδή η αρχική φορολογική του δήλωση χαρακτηρίστηκε ανακριβής, οι ελεγκτές τού καταλόγισαν και πρόστιμο ανακρίβειας ύψους 683,25 ευρώ.