Skip to main content

«Βροχή» οι διώξεις για φοροδιαφυγή και ξέπλυμα χρήματος – Ποιοι έπεσαν στην τσιμπίδα της ΑΑΔΕ

1.111 υποθέσεις ελέγχονται για ξέπλυμα μαύρου χρήματος

Χιλιάδες φορολογούμενοι, λίγο πριν από την εκπνοή του 2023, βρίσκονται ήδη αντιμέτωποι με τσουχτερά πρόστιμα και ποινικές διώξεις, καθώς πιάστηκαν στην τσιμπίδα των ελεγκτικών αρχών για ξέπλυμα μαύρου χρήματος.

Τα αποτελέσματα των ελέγχων της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων πιστοποιούν ότι η φοροδιαφυγή, τουλάχιστον στο δεκάμηνο, «ανθεί» και παραμένει η μεγαλύτερη πληγή του προϋπολογισμού, που ζημιώνει όχι μόνο την οικονομία, αλλά και την κοινωνία.

Για τον λόγο, άλλωστε, αυτό και με το «ξημέρωμα» του 2024 προχωρά στην υλοποίηση των μέτρων του πρόσφατα ψηφισθέντος νόμου, που ενισχύει το οπλοστάσιο κατά της φοροδιαφυγής, ώστε να μπει φρένο στους επιτήδειους που ζημιώνουν το Δημόσιο, αλλά και τους συνεπείς φορολογούμενους. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, οι έλεγχοι της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων ολοένα και εντείνονται προς την κατεύθυνση αυτή, ώστε να περιοριστούν τα κρούσματα ξεπλύματος μαύρου χρήματος, αλλά ταυτόχρονα και μεγάλης φοροδιαφυγής.

Τα αποτελέσματα, μάλιστα, των εν λόγω ελέγχων είναι ορατά ήδη και αρκετές υποθέσεις φοροφυγάδων και μεγαλοοφειλετών έχουν παραπεμφθεί προς έλεγχο στην Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, με τις μηνυτήριες αναφορές εναντίον όσων φέρονται να εμπλέκονται στις εν λόγω υποθέσεις να πέφτουν «βροχή».

Στο δεκάμηνο

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της ΑΑΔΕ, στο διάστημα Ιανουαρίου – Οκτωβρίου 2023 ο φοροελεγκτικός μηχανισμός απέστειλε στην ανωτέρω Αρχή 1.111 υποθέσεις, εκ των οποίων οι 340 αφορούν βεβαιωμένη φοροδιαφυγή, που θα ελεγχθούν και για ξέπλυμα μαύρου χρήματος, ενώ οι υπόλοιπες 771 αφορούν χρέη προς το Δημόσιο, τα οποία χρήζουν εμπεριστατωμένου ελέγχου.

Επισημαίνεται ότι από το ανωτέρω σύνολο των 340 υποθέσεων των οποίων οι φορολογούμενοι και επιχειρήσεις κατηγορούνται για βεβαιωμένη φοροδιαφυγή, που ξεπερνά τις 50.000 ευρώ, οι 37 προέκυψαν από ελέγχους του Ιανουαρίου, οι 57 τον Φεβρουάριο, οι 36 τον Μάρτιο, οι 22 τον Απρίλιο, οι 38 τον Μάιο, οι 56 τον Ιούνιο, οι 16 τον Ιούλιο, οι 19 τον Αύγουστο, οι 29 τον Σεπτέμβριο και οι υπόλοιπες 30 τον Οκτώβριο.

Είναι, μάλιστα, αξιοσημείωτο ότι το συνολικό ύψος της φοροδιαφυγής που καταλογίστηκε στις συγκεκριμένες υποθέσεις φοροδιαφυγής που εντόπισαν οι φορολογικές αρχές ανήλθε σε 662,95 εκατ. ευρώ.

Ταυτόχρονα, το ίδιο χρονικό διάστημα, Ιανουαρίου – Οκτωβρίου 2023, εστάλησαν στην Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες 771 υποθέσεις φορολογουμένων με βεβαιωμένα χρέη προς το Δημόσιο άνω των 50.000 ευρώ, η συνολική οφειλή των οποίων ανέρχεται σε 978,71 εκατ. ευρώ.

Εξάλλου, από τις ΔΟΥ, τα Ελεγκτικά Κέντρα (ΚΕΜΕΕΠ, ΚΕΦΟΜΕΠ) και την ΥΕΔΔΕ υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια του πρώτου εξαμήνου 707 μηνυτήριες αναφορές εναντίον φοροφυγάδων και οφειλετών του Δημοσίου. Επίσης, στο διάστημα Ιανουαρίου – Οκτωβρίου 2023, στο πλαίσιο της ανταλλαγής ύποπτων υποθέσεων, η Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες απέστειλε στις ελεγκτικές υπηρεσίες της ΑΑΔΕ ύποπτες υποθέσεις προς έλεγχο συγκεκριμένων προσώπων, αφού σε κάθε περίπτωση τα πρόσωπα που κατηγορούνται για ξέπλυμα μαύρου χρήματος ελέγχονται και για φοροδιαφυγή ή για οφειλές προς το Δημόσιο.

Έτσι η Αρχή για το Ξέπλυμα αποστέλλει στην εφορία όλες τις υποθέσεις που διερευνώνται για μαύρο χρήμα. Ειδικότερα, στο επτάμηνο η Αρχή απέστειλε στην ΑΑΔΕ 22 «βαριές» υποθέσεις μαύρου χρήματος για να ερευνηθούν για φοροδιαφυγή. Στις συγκεκριμένες υποθέσεις εμπλέκονται συνολικά 295 πρόσωπα, ενώ οι φορολογικές αρχές εξέδωσαν εντολές ελέγχου για ακόμη 137 πρόσωπα, με τα βεβαιωθέντα ποσά να προσεγγίζουν τα 120,3 εκατ. ευρώ.

Επισημαίνεται ότι στο πλαίσιο καταπολέμησης της διακίνησης του μαύρου χρήματος σημαντικές αλλαγές επήλθαν με τον νόμο 4816/2021, ο οποίος τροποποίησε διατάξεις του βασικού νόμου για το ξέπλυμα (4557/2018) και άλλαξε, μεταξύ άλλων, τον κατάλογο των παραβάσεων που εντάσσονται στα «βασικά αδικήματα».

Διαδικασία δίωξης

Έτσι, στα βασικά αδικήματα που ενεργοποιούν πλέον τη διαδικασία δίωξης για ξέπλυμα εντάσσονται η αποφυγή πληρωμής φόρων εισοδήματος, ΕΝΦΙΑ, ΦΠΑ πλοίων, ενώ εξαιρούνται οι εμπλεκόμενοι σε πλαστά και εικονικά τιμολόγια, όπως και η διασυνοριακή απάτη στον ΦΠΑ. Ταυτόχρονα, άλλαξε και η διαδικασία της δέσμευσης και απαγόρευσης εκποίησης περιουσιακών στοιχείων, ενώ δεν ισχύουν για τους κατηγορούμενους οι διατάξεις περί τραπεζικού, φορολογικού, τηλεπικοινωνιακού, χρηματιστηριακού και κάθε άλλου απορρήτου.

Τι θεωρείται έγκλημα φοροδιαφυγής από τη νομοθεσία

Με βάση την ισχύουσα νομοθεσία, έγκλημα φοροδιαφυγής διαπράττει όποιος με πρόθεση: α) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου εισοδήματος, Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝΦΙΑ) ή Ειδικού Φόρου Ακινήτων (ΕΦΑ), αποκρύπτει από τα όργανα της φορολογικής διοίκησης φορολογητέα εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή ή περιουσιακά στοιχεία, ιδίως παραλείποντας να υποβάλει δήλωση ή υποβάλλοντας ανακριβή δήλωση ή καταχωρίζοντας στα λογιστικά αρχεία εικονικές (ολικά ή μερικά) δαπάνες ή επικαλούμενος στη φορολογική δήλωση τέτοιες δαπάνες, ώστε να μην εμφανίζεται φορολογητέα ύλη ή να εμφανίζεται αυτή μειωμένη, β) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του φόρου προστιθέμενης αξίας, του φόρου κύκλου εργασιών, του φόρου ασφαλίστρων και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών, δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς αυτούς, καθώς και όποιος παραπλανά τη φορολογική διοίκηση με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη παρασιώπηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων και δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς αυτούς ή λαμβάνει επιστροφή, καθώς και όποιος διακρατεί τέτοιους φόρους, τέλη ή εισφορές, γ) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου πλοίων δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς στο Δημόσιο τον φόρο αυτόν. Όσον αφορά το ρόλο της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, αυτή μπορεί με βάση το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 4557/2018 να διαβιβάζει και να ανταλλάσσει πληροφορίες εμπιστευτικής φύσης με τις αρμόδιες εισαγγελικές ή άλλες αρχές με ερευνητικές ή ελεγκτικές αρμοδιότητες, καθώς και με τις εποπτικές αρχές του άρθρου 6 του ν. 4557/2018, εφόσον οι πληροφορίες αυτές κρίνονται αναγκαίες για το έργο τους