Skip to main content

Ο Πούτιν και τα μαύρα σύννεφα στην παγκόσμια οικονομία

Του Μιχάλη Ψύλου
[email protected]

Είχε που είχε προβλήματα με τον πληθωρισμό και την ενεργειακή κρίση η παγκόσμια οικονομία, ήρθε η κρίση στην Ουκρανία να φέρει περισσότερα μαύρα σύννεφα στον ορίζοντα: Η απόφαση της Ρωσίας να αναπτύξει στρατεύματα στις δύο αυτονομιστικές επαρχίες της Ουκρανίας και η προοπτική νέων κυρώσεων από την ΕΕ και τις Ηνωμένες Πολιτείες κατά της Μόσχας, αυξάνουν τους κινδύνους.

Οι τιμές του πετρελαίου εκτινάσσονται, με το Brent από τη Βόρεια Θάλασσα να φτάνει μια ανάσα από τα 100 δολάρια το βαρέλι, πριν υποχωρήσει ελαφρά. Αυξάνονται επίσης και οι τιμές άλλων πρώτων υλών που εξάγουν η Ρωσία και η Ουκρανία, όπως το φυσικό αέριο, το σιτάρι, το αλουμίνιο και το νικέλιο.

Την ίδια ώρα, η Γερμανία αναστέλλει προς το παρόν την αναγκαία πιστοποίηση  για τη λειτουργία του αγωγού φυσικού αερίου Nord Stream 2, ως απάντηση στη στρατιωτική επέμβαση της Ρωσίας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση σκοπεύει επίσης να περιορίσει την πρόσβαση του ρωσικού κράτους και της κυβέρνησης στις ευρωπαϊκές χρηματοπιστωτικές αγορές. Αυτό το μέτρο εντάσσεται στις κυρώσεις κατά της Μόσχας, που επρόκειτο να εγκριθούν απόψε στην άτυπη συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών των χωρών μελών της ΕΕ στο Παρίσι, όπως δήλωσε η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν.

Η ΕΕ το μεγαλύτερο βάρος

Η Ευρώπη αναμένεται όμως να σηκώσει το μεγαλύτερο οικονομικό βάρος αυτών των αποφάσεων, καθώς η Γηραιά Ήπειρος εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη ρωσική ενέργεια και ορισμένες ευρωπαϊκές τράπεζες και εταιρείες πιθανόν να πληγούν από τις κυρώσεις. Αυτά τα μέτρα, αν και στοχεύουν ρωσικές οντότητες, θα μπορούσαν να δημιουργήσουν νέα προβλήματα εφοδιασμού για τις δυτικές εταιρείες, καθιστώντας δυσκολότερη τη χρηματοδότηση των αγορών πρώτων υλών από τις θυγατρικές τους στη Ρωσία ή την αποστολή εξαρτημάτων στη χώρα αυτή.

Σύμφωνα με τη Eurostat, η Ρωσία αντιπροσώπευε το 47% των εισαγωγών φυσικού αερίου της ΕΕ το πρώτο εξάμηνο του 2021, υπερδιπλάσιο από αυτό της Νορβηγίας, του δεύτερου μεγαλύτερου προμηθευτή της Ένωσης, που παρείχε το 21% των εισαγωγών της. Την ίδια περίοδο, η Ρωσία αντιπροσώπευε σχεδόν το ένα τέταρτο των εισαγωγών πετρελαίου της ΕΕ, ακολουθούμενη από τη Νορβηγία με μερίδιο 9,1%.

Η σύγκρουση έχει ήδη οδηγήσει σε υψηλότερο κόστος μεταφοράς στην Ευρώπη. Ο Ολεγκ Σολοντούκωφ, συνεργάτης της ναυτιλιακής εταιρείας «Charterers» με έδρα το Κίεβο, επισημαίνει ότι η ρωσο-ουκρανική κρίση αύξησε το κόστος των ναύλων από τα λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας κατά 3 έως 5 δολάρια τον τόνο.

Πονοκέφαλος στις κεντρικές τράπεζες

Την ίδια ώρα, η Ουκρανική κρίση προκαλεί πονοκέφαλο και στις μεγάλες κεντρικές τράπεζες, την ώρα που ετοιμάζονταν να αποσύρουν τα μέτρα στήριξης για την αντιμετώπιση της υγειονομικής κρίσης, με στόχο την αντιμετώπιση του υψηλού πληθωρισμού. 

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και η Αμερικανική Fed θα είναι πιθανώς πιο προσεκτικές στις συνεδριάσεις τους τον επόμενο μήνα για τον καθορισμό της νέας νομισματικής πολιτικής. Η ρωσο-ουκρανική σύγκρουση δεν πρέπει να αλλάξει τους υπολογισμούς της Fed, η οποία θα πρέπει να προχωρήσει μετά τη συνεδρίασή της στις 15 και 16 Μαρτίου σε αύξηση των επιτοκίων της. Ωστόσο, οι οικονομικές αβεβαιότητες που προκύπτουν από την κρίση θα πρέπει να αποδυναμώσουν την υπόθεση για αύξηση των επιτοκίων κατά 50 μονάδες βάσης.

Για την ΕΚΤ, «η τεταμένη κατάσταση στην Ουκρανία καθιστά απίθανο να προχωρήσει πιο γρήγορα σε υψηλότερα επιτόκια, δεδομένου του πιθανού αρνητικού αντίκτυπου στην ανάπτυξη και την εμπιστοσύνη», δήλωσε η Ιζαμπέλ Σνάμπελ, μέλος του εκτελεστικού συμβουλίου της ΕΚΤ. Οι επενδυτές έχουν ήδη αρχίσει να μειώνουν τα στοιχήματά τους για την ημερομηνία της πρώτης αύξησης των επιτοκίων της ΕΚΤ.

Ορισμένοι οικονομολόγοι φοβούνται ότι στη χειρότερη περίπτωση, θα μπορούσε να προκύψει μια κρίση του τύπου της δεκαετίας του 1970: Με μείωση της προσφοράς φυσικού αερίου, πετρελαίου και άλλων πρώτων υλών, σε μια εποχή που η ζήτηση αυξάνεται, μετά την υποχώρηση της πανδημίας.

Το Εθνικό Ινστιτούτο Οικονομικής και Κοινωνικής Έρευνας (NIESR), στο Λονδίνο εκτιμά ότι οι πιθανές κυρώσεις στις ρωσικές εξαγωγές ενέργειας ή αν η ίδια η Ρωσία μειώσει τη ροή φυσικού αερίου στην Ευρώπη, θα είχαν ως επακόλουθο την επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομικής ανάπτυξης κατά λίγο λιγότερο από μια ποσοστιαία μονάδα φέτος, στο 3,3%. 

Για την ευρωζώνη, ο αντίκτυπος θα ήταν μεγαλύτερος, με την ετήσια ανάπτυξη να επιβραδύνεται στο 2,1%, σε σύγκριση με 3,8% χωρίς τις αυξήσεις των τιμών και την πτώση των επιχειρηματικών επενδύσεων, από ό,τι θα συνεπαγόταν η απειλή ενός πολέμου, πιστεύει το βρετανικό ινστιτούτο. «Οι γενικές επιπτώσεις… θυμίζουν κάπως την ενεργειακή κρίση της δεκαετίας του 1970», επισημαίνει το ινστιτούτο NIESR.