Skip to main content

Τι αλλάζει στο επίδομα ανεργίας: Ό,τι πρέπει να γνωρίζετε

Νέος τρόπος υπολογισμού, ενώ η πιλοτική εφαρμογή του θα αρχίσει από το νέο έτος.

Νέο επίδομα ανεργίας, που θα συνδέεται με τον μισθό του δικαιούχου όταν εργαζόταν και όχι απαραίτητα με τις κατώτατες θεσμοθετημένες αποδοχές στον ιδιωτικό τομέα, προωθεί το υπουργείο Εργασίας.

Πρόκειται για την πιλοτική εφαρμογή των προτάσεων που είχαν συμπεριληφθεί στην έκθεση Πισσαρίδη που είχε επιδοθεί στην κυβέρνηση το 2020 και ουσιαστικά αλλάζει τον τρόπο αξιοποίησης της επιδότησης της ανεργίας. Σε πρώτη φάση, η αρμόδια επιτροπή που έχει συσταθεί στη ΔΥΠΑ (τ. ΟΑΕΔ) εξετάζει όλες τις επιμέρους
παραμέτρους του εγχειρήματος, σε μια προσπάθεια η εκκίνηση, έστω και σε πιλοτικό επίπεδο 15.000 – 20.000 δικαιούχων, να πραγματοποιηθεί με το νέο έτος.

Ο υπολογισμός

Βασική διαφοροποίηση της νέας διαδικασίας είναι ότι το ποσό του επιδόματος που θα χορηγείται θα συνδέεται με τον μισθό που λάμβανε ο άνεργος όταν εργαζόταν. Ουσιαστικά, θα προκύπτει ένας «μέσος μισθός» των τελευταίων τριών χρόνων πριν ο άνεργος χάσει τη δουλειά του και από εκεί θα προκύπτει ως ποσοστό το επίδομα ανεργίας που θα λαμβάνει. Σε πρώτη φάση, προκρίνεται η χρονική διάρκεια του επιδόματος να παραμείνει ανέπαφη, όπως είναι σήμερα, δηλαδή έως 12 μήνες.

Όμως για το πρώτο μισό είναι πιθανό να χορηγείται επίδομα στο 55% του ανωτέρω «μέσου μισθού» της τελευταίας τριετίας πριν από την απόλυση. Στο δεύτερο μισό
θα επιστρέφει το επίδομα στη βάση που ήδη υπάρχει, δηλαδή ως ποσοστό του κατώτατου μισθού. Υπενθυμίζεται ότι από την 1η Απριλίου το επίδομα ανεργίας έχει διαμορφωθεί στα 479 ευρώ. Αυτό θα είναι και το κατώτατο όριο που θα θεσμοθετηθεί για τη χορήγηση της συγκεκριμένης παροχής. Έτσι, θα αποφευχθεί ο κίνδυνος σε ανέργους που ήταν χαμηλόμισθοι (π.χ. 700 ευρώ) κατά την τριετία πριν απολυθούν να τους προκύψει επίδομα ανεργίας μικρότερο και από τη βάση που ορίζει ο κατώτατος μισθός.

Στόχος είναι το νέο μοντέλο του επιδόματος ανεργίας να εφαρμοστεί πιλοτικά σε όλη τη χώρα, σε συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές, που θα επιλεχθούν από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Οργανισμού. Η δαπάνη για να εφαρμοστεί το νέο μοντέλο υπερβαίνει τα 58 εκατ. ευρώ και θα καλυφθεί από πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης.

Παράδειγμα: Έστω άνεργος που κατά την τριετία πριν απολυθεί λάμβανε μέσο μισθό 1.000 ευρώ. Κατά το α’ εξάμηνο που παραμένει άνεργος, θα λάβει ως επίδομα ανεργίας το ποσό των 550 ευρώ τον μήνα. Κατά το β’ εξάμηνο θα λάβει το ποσό των 479 ευρώ τον μήνα, που είναι η βάση του επιδόματος ανεργίας, όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα. Όπως είχε τονιστεί και στην έκθεση Πισσαρίδη, ο στόχος της συγκεκριμένης μεταρρύθμισης είναι το επίδομα ανεργίας να καταστεί δικαιότερο, ανά περίπτωση. Επίσης, επιδιώκεται να στηριχθούν περαιτέρω οι ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης και να ενεργοποιηθεί ο άνεργος να βρει δουλειά, αφού θα διαπιστώσει μετά από ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα (π.χ. έξι μήνες) ότι το ποσό της επιδότησης που θα λαμβάνει θα είναι μειωμένο.

Έχει διαπιστωθεί ότι μετά τους πρώτους μήνες οι άνεργοι δεν δείχνουν να ενδιαφέρονται ιδιαίτερα να επιστρέψουν στην εργασία. Έχουν διαπιστωθεί περιπτώσεις ανέργων που επιλέγουν τη «μαύρη εργασία», θέλοντας να συνεχίσουν να λαμβάνουν το επίδομα. Με τον τρόπο αυτό, εκτιμάται ότι θα έχουν ένα επιπλέον κίνητρο για να ψάχνουν δουλειά, με μόνιμα χαρακτηριστικά, για να αυξήσουν το εισόδημά τους, χωρίς να χρειάζεται να καταφύγουν στη «μαύρη απασχόληση».

Οι ημιαπασχολούμενοι

Βέβαια, το μοντέλο αυτό θα πρέπει να απαντήσει και στον τρόπο με τον οποίο θα χορηγείται επίδομα ανεργίας στους ημιαπασχολούμενους, που έτσι και αλλιώς κατά βάση είναι χαμηλόμισθοι. Επίσης, με δεδομένο ότι τους τελευταίους 18 μήνες έχουν προκύψει τρεις διαδοχικές αυξήσεις στις κατώτατες αποδοχές, μένει να συμφωνηθεί ποιο θα είναι το ποσοστό χορήγησης του επιδόματος, πάνω από αυτή τη βάση που έχει δημιουργηθεί.

Άλλωστε, όταν οι προτάσεις της έκθεσης Πισσαρίδη κατατέθηκαν στον δημόσιο διάλογο, το επίδομα ανεργίας ήταν πολύ χαμηλότερα, αισθητά κάτω από τα 400 ευρώ τον μήνα. Τώρα μένει να ξεκαθαρίσει αν το ποσοστό του 55% επί του μέσου μισθού είναι ικανοποιητικό, ή αν θα πρέπει να αναπροσαρμοστεί και αυτό, σε σχέση με την αύξηση των κατώτατων αποδοχών στον ιδιωτικό τομέα.