Στις 21 Ιουλίου 1928, ένας 32χρονος δημόσιος υπάλληλος περπατάει μόνος του σε μια παραλία της Πρέβεζας, κάθεται κάτω από έναν ευκάλυπτο και βάζει τέλος στη ζωή του. Ο Κώστας Καρυωτάκης δεν ήταν απλώς άλλος ένας αυτόχειρας της λογοτεχνίας.
Ήταν ο άνθρωπος που πήρε την ελληνική ποίηση από τον αισθηματισμό του 19ου αιώνα και την πέταξε με το ζόρι στον μοντερνισμό, γράφοντας για όλα όσα οι άλλοι ντρέπονταν ακόμα και να ψιθυρίσουν.
Αν κάτι έκανε τον Καρυωτάκη να ξεχωρίσει από τη γενιά του ’20, ήταν η απόλυτη ειλικρίνειά του. Στα ποιήματά του δεν θα βρει κανείς φτηνούς εντυπωσιασμούς ή ωραία λόγια. Ο γραπτός του λόγος αποπνέει μια βαθιά αίσθηση του ματαίου, μια αντιηρωική στάση απέναντι στη ζωή. Έγραψε για το άδοξο, το καθημερινό, ακόμα και για το γελοίο, χρησιμοποιώντας τον σαρκασμό ως τη μόνη του άμυνα. Η επιρροή του στους μεταγενέστερους, όπως ο Σεφέρης, ο Ρίτσος και ο Βρεττάκος, υπήρξε καθοριστική, ενώ η τραγική του κατάληξη γέννησε ένα ολόκληρο ρεύμα, τον «Καρυωτακισμό», που κατέκλυσε τη νεοελληνική ποίηση.

Ο Καρυωτάκης γεννήθηκε στην Τρίπολη στις 30 Οκτωβρίου 1896. Η μητέρα του, Κατήγκω Σκάγιαννη, ήταν ντόπια, ενώ ο πατέρας του, Γεώργιος, ήταν νομομηχανικός από τη Συκιά Κορινθίας. Ήταν το δεύτερο παιδί μιας οικογένειας που άλλαζε συνεχώς τόπο διαμονής λόγω της εργασίας του πατέρα. Έζησε στη Λευκάδα, την Πάτρα, τη Λάρισα, την Καλαμάτα, το Αργοστόλι, την Αθήνα και τα Χανιά.
Από την εφηβεία κιόλας, η κλίση του στο γράψιμο ήταν φανερή. Δημοσίευε στίχους σε παιδικά περιοδικά και συμμετείχε σε διαγωνισμό της «Διάπλασης των Παίδων». Στα Χανιά, σε ηλικία 17 ετών, γνώρισε και ερωτεύτηκε την Άννα Σκορδύλη, έναν πρώιμο έρωτα που θα τον σημαδέψει ανεξίτηλα.
Το 1917 αποφοίτησε με «λίαν καλώς» από τη Νομική Σχολή Αθηνών. Η έλλειψη πελατείας ως δικηγόρος τον ανάγκασε να διοριστεί στο δημόσιο, περνώντας από τις Νομαρχίες Θεσσαλονίκης, Σύρου, Άρτας και Αθήνας. Ο Καρυωτάκης μισούσε τη δουλειά του. Η κρατική γραφειοκρατία τον έπνιγε, εξού και οι συνεχείς μεταθέσεις του.
Η πρώτη του ποιητική συλλογή, «Ο Πόνος των Ανθρώπων και των Πραγμάτων» (1919), πέρασε απαρατήρητη, ενώ το σατιρικό περιοδικό «Η Γάμπα» που εξέδωσε την ίδια χρονιά απαγορεύτηκε έπειτα από μόλις έξι τεύχη. Ακολούθησαν τα «Νηπενθή» το 1921.

Εκείνη την περίοδο, στη Νομαρχία Αττικής, συνδέθηκε με την ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη. Η σχέση τους ήταν θυελλώδης, με την Πολυδούρη να του προτείνει γάμο, παρόλο που γνώριζε ότι ο Καρυωτάκης έπασχε από σύφιλη. Το 1924 ταξίδεψε στην Ιταλία και τη Γερμανία, ενώ τον Δεκέμβριο του 1927 εξέδωσε την τελευταία συλλογή του, «Ελεγεία και Σάτιρες».

Η αντίστροφη μέτρηση ξεκίνησε τον Φεβρουάριο του 1928, όταν μετατέθηκε στην Πρέβεζα. Η αλληλογραφία με τους συγγενείς του αποκαλύπτει έναν άνθρωπο σε απόγνωση από τη μιζέρια της επαρχίας. Στις 20 Ιουλίου πήγε στο Μονολίθι και πάλευε επί δέκα ώρες με τα κύματα προσπαθώντας να πνιγεί, χωρίς όμως αποτέλεσμα.

Την επομένη, 21 Ιουλίου, αγόρασε ένα περίστροφο, κάθισε μόνος σε ένα καφενείο καπνίζοντας για ώρες, και στη συνέχεια κατευθύνθηκε στην παραλία του Αγίου Σπυρίδωνα, όπου έβαλε τέλος στη ζωή του.
Στην τσέπη του βρέθηκε το περίφημο σημείωμα:
«Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερό μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περσότερες να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία, όμως, πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι’ αυτό. Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική.

Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους ή εθεώρησαν την ύπαρξή τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ’ αυτούς απευθύνομαι. Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές !!! είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τα αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. Ήμουν άρρωστος. Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέση την οικογένειά μου, στο θείο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας.
[Υ.Γ.] Και για ν’ αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Όλη νύχτα απόψε, επί δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ορισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου.»
Εκτός από την ποίηση, ο Καρυωτάκης άφησε πίσω του πεζά κείμενα και εξαιρετικές μεταφράσεις. Η διαχρονική δυναμική του λόγου του αποδείχθηκε και στη μουσική, καθώς ποιήματά του μελοποιήθηκαν από σπουδαίους δημιουργούς, όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, η Λένα Πλάτωνος, ο Μίμης Πλέσσας, ο Γιάννης Σπανός, αλλά και συγκροτήματα όπως τα «Υπόγεια Ρεύματα».
Επιμέλεια: Γιώργος Κουλουβάρης
[email protected]
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












