Skip to main content

Στους Μπερνάνκι, Ντάιαμοντ και Ντίμπβιγκ το βραβείο Νόμπελ Οικονομίας 2022

Οι οικονομολόγοι Μπεν Μπερνάνκι, Ντάγκλας Ντάιαμοντ και Φίλιπ Ντίμπβιγκ τιμήθηκαν σήμερα με το βραβείο Νόμπελ Οικονομίας 2022 «για τις έρευνές τους σχετικά με τις τράπεζες και τις χρηματοπιστωτικές κρίσεις», ανακοίνωσε σήμερα η Βασιλική Σουηδική Ακαδημία Επιστημών.

Ο Μπερνάνκι ήταν επικεφαλής της Federal Reserve από το 2006 έως το 2014. Ηγήθηκε λοιπόν των προσπαθειών της κεντρικής τράπεζας για αντιμετώπιση της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008 και της ύφεσης που ακολούθησε. Σήμερα είναι συνεργάτης του ινστιτούτου Brookings. Είναι σπάνιο η επιτροπή του βραβείου να επιλέγει να τιμήσει ένα πρόσωπο που είχε τόσο καίριο πόστο στο διεθνές χρηματοοικονομικό σύστημα. Οι περισσότεροι τιμηθέντες με το Νόμπελ Οικονομίας είναι από τον ακαδημαϊκό – ερευνητικό χώρο. 

Ο Ντάιαμοντ είναι καθηγητής στο Booth School of Business του Πανεπιστημίου του Σικάγο και ο Ντίμπβιγκ είναι καθηγητής στο Olin Business School του Πανεπιστημίου της Ουάσινγκτον στο Σαιντ Λούις.

Σύμφωνα με την επιτροπή Νόμπελ, το έργο τους στις αρχές της δεκαετίας του 1980 «βελτίωσε σημαντικά την κατανόησή μας για το ρόλο των τραπεζών στην οικονομία, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια χρηματοπιστωτικών κρίσεων», δείχνοντας γιατί είναι ζωτικής σημασίας να αποφευχθεί η κατάρρευση των τραπεζών. 

Όπως αναφέρεται επίσης, οι αναλύσεις τους είχαν μεγάλη πρακτική σημασία για τη ρύθμιση των χρηματοπιστωτικών αγορών και την αντιμετώπιση των χρηματοπιστωτικών κρίσεων.

Οι νικητές του βραβείου – που επίσημα ονομάζεται Βραβείο Sveriges Riksbank στις Οικονομικές Επιστήμες στη μνήμη του Άλφρεντ Νόμπελ – λαμβάνουν 10 εκατομμύρια σουηδικές κορώνες (883.000 δολ.) ο καθένας.

Τι αναφέρει η επιτροπή Νόμπελ

«Για να λειτουργήσει η οικονομία, οι αποταμιεύσεις πρέπει να διοχετεύονται σε επενδύσεις. Ωστόσο, υπάρχει μια σύγκρουση εδώ: οι αποταμιευτές θέλουν άμεση πρόσβαση στα χρήματά τους σε περίπτωση απροσδόκητων δαπανών, ενώ οι επιχειρήσεις και οι ιδιοκτήτες ακινήτων πρέπει να γνωρίζουν ότι δεν θα αναγκαστούν να αποπληρώσουν πρόωρα τα δάνειά τους.

Στη θεωρία τους, οι Ντάιαμοντ και Ντίμπβιγκ  δείχνουν πώς οι τράπεζες προσφέρουν τη βέλτιστη λύση σε αυτό το πρόβλημα. Ενεργώντας ως μεσάζοντες που δέχονται καταθέσεις από πολλούς αποταμιευτές, οι τράπεζες μπορούν να επιτρέψουν στους καταθέτες να έχουν πρόσβαση στα χρήματά τους όταν το επιθυμούν, ενώ παράλληλα προσφέρουν μακροπρόθεσμα δάνεια στους δανειολήπτες.

Ωστόσο, η ανάλυσή τους έδειξε επίσης πώς ο συνδυασμός αυτών των δύο δραστηριοτήτων καθιστά τις τράπεζες ευάλωτες στις φήμες για την επικείμενη κατάρρευσή τους. Εάν ένας μεγάλος αριθμός αποταμιευτών τρέξει ταυτόχρονα στην τράπεζα για να αποσύρει τα χρήματά τους, η φήμη μπορεί να γίνει μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία – προκύπτει τραπεζικός πανικός και η τράπεζα καταρρέει. Αυτή η επικίνδυνη δυναμική μπορεί να αποτραπεί μέσω της παροχής ασφάλισης καταθέσεων από την κυβέρνηση και ενεργώντας ως δανειστής έσχατης ανάγκης στις τράπεζες.

Ο Ντάιαμοντ έδειξε πώς οι τράπεζες εκτελούν μια άλλη σημαντική κοινωνική λειτουργία. Ως μεσάζοντες μεταξύ πολλών αποταμιευτών και δανειοληπτών, οι τράπεζες είναι πιο κατάλληλες για την αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας των δανειοληπτών και τη διασφάλιση ότι τα δάνεια χρησιμοποιούνται για καλές επενδύσεις.

Ο Μπεν Μπερνάνκι ανέλυσε τη Μεγάλη Ύφεση της δεκαετίας του 1930, τη χειρότερη οικονομική κρίση στη σύγχρονη ιστορία. Μεταξύ άλλων, έδειξε πώς οι τραπεζικές κινήσεις ήταν καθοριστικός παράγοντας για να γίνει η κρίση τόσο βαθιά και παρατεταμένη. Όταν οι τράπεζες κατέρρευσαν, πολύτιμες πληροφορίες για τους δανειολήπτες χάθηκαν και δεν μπορούσαν να αναδημιουργηθούν γρήγορα. Η ικανότητα της κοινωνίας να διοχετεύει τις αποταμιεύσεις σε παραγωγικές επενδύσεις μειώθηκε έτσι σημαντικά». 

naftemporiki.gr