Skip to main content

«Μην έρθεις νύχτα»: Γιώργος Λαμπίρης και Ιωάννα Φρουδαράκη, μας μιλούν λίγο πριν πέσει η αυλαία

11 και 12 Μαρτίου στο Κέντρο Έρευνας Μικτών Παραστατικών Τεχνών «Ρεκτιφιέ»

© Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη

Το έργο «Μην έρθεις νύχτα» του Γιώργου Λαμπίρη, σε σκηνοθεσία Ιωάννας Φρουδαράκη ανεβαίνει για δύο τελευταίες παραστάσεις, τη Δευτέρα 11 και την Τρίτη 12 Μαρτίου στο Κέντρο Έρευνας Μικτών Παραστατικών Τεχνών «Ρεκτιφιέ» [λεωφ.  Κωνσταντινουπόλεως 119, Βοτανικός].

Σε ένα λίγο πιο δυστοπικό lockdown από αυτό που ζήσαμε, το πτώμα του Σωτήρη κείτεται νεκρό στα σκαλιά της πολυκατοικίας του, άγρια χτυπημένο. Στην απέναντι πολυκατοικία, ο Ορέστης, συγκατοικεί με μια Σκιά. Η Ελένη, η κοπέλα του Σωτήρη, προσπαθεί να διαχειριστεί το πένθος της και να μάθει τι του συνέβη, ενώ ο Φώτης, ο περαστικός που ανακάλυψε το πτώμα, αποφασίζει να μείνει και να την βοηθήσει. Η αστυνομία κυκλώνει όλο και περισσότερο την περιοχή. Η Σκιά παίζει με τις σκιές και όλα αρχίζουν να περιπλέκονται.

Ο Γιώργος Λαμπίρης -που, επίσης, ερμηνεύει και η Ιωάννα Φρουδαράκη μίλησαν μαζί μας.

Πώς νιώσατε όταν διαβάσατε για πρώτη φορά το κείμενο της παράστασης; Πώς καταλήξατε να το σκηνοθετήσετε;

Ιωάννα Φρουδαράκη (Ι.Φ.): «Όταν ένας φίλος μοιράζεται τη δημιουργία του, είναι μια πολύ ιδιαίτερη στιγμή. Πάντα υπάρχει ο ενθουσιασμός αλλά και η αγωνία, μήπως κάτι δεν έχει πάει καλά. Προσπάθησα να είμαι ανοιχτή στην πρώτη ανάγνωση, ομολογώ όμως πως περισσότερο οδηγήθηκα σε μία ανάλυση του έργου κι έτσι το άφησα. Δεν ήταν η στιγμή του. Λίγο καιρό αργότερα, γυρνώντας από μία πορεία, το είδα μπροστά μου. Είχα τρομερή ανάγκη να εκφράσω όσα με είχαν οδηγήσει στον δρόμο. Άρχισα να το διαβάζω. Ένιωσα τότε κάτι πολύ ξεχωριστό, ένιωσα πως είχα φωνή, ένιωσα πως δεν είμαι μόνη, πως όλα αυτά που μας συμβαίνουν σε κοινωνικό επίπεδο μας επηρεάζουν άμεσα και σε προσωπικό, μας πνίγουν. Είμαστε όλοι μαζί σ’ αυτό, η γενιά μας εδώ και χρόνια βουλιάζει μέσα σε οικονομικές κρίσεις, lockdown, συντηρητικές αντιλήψεις και ανασφάλεια για το μέλλον. Είναι τόσα που έχουμε ανάγκη να εκφράσουμε, στο εδώ και στο τώρα. Το “Μην έρθεις νύχτα” είναι ένας σύγχρονος μύθος, ένας κόσμος μέσα σε σκιές, όπου τα νεκρά σώματα μιλάνε και οι φωνές ζωντανών και νεκρών ενώνονται στο ίδιο τραγούδι. Αν δεν μιλήσουμε εμείς για όσα μας στιγμάτισαν με θάρρος, δεν θα το κάνει κανείς άλλος για εμάς. Πήρα αμέσως τηλέφωνο τον Γιώργο και του πρότεινα να το ανεβάσουμε».

Είστε μια νέα δημιουργός. Ποιες δυσκολίες αντιμετωπίζετε και πώς τις προσπερνάτε;

Ι.Φ.: «Αλήθεια, οι δυσκολίες είναι πολλές και αποθαρρυντικές, όμως ο χώρος μας έχει ανάγκη από νέους ανθρώπους με όραμα και επαγγελματισμό. Όπως θα έχετε ήδη πληροφορηθεί, τα πτυχία μας αντιστοιχούν σε απολυτήρια λυκείου, το πλάνο μιας εξειδίκευσης ή ενός μεταπτυχιακού δεν υπάρχει στον εκπαιδευτικό ορίζοντα της χώρας μας και στην κοινωνία κυριαρχεί η αντίληψη ότι το επάγγελμά μας είναι απλή διασκέδαση. Δυστυχώς, στη χώρα που γέννησε την τέχνη του θεάτρου, η θεατρική και εν γένει η καλλιτεχνική παιδεία είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Οι συνθήκες εργασίας είναι, επίσης, εξαιρετικά δύσκολες. Εργάζεσαι δέκα ώρες την ημέρα, επενδύεις χρόνο, χρήμα και κανείς δεν μπορεί να σου εγγυηθεί τίποτα· όλα αυτά φυσικά, αν έχεις καταφέρει να βρεις εργασία. Κάτι, όμως, μας κρατάει και μας ωθεί να συνεχίσουμε. Ίσως η γνώση ότι η κοινωνία θα έχει πάντα την ανάγκη να εκφράζεται μέσω της τέχνης, να προβληματίζεται και να συμμετέχει. Το θέατρο, εξάλλου, όπως όλες οι τέχνες, έχει επιβιώσει εδώ και πολλούς αιώνες δοκιμάζοντας νέες μορφές και μέσα. Επομένως, θεωρώ πως είναι σημαντικό -ιδιαίτερα οι νέοι καλλιτέχνες- να συνειδητοποιούμε τις απαιτήσεις της εποχής και του χώρου μας, να θεωρούμε τους εαυτούς μας επαγγελματίες και να λειτουργούμε σε αυτή τη βάση κοπιάζοντας αλλά και διεκδικώντας όσα μας αναλογούν. Είναι σημαντικό να πιστεύουμε στο κοινωνικό έργο που επιτελούμε, να θέτουμε υψηλούς στόχους και να εργαζόμαστε για το αποτέλεσμα που θα μας εκφράσει και που θα ανοίξει διαύλους επικοινωνίας προς τον κόσμο. Μέσα από την τέχνη,  είναι σημαντικό να συνομιλούμε και να μοιραζόμαστε».

Τι σας ώθησε να γράψετε το έργο;

Γιώργος Λαμπίρης (Γ.Λ.): «Θα αρχίσω από τα γεγονότα. Ένα βράδυ, στην είσοδο μιας πολυκατοικίας, βλέπω έναν άνθρωπο σωριασμένο, ήταν λευκός σαν πανί και δεν φαινόταν να αναπνέει· φυσικά φρίκαρα και άρχισα να τρέχω· όταν ηρέμησα κάλεσα αστυνομία και 166· δεν έμαθα ποτέ τι έγινε,  άρχισα όμως να σκέφτομαι ποια μπορεί να ήταν η ιστορία του. Έπειτα, μέσα στην καραντίνα, άνοιξα το word και έγραφα πράγματα που αισθανόμουν, σκέψεις μου, φόβους, αμηχανίες, σχέσεις μου και μέσα σε αυτά και την ιστορία του ανθρώπου που βρήκα σε αυτή την κατάσταση. Σιγά σιγά όλα αυτά άρχισαν να γίνονται ξεχωριστοί χαρακτήρες που μπλέκονταν σε μια ιστορία. Ήταν μια πολύ περιπλοκή ιστορία, τη φοβήθηκα, και για ενάμιση χρόνο την άφησα. Όταν έμαθα για το outreach project 2, τον διαγωνισμό στον οποίο τελικά κέρδισε το “Μην έρθεις νύχτα”, κάτι μέσα μου με ώθησε να επιστρέψω. Εδώ θέλω να πω και ένα ευχαριστώ στην κα Νίνα Ράπη που στα πλαίσια του διαγωνισμού, τους τελευταίους τρεις μήνες γραφής του έργου, μου έκανε μέντορινγκ δημιουργικής γραφής και με βοήθησε να ξεκαθαρίσω αρκετά ζητήματα στο πώς γράφεται ένα έργο».

Γιατί σε μια συνθήκη lockdown; Δε φοβηθήκατε ότι μπορεί να αποτελεί ένα γεγονός που ο κόσμος, το κοινό θέλει να ξεχάσει;

Γ.Λ.: «Το θέατρο, από την τραγωδία, έχει ως χαρακτηριστικό την κάθαρση των παθών δια της δημιουργίας ελέου και φόβου, όπως αναφέρει και ο Αριστοτέλης. Εγώ, νομίζω, πως δεν είναι μόνο των παθών αλλά των βιωμάτων, γενικά. Τα μεγάλα βιώματα της ζωής μας δεν μπορούμε να τα ξεχάσουμε εξάλλου, μπορούμε να τα θάψουμε κάτω από το δέρμα μας και να γίνουν απόστημα, ναι… αυτό μπορούμε να το κάνουμε· έτσι, βέβαια, δημιουργείται πύον, το οποίο δεν έχει πολύ ευχάριστα αποτελέσματα άμα περάσει στο αίμα. Όπως και να έχει, εγώ γράφω για τη γενιά μου, και δεν πιστεύω πως οι νέοι θέλουν να ξεχάσουν μα να προχωρήσουν σε ένα καλύτερο μέλλον μαζί με τα βιώματά τους· ως νέος ανάμεσα σε νέους,  βλέπω κάθε μέρα αυτή την ανάγκη. Στις παραστάσεις, βέβαια, ανακαλύπτω πως και μεγαλύτεροι είναι έτοιμοι για αυτό».

Ποια μηνύματα θέλετε να περάσετε μέσα από την παράσταση;

Γ.Λ.: «Τα μηνύματα νομίζω πως κάνουν ένα έργο στρατευμένο και κλειστό. Προτιμώ να φτιάχνω κόσμους και μύθους, που για να γίνονται πιστευτοί και απολαυστικοί πρέπει να έχουν πολύ καλά μελετημένους πολιτικούς και κοινωνικούς κώδικες, υπαρξιακά αδιέξοδα, και ισχυρές σχέσεις των προσώπων. Έτσι, ένα έργο γίνεται και πολιτικό και υπαρξιακό και σκληρό και ευαίσθητο και ψυχαναλυτικό και ανόητο. Έτσι οι χαρακτήρες δεν είναι καλοί ή κακοί μα υπερηθικοί, κάνουν καλές και κακές δράσεις, έχουν καλά και κακά συναισθήματα, γίνονται ανθρώπινοι και είναι εγκλωβισμένοι στη μοναξιά τους και στην ανάγκη τους να φτιάχνουν σχέσεις· έτσι ο θεατής ταυτίζεται ευκολότερα μαζί τους. Βέβαια, η δική μου οπτική του κόσμου δεν γίνεται να λείπει, αυτό το αναγνωρίζω».

Είστε ηθοποιός και ταυτόχρονα ο συγγραφέας του έργου, υπήρξαν δυσκολίες σε αυτόν τον διπλό ρόλο;

Γ.Λ.: «Είμαι θεατρολόγος και ηθοποιός, μέσα στη δραματική έμαθα να διαχωρίζω τους ρόλους μου σε μια δουλειά· δεν θα πιάσω να παίξω έναν ρόλο ως θεατρολόγος ούτε θα κάνω ανάλυση ενός έργου ως ηθοποιός. Αυτό με βοήθησε να ξέρω τη θέση μου, κάθε φορά που εργάζομαι στο θέατρο. Στην παράσταση δεν ανακατεύτηκα σχεδόν καθόλου ως συγγραφέας· ήξερα εξ αρχής πως είναι δουλειά της Τζόυ η σκηνική του απεικόνιση και προσπάθησα να παίρνω τις οδηγίες της για τον ρόλο μου ως ηθοποιός που πρωτοπιάνει το έργο. Αυτό με βοήθησε και πολύ να δω τον χαρακτήρα μου με διαφορετικό τρόπο από αυτόν που είχα γράψει».

Επόμενα σχέδιά σας;

Ι.Φ.: «Ετοιμάζουμε ήδη ένα επόμενο έργο, στο οποίο θα αναλάβω τη σκηνοθεσία· όμως,  θα ήθελα να αφιερώσω λίγο χρόνο σ’ εμένα και στους ανθρώπους μου, πρώτα. Παράλληλα υπάρχει και το εκπαιδευτικό κομμάτι· διδάσκω θεατρικό παιχνίδι και μουσικοκινητική αγωγή σε γνωστό ΙΕΚ, ενώ παράλληλα κάνω εμψύχωση σε παιδιά και φοιτητές. Τέλος, θα συνεχίσω ως ηθοποιός στις παιδικές παραστάσεις που βρίσκομαι και τώρα και με χαρά θα δούλευα ξανά και μπροστά από την κάμερα».

Γ.Λ.: «Σίγουρα ως ηθοποιός θέλω να παίζω. Στην ηλικία μου έχω πολλά να μάθω ακόμα και το μεγαλύτερο σχολείο είναι η δουλειά στη σκηνή ή πίσω από την κάμερα· και, μη γελιόμαστε,  η υποκριτική είναι επάγγελμα και για όλους μας στον χώρο σκοπός είναι κάποτε να βιοποριζόμαστε από αυτό, άρα σίγουρα δουλειά στη σκηνή    -όσο περισσότερο είναι δυνατόν στην εποχή μας, και σεμινάρια. Στο κομμάτι της γραφής το ίδιο· το μεγαλύτερο σχολείο είναι να γράφεις, να διαβάζεις και να μαζεύεις εμπειρίες.  Ήδη  έναν χρόνο τώρα δουλεύω εντατικά πάνω σε ένα καινούριο κείμενο· πιστεύω το έχω ολοκληρώσει, πλέον, και σκέφτομαι με ποιον τρόπο θα το γνωρίσει το κοινό. Παράλληλα κάνω το μεταπτυχιακό θεατρολογίας του ΕΚΠΑ· βέβαια, με όσα κάνει η κυβέρνηση αυτή τη στιγμή στα Πανεπιστήμια δεν είναι εύκολο να συγκεντρωθώ σε αυτόν τον στόχο, αλλά ελπίζω να γίνει κάτι που θα σταματήσει όλη αυτή την κατάσταση και με το νέο εξάμηνο να συνεχίσω τις σπουδές μου κανονικά».

Ταυτότητα Παράστασης

Συγγραφέας: Γιώργος Λαμπίρης

Σκηνοθεσία: Ιωάννα Φρουδαράκη

Βοηθός σκηνοθέτη: Νίκη Φραγκέλλη

Σκηνογράφος- Ενδυματολόγος: Νίκος Τσελίκος

Σχεδιασμός φωτισμού: Μαριέττα Παυλάκη

Επιμέλεια κίνησης: Βλάσσης Χρυσικόπουλος

Φωτογραφίες- βίντεο- σχεδιασμός αφίσας: Κωνσταντίνα Ψαρρού (Cone_be)

Πρωτότυπη μουσική: Ιωάννα Φρουδαράκη

Social Media: Πηνελόπη Ρόδη

Επικοινωνία: Χρύσα Ματσαγκάνη

Παραγωγή: Ιωάννα Φρουδαράκη, Νίκη Φραγκέλλη, Γιώργος Λαμπίρης

Βοηθοί παραγωγής: Κατερίνα Περλιάνη, Άρης Καλαβρός, Βασιλική Πουλάκη

Εκτέλεση Παραγωγής: Bow Theatre Group

Παίζουν: Βλάσσης Χρυσικόπουλος, Γιάννης Αξιώτης, Χρήστος Δερβεντζής, Άρης Καλαβρός, Κατερίνα Περλιάνη, Νίκη Φραγκέλλη, Γιώργος Λαμπίρης