Στην ολοκλήρωση της διαμόρφωσης του νομοθετικού πλαισίου για τη φορολόγηση, τον έλεγχο και την κανονιστική λειτουργία των κρυπτονομισμάτων και των ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων (digital assets) προχωρεί το οικονομικό επιτελείο, με στόχο να καλύψει τα νομοθετικά κενά.
Η ισχύουσα φορολογική νομοθεσία δεν προβλέπει συγκεκριμένες ρυθμίσεις για τα κρυπτονομίσματα και τα ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία, με συνέπεια να δημιουργούνται προβλήματα για τα συμφέροντα του Δημοσίου αλλά και των νομοταγών φορολογουμένων.
Τα μέτρα που αναμένεται να θεσπιστούν θα προβλέπουν την ένταξη των δαπανών αγοράς κρυπτονομισμάτων και digital assets στα τεκμήρια απόκτησης περιουσιακών στοιχείων -ώστε και η δαπάνη αυτή να προστίθεται στα υπόλοιπα τεκμήρια της εφορίας, βάσει των οποίων προσδιορίζονται τα φορολογητέα εισοδήματα των φυσικών προσώπων-, τη φορολόγηση και τις περιπτώσεις απαλλαγής από τη φορολόγηση των κερδών που αποκτώνται από συναλλαγές με κρυπτονομίσματα και digital assets, καθώς και τη συμπερίληψη των κερδών από τις πωλήσεις κρυπτονομισμάτων και digital assets στα ποσά με τα οποία οι φορολογούμενοι μπορούν να καλύπτουν τεκμήρια.
Όπως ήδη έχει επισημάνει η «Ν», το γεγονός ότι δεν υπάρχουν αυτή τη στιγμή στην ισχύουσα φορολογική νομοθεσία διατάξεις που να ρυθμίζουν όλα τα παραπάνω θέματα επιτρέπει να περνούν αφορολόγητα τεράστια ποσά που διακινούνται και επενδύονται αυτή τη στιγμή από Έλληνες φορολογούμενους στα κρυπτονομίσματα και τα digital assets. Κι αυτό διότι δεν έχουν συμπεριληφθεί στα τεκμήρια της εφορίας τα χρηματικά ποσά που διαθέτουν τα φυσικά πρόσωπα για να αποκτήσουν κρυπτονομίσματα και digital assets, ώστε, εφόσον τα ποσά αυτά δεν καλύπτονται με δηλωθέντα εισοδήματα των αποκτώντων φυσικών προσώπων, να επιβάλλεται τεκμαρτή φορολόγηση αλλά και να διερευνάται αν η προέλευσή τους δεν είναι νόμιμη.
Απώλεια φορο-εσόδων
Από την άλλη πλευρά, η ανυ παρξία νομοθετικού πλαισίου δεν επιτρέπει σε νόμιμα ενεργούντες πολίτες να επικαλούνται κέρδη από πωλήσεις κρυπτονομισμάτων και digital assets για την κάλυψη των τεκμηρίων της εφορίας, ενώ παράλληλα δεν επι τρέπει και τη φορολόγηση τυχόν τεράστιων ποσών κέρδους από επενδύσεις σε κρυπτονομίσματα και digital assets. Ο υπηρεσιακός γραμματέας του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Εμμανουήλ Αντωνόπουλος, υπέγραψε και εξέδωσε, στις 17 Ιουλίου 2025, νεότερη απόφαση, με την οποία τίθεται επικεφαλής της Ομάδας Εργασίας για τον καθορισμό του πλαισίου φορολόγησης και ελέγχου των κρυπτονομισμάτων και των ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων (digital assets) η γενική γραμματέας Φορολογικής Πολιτικής του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Χρύσα Μήλιου.
Από την ίδια απόφαση προκύπτει ότι στη συγκεκριμένη Ομάδα Εργασίας προστέθηκε ένα ακόμη τακτικό μέλος, που είναι συνεργάτης της κ. Μήλιου και ότι παραμένουν μέλη της Ομάδας η γενική γραμματέας Χρηματοπιστωτικού Τομέα και Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Θεώνη Αλαμπάση, η πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, Βασιλική Λαζαράκου, και ο πρόεδρος της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων (ΕΛ ΤΕ), Παναγιώτης Γιαννόπουλος. Στόχος των εργασιών της Ομάδας, της οποίας οι εργασίες συνεχίζονται, είναι, συγκεκριμένα, η αλλαγή του φορολογικού νομοθετικού πλαισίου της χώρας, ώστε να συμπεριληφθούν σ’ αυτό και οι συναλλαγές και τα εισοδήματα από κρυπτονομίσματα και τα digital assets και να καταστεί δυνατή η αντιμετώπιση των προ βλημάτων που έχουν προκαλέσει τα υπάρχοντα νομοθετικά κενά.
Ποια είναι τα κενά
Βάσει της καταγραφής που ήδη έχει γίνει, στη φορολογική νομο θεσία υπάρχουν τα ακόλουθα κενά όσον αφορά τα κρυπτονομίσματα:
- Δεν προβλέπεται ρητά στο άρθρο 32 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 4172/2013) ότι τα χρηματικά ποσά που δαπανά κάθε φυσικό πρόσωπο για συναλλαγές με κρυπτονομίσματα και digital assets είναι τεκμήριο προσδιορισμού του φορολογητέου εισοδήματος. Τα ποσά αυτά πρέπει να θεωρούνται από την ισχύουσα νομοθεσία τεκμήρια, όπως γίνεται με τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται για την αγορά χρεογράφων γενικά. Βάσει όμως της ερμηνείας των ισχυουσών διατάξεων «στην έννοια των χρεογράφων συμπεριλαμβάνονται οι ομολογίες, τα έντοκα γραμμάτια του Ελληνικού Δημοσίου, τα ομόλογα τραπεζών, τα προθεσμιακά συμβόλαια, τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης, τα συμβόλαια δικαιωμάτων προαίρεσης, τα μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων, οι μετοχές και γενικά προϊόντα που μπορούν να διαπραγματεύονται στα χρηματιστήρια και στις αγορές». Δηλαδή, τόσο το άρθρο 32 του ΚΦΕ όσο και η σχετική ερμηνευτική εγκύκλιος δεν αναφέρουν ρητά τίποτα για τις δαπάνες αγοράς κρυπτονομισμάτων. Το κενό αυτό μπορεί να αξιοποιηθεί για παράνομο πλουτισμό και ξέπλυμα μαύρου ή βρόμικου χρήματος.
- Δεν έχει σαφώς διατυπωθεί στον ΚΦΕ και στις σχετικές ερμηνευτικές εγκυκλίους ποια ακριβώς είναι η φορολογική μεταχείριση του εισοδήματος (του κέρδους) που αποκτάται από επενδύσεις σε κρυπτονομίσματα και σε ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία (digital assets). Εμμέσως πλην σαφώς, τα εισοδήματα αυτά πρέπει να φορολογούνται ως προερχόμενα από άυλες κινητές αξίες, από άυλους τίτλους, δηλαδή με συντελεστή φόρου 15%. Όμως αυτό δεν προβλέπεται πουθενά με ρητή διατύπωση στον ΚΦΕ και είναι αναγκαίο να γίνει παρέμβαση με σχετική νομοθετική ρύθμιση, για να ξεκαθαριστεί τελικά αν θα υπάρξει καθολική αυτοτελής φορολόγηση με 15% όλων των κερδών από τις επενδύσεις σε κρυπτονομίσματα και σε ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία (digital assets) ή εάν θα υπάρξουν απαλλαγές σε κάποιες περιπτώσεις που θα συνδέονται με το ύψος των κερδών ή και τη σημασία των επενδύσεων αυτών.
- Δεν υπάρχει νομοθεσία και, ως εκ τούτου, δεν υπάρχουν οδηγίες από την ΑΑΔΕ για τον εντοπισμό και τον φορολογικό έλεγχο όσων δραστηριοποιούνται συστηματικά σε συναλλαγές με κρυπτονομίσματα και ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία. Ως εκ τούτου, είναι εξαιρετικά δύσκολο να εντοπιστούν και να προσδιοριστούν από τις ελληνικές φορολογικές Αρχές τα οικονομικά ωφελήματα των φορολογουμένων από τις δραστηριότητες αυτές, αλλά και το εάν η προέλευση των χρηματικών ποσών που διατίθενται για αγορές κρυπτονομισμάτων και ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων είναι νόμιμη. Ουσιαστικά, οι ελληνικές φορολογικές αρχές δεν έχουν στη διάθεσή τους αυτή τη στιγμή συγκεκριμένες αναλυτικές οδηγίες για να ελέγξουν και να προσδιορίσουν το ύψος των κερδών που αποκομίζουν οι εμπλεκόμενοι, καθώς και για να ελέγξουν τυχόν παράνομη προέλευση των επενδυθέντων κεφαλαίων.
- Συναλλαγές μετατροπής από συμβατικά νομίσματα και κρυπτονομίσματα ή αντίστροφες συναλλαγές που γίνονται σε ανταλλακτήρια επιβαρύνονται με ΦΠΑ, καθώς γι’ αυτές δεν ισχύει η απαλλαγή από τον ΦΠΑ που προβλέπει η κοινοτική νομοθεσία για τις υπηρεσίες ανταλλαγής των νομισμάτων που παρέχουν τα ανταλλακτήρια. Κι αυτό διότι τα κρυπτονομίσματα δεν αναγνωρίζονται ως νομίσματα από την ελληνική φορολογική νομοθεσία.
- Όσοι, εξάλλου, από τους εμπλεκόμενους θέλουν να είναι σωστοί και ειλικρινείς και να δηλώσουν στις φορολογικές τους δηλώσεις τα ποσά που επένδυσαν στα ψηφιακά αυτά προϊόντα, καθώς και τα κέρδη που αποκόμισαν, προκειμένου όχι μόνο να φορολογηθούν γι’ αυτά αλλά και να τα αξιοποιήσουν μελλοντικά για να καλύψουν τεκμήρια αγοράς περιουσιακών στοιχείων μεγάλης αξίας, όπως π.χ. ακίνητα, Ι.Χ. αυτοκίνητα κ.λπ., διαπιστώνουν τελικά ότι δεν έχουν καμία τέτοια δυνατότητα. Κι αυτό διότι έρχονται αντιμέτωποι με το γεγονός ότι δεν έχουν καθοριστεί σαφώς, με νομοθετικές παρεμβάσεις από το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, ο ακριβής τρόπος προσδιορισμού και φορολογικής αντιμετώπισης των εισοδημάτων από τα προϊόντα αυτά, καθώς και τα δικαιολογητικά έγγραφα που αποδεικνύουν ότι αποκτήθηκαν τα σχετικά ποσά, όπως γίνεται με όλες τις άλλες κατηγορίες εσόδων, εισοδημάτων και δαπανών.