Από την έντυπη έκδοση
Των Νικόλ Λειβαδάρη και Έφη Τριήρη
H πρώτη ανάγνωση των δυτικών κυρώσεων κατά της Μόσχας μπορεί να έδωσε αποτίμηση ήπιας αντιμετώπισης του Βλαντιμίρ Πούτιν – η εικόνα αυτή όμως αλλάζει μετά την κοινή απόφαση Ουάσιγκτον και Ευρώπης να αποκλείσουν τη Ρωσία από τις δυτικές αγορές.
Πρόκειται για ένα βήμα που μπορεί να έχει καίριες συνέπειες για το Κρεμλίνο και να κόψει τους διαύλους χρηματοδότησης για τη Μόσχα, καθώς τόσο το ρωσικό κράτος όσο και οι ρωσικές επιχειρήσεις θα βρίσκουν πλέον απέναντί τους κλειστές όλες τις δυτικές αγορές.
Ο Τζο Μπάιντεν ανακοίνωσε πρώτος τον αποκλεισμό της Ρωσίας από τις κεφαλαιαγορές και χθες ακολούθησε και η Ευρωπαϊκή Ένωση. Συγκεκριμένα, οι ευρωπαϊκές κυρώσεις προβλέπουν μεταξύ άλλων:
* Απαγόρευση χρηματοδότησης της Ρωσικής Ομοσπονδίας, της κυβέρνησης και της Κεντρικής Τράπεζας. Περιορισμός της ικανότητας του ρωσικού κράτους να έχει πρόσβαση στις αγορές κεφαλαίων και στις χρηματοπιστωτικές αγορές και υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
* Κυρώσεις που περιλαμβάνουν δέσμευση περιουσιακών στοιχείων και απαγόρευση διάθεσης κεφαλαίων, καθώς και απαγόρευση εισόδου ή διέλευσης από εδάφη της Ε.Ε στα 351 μέλη της Ρωσικής Κρατικής Δούμας, καθώς και σε επιπλέον 27 άτομα και οντότητες «υψηλού προφίλ».
Όπως επισημαίνουν οι αναλυτές, η Ρωσία μετά την Κριμαία ακολούθησε σταθερή πολιτική απο-δολαριοποίησης για να περιορίσει την έκθεσή της σε εξωτερικό χρέος και να θωρακίσει την οικονομία της έναντι των δυτικών κυρώσεων. Το γεγονός όμως ότι πλέον αντιμετωπίζει αποκλεισμό και από τις δευτερογενείς αγορές των ΗΠΑ και της Ευρώπης δημιουργεί σοβαρά ζητήματα κυρίως σε ό,τι αφορά μελλοντικές αναχρηματοδοτήσεις του χρέους της.
Με βάση τα στοιχεία του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών, το εξωτερικό χρέος της χώρας βρισκόταν πέρυσι στο 5% του ΑΕΠ και στα 80 δισ. δολάρια. Το 2021 το ρωσικό δημόσιο προχώρησε μόνο σε μία έκδοση ευρωομολόγου ύψους 3 δισ. δολαρίων, ενώ ευρωομόλογο 2 δισ. δολαρίων είχε εκδώσει και η Gazprom για τη χρηματοδότηση του project του NordStream 2. Σε μικρότερες ευρωπαϊκές εκδόσεις, της τάξης των 300 εκατομμυρίων δολαρίων, είχαν προχωρήσει και η Sovcombank -από τις μεγαλύτερες ιδιωτικές τράπεζες της Ρωσίας- και η Domodevodo, που διαχειρίζεται το αεροδρόμιο της Μόσχας. Έχει σημασία επίσης ότι, πριν από την κλιμάκωση της κρίσης, η Gazprom είχε προαναγγείλει και έκδοση νέου ευρωομολόγου 3 δισ. δολαρίων μέσα σ’ αυτόν τον μήνα.
Στο τραπέζι, σύμφωνα με τους αναλυτές, βρίσκεται και σενάριο ακόμη πιο σκληρών ευρωπαϊκών μέτρων: Σύμφωνα με το CNN η πιο «βαριά» εφεδρεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι η αποπομπή της Ρωσίας από το σύστημα SWIFT – την παγκόσμια υπηρεσία επικοινωνίας τραπεζών και χρηματοοικονομικών οργανισμών. Ο αποκλεισμός της Ρωσίας από το SWIFT θα έκανε δύσκολη, έως αδύνατη, την αποστολή και την εισαγωγή χρημάτων στη χώρα, πλήττοντας καίρια τους εξαγωγείς πετρελαίου και φυσικού αερίου. Μια τέτοια κίνηση, κατά την Capital Economics, θα «έκοβε» 5% από το ρωσικό ΑΕΠ, ενώ το αντίστοιχο πλήγμα με τις τρέχουσες συμβατικές κυρώσεις είναι 1%.
Ανοιχτό ερώτημα αποτελεί και το εάν, και σε ποιον βαθμό, θα επεκταθούν και οι δυτικές εμπορικές κυρώσεις κατά της Ρωσίας. Εδώ, ωστόσο, όπως επισημαίνει το Reuters, η Μόσχα έχει ήδη φροντίσει να καλύψει τα νώτα της μετά την Κριμαία με εμπορική στροφή προς την Κίνα – μια στροφή που επισφραγίστηκε στην πρόσφατη συνάντηση Πούτιν και Σι Τζιπίνγκ και εκτιμάται ότι θα ενταθεί εάν κλιμακωθούν οι δυτικές κυρώσεις.
Με βάση τα στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας, στη Ρωσία αναλογούσε το 1,9% του διεθνούς εμπορίου το 2020 από 2,8% το 2013, και είχε πέσει στην 11η θέση της παγκόσμιας κατάταξης. Ο εξαγωγικός ορίζοντας της χώρας έχει σαφώς αλλάξει την τελευταία δεκαετία και αντί της Ολλανδίας η πρώτη εξαγωγική της αγορά είναι πλέον η Κίνα. Η Κίνα είναι επίσης ο κορυφαίος προμηθευτής της Ρωσίας σε εισαγωγές.
Για την τελική, πάντως, εμβέλεια και ένταση των κυρώσεων ο καταλύτης θα είναι οι ενεργειακές αντοχές της Ευρώπης και ειδικά της Γερμανίας, της μεγαλύτερης οικονομίας της περιοχής, σε ενδεχόμενη περαιτέρω μείωση, ή και διακοπή, των ρωσικών ροών φυσικού αερίου.
Μήνυμα Ντομπρόβσκις
Έτοιμη να επιβάλει δεύτερο πακέτο με κυρώσεις κατά της Ρωσίας εμφανίζεται η Ε.Ε., συμπεριλαμβανομένων και εξαγωγικών ελέγχων, σε περίπτωση που τα ρωσικά στρατεύματα προχωρήσουν πέραν των ουκρανικών εδαφών που ελέγχονται από Ρώσους αυτονομιστές, όπως δήλωσε ο αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Βάλντις Ντομπρόβσκις.
«Η Ρωσία αποφάσισε να προχωρήσει σε κλιμάκωση της έντασης αναγνωρίζοντας την ανεξαρτησία των δημοκρατιών Ντονέτσκ και Λουγκάνσκ. Εάν υπάρξει περαιτέρω επιθετικότητα της Ρωσίας εισβάλλοντας στο ουκρανικό έδαφος είμαστε έτοιμοι να ενισχύσουμε τη στάση μας με περαιτέρω κυρώσεις» είπε ο Ντομπρόβσκις.
Ερωτηθείς τι ακριβώς σημαίνει αυτό, ο κ. Ντομπρόβσκις απάντησε: «Αφορά περαιτέρω οικονομικές κυρώσεις στον κλάδο του εμπορίου, για παράδειγμα εξαγωγικούς ελέγχους. Η Ε.Ε. επεξεργάζεται πακέτο κυρώσεων εδώ και αρκετές εβδομάδες, συνεπώς υπάρχει ο τρόπος να δράσουμε άμεσα και να λάβουμε περαιτέρω βήματα και θα το πράξουμε αυτό σε συνεργασία με τις ΗΠΑ, τη Βρετανία και τις υπόλοιπες χώρες» είπε χαρακτηριστικά. Ανέφερε ακόμη ότι η διένεξη, οι κυρώσεις και το ενδεχόμενο ανταποδοτικών κυρώσεων από μέρους της Ρωσίας θα έχουν οικονομικές συνέπειες για την Ευρωπαϊκή Ένωση. «Το να προχωρήσουμε σε δυναμικές κυρώσεις κατά της Ρωσίας αυτό θα έχει κάποιον αντίκτυπο στην οικονομία της Ε.Ε. και θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι γι’ αυτό», υπογράμμισε.
«Όμως, πρόκειται για την ασφάλεια και την εδαφική ακεραιότητα της Ουκρανίας που διακυβεύεται αυτή τη στιγμή, συνεπώς θα πρέπει να είμαστε σε θέση να αντιδράσουμε και ταυτόχρονα να επωμιστούμε και μέρος του οικονομικού κόστους, εάν αυτό κριθεί αναγκαίο» συμπλήρωσε.
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












