Skip to main content

Προσέλκυση κεφαλαίων μέσω των κλινικών μελετών

Για την κατάσταση που επικρατεί εν μέσω πανδημίας στην αγορά του φαρμάκου, καθώς και αυτή των κλινικών μελετών, μας μιλά ο κ. Ν. Κωστάρας, ο οποίος επισημαίνει ότι η Ελλάδα δεν είναι και από τις πιο ελκυστικές χώρες στον τομέα των κλινικών μελετών και υπάρχουν εμπόδια τα οποία πρέπει να ξεπεραστούν

Ο κ. Κωστάρας, μεταξύ άλλων, αναφέρεται και στην αγοραστική συμπεριφορά των ασθενών και καταναλωτών, αλλά και στη συνταγογραφική συμπεριφορά των ιατρών εν μέσω πανδημίας. Επιπλέον, στέκεται στην αναγκαιότητα της χρήσης της τεχνητής νοημοσύνης και τον ρόλο της IQVIA ως προς την οικονομική ανάπτυξη της χώρας, αλλά και την καλυτέρευση της ζωής των ασθενών.   

Ποια είναι η γνώμη σας για την εφαρμογή των υποχρεωτικών εκπτώσεων (rebate & clawback) και πώς θα μπορούσε να αποφευχθεί; H εφαρμογή τους έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των επενδύσεων στην έρευνα και την καινοτομία στη χώρα μας;

«Εισήχθησαν την περίοδο του πρώτου μνημονίου ως έκτακτο μέτρο για έλεγχο της φαρμακευτικής δαπάνης και, ναι, αναμφίβολα μείωσαν τις επενδύσεις σε Ε&Α. Ταυτόχρονα έβλαψαν την αξιοπιστία της Ελλάδας ως χώρας που προωθεί το επιχειρείν και την προβλεψιμότητα. Πλέον, το clawback είναι ένα μεγάλο και διαρκώς διογκούμενο πρόβλημα στην αγορά, αναδεικνύοντας την ανάγκη για διαφορετική αντιμετώπιση μέσω αναπτυξιακών πολιτικών που θα οδηγήσουν σε αυξημένο budget φαρμάκου και μέσω ελεγκτικών μηχανισμών για μείωση της άσκοπης φαρμακευτικής δαπάνης. Μία τέτοια αναπτυξιακή πολιτική είναι η προώθηση των επενδύσεων σε κλινικές μελέτες και παραγωγικές επενδύσεις, κάτι που η βιομηχανία έχει ήδη αγκαλιάσει. Η κατά κεφαλήν επένδυση σε κλινικές μελέτες στην Ελλάδα είναι μόνο το 10% του μέσου όρου της Ευρώπης. Υιοθετώντας μέτρα που θα διευκολύνουν και επιταχύνουν την υλοποίηση κλινικών μελετών στην Ελλάδα, θα μπορέσει η χώρα μας να γίνει πιο ελκυστικός προορισμός για διεθνή κεφάλαια. Για τον έλεγχο της δαπάνης, η χρήση κατάλληλων αλγορίθμων και η παρακολούθηση σωστών δεικτών μπορούν να περιορίσουν δραστικά την άσκοπη δαπάνη, χωρίς να μειωθεί η φαρμακευτική φροντίδα στον ασθενή».

Αναφορικά τώρα με το κομμάτι των φαρμακείων. Η IQVIA αποτυπώνει την αγοραστική συμπεριφορά των ασθενών και των καταναλωτών από τα φαρμακεία λιανικής σε τακτική βάση. Θα μπορούσατε να μας δώσετε μία συνολική εικόνα για το πώς αυτή καταγράφηκε το 2020 που ξεκίνησε η πανδημία σε σχέση με τα προηγούμενα έτη και πώς συνεχίζει για το 2021;

«Συλλέγουμε στοιχεία πωλήσεων όλων των σκευασμάτων από 2.200 φαρμακεία, με εβδομαδιαία και μηνιαία συχνότητα. Τα Weekly Data, ιδίως, βοήθησαν να καταλάβουμε όλοι μας την επίπτωση της πανδημίας στην αγοραστική συμπεριφορά των ασθενών και καταναλωτών, αλλά και τη συνταγογραφική συμπεριφορά των ιατρών. Πιο συγκεκριμένα, υπήρξε έντονη μεταβλητότητα στο πρώτο lockdown, καθώς οι πολίτες, αντιδρώντας έντονα λόγω φόβου για το τι θα γινόταν, έσπευσαν να προμηθευτούν φάρμακα, αλλά και βιταμίνες και αναλγητικά και, βέβαια, προϊόντα όπως μάσκες, γάντια και αντισηπτικά, οδηγώντας την αγορά συνολικά +3,8% σε αξία. Η περίοδος ΜαΐουΟκτωβρίου 2020 συνέχισε ανοδικά, πλην διατροφικών και ΜΗΣΥΦΑ/OTC προϊόντων, με +3,4% και αρκετές διαφοροποιήσεις ανά κατηγορία, και τέλος στο δεύτερο lockdown τον Νοέμβριο 2020-Φεβρουάριο 2021 η αγορά γύρισε αρνητικά και στο φάρμακο, κάτι που συμπαρέσυρε το σύνολο της αγοράς σε ρυθμό μείωσης -2,3%» (Διάγραμμα 1)

Είναι η Ελλάδα μια ελκυστική χώρα αυτήν τη στιγμή για τη διενέργεια κλινικών μελετών;

«Όχι ιδιαίτερα, καθώς είναι ουραγός σε όλη την Ευρώπη σε επίπεδο επενδύσεων. Παρόλο το υψηλό επιστημονικό επίπεδο, υπάρχουν εμπόδια τα οποία πρέπει να ξεπεραστούν: η διαδικασία έγκρισης και ο χρόνος έναρξης διαπραγμάτευσης με νοσοκομεία & ΥΠΕ πρέπει να ξεκινάει ταυτόχρονα με την υποβολή έγκρισης από ΕΟΦ και ΕΕΔ (Εθνική Επιτροπή Δεοντολογίας), κάτι που θα μειώσει τον χρόνο έγκρισης έως και 8 εβδομάδες. Το επιστημονικό, διοικητικό και στελεχιακό δυναμικό των νοσοκομείων πρέπει να εκπαιδευτεί σωστά ώστε να γίνουν αντιληπτά τα οφέλη των κλινικών μελετών. Οι ασθενείς πρέπει να αποκτήσουν πλατφόρμα ενημέρωσης για τις κλινικές μελέτες, τηρώντας απαρέγκλιτα τους κανονισμούς της ΕΕΔ για μη διαδραστική επικοινωνία, ώστε να γνωρίζουν πού να απευθυνθούν για πληροφορίες και εκδήλωση ενδιαφέροντος συμμετοχής σε μια κλινική μελέτη. Τέλος, υπάρχουν περιθώρια για περαιτέρω ανάπτυξη των εσόδων των νοσοκομείων μέσω τιμολόγησης εξετάσεων, καθώς και για ανανέωση του εξοπλισμού τους, το οποίο με τη σειρά του θα έφερνε περισσότερες εξετάσεις και άρα έσοδα σε αυτά. Οι παραπάνω κινήσεις έχουν συζητηθεί ανάμεσα στη HACRO, τον ΣΦEE και το υπουργείο Υγείας στο οποίο εναπόκειται να αποφασίσει για την υλοποίηση των παραπάνω».  

Πόσες κλινικές μελέτες γίνονται στην Ελλάδα, σε ποια ερευνητικά κέντρα και για ποιες παθήσεις;

«Οι κλινικές δοκιμές που υπεβλήθησαν στον ΕΟΦ προς αξιολόγηση εντός του 2020 και έλαβαν άδεια διεξαγωγής είναι 162, από τις οποίες οι 15 είναι για COVID-19 και οι 7 είναι μελέτες βιοϊσοδυναμίας. Η ογκολογία και αιματολογία έχουν μεγάλο μερίδιο, π.χ. καρκίνος του προστάτη και στήθους, χρόνια λεμφογενής λευχαιμία, πολλαπλό μυέλωμα, μελάνωμα, καθώς και άλλες όπως η πολλαπλή σκλήρυνση, ενώ υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον και για πιο σπάνιες ασθένειες. όπως η ιδιοπαθής πνευμονική ίνωση, το σύνδρομο Sjogren, η παιδική δρεπανοκυτταρική αναιμία, αμυλοείδοση και άλλες. Επισήμως υπάρχει πληροφόρηση από το site του ΕΟΦ που ανανεώνεται σε τριμηνιαία βάση για τις κλινικές μελέτες αλλά όχι για τα κέντρα. Χρήζει βελτίωσης ο τρόπος καθώς και η ταχύτητα ενημέρωσης. Γίνονται συζητήσεις και έχουμε καταθέσει προτάσεις για βελτίωση στη συχνότητα, τον τρόπο ενημέρωσης και το περιεχόμενο και ελπίζουμε να προχωρήσει και αυτό».

Ποια είναι κατά τη γνώμη σας και σύμφωνα με τα στοιχεία που υπάρχουν διαθέσιμα η αύξηση κλινικών μελετών που θα έπρεπε να έχει η χώρα μας και πόσο θα απέδιδαν οικονομικά;

«Η Ελλάδα προσελκύει λιγότερο από 5 ευρώ κατά κεφαλήν επένδυση σε κλινικές μελέτες, ετησίως, σε σχέση με τα 50 ευρώ κατά κεφαλήν στην Ευρώπη. Με τα σωστά μέτρα θα μπορούσαμε να κινηθούμε ανοδικά προς αυτόν τον μέσο όρο, κάτι που θα έφερνε επενδύσεις άνω των 500 εκατ. ευρώ ετησίως για κλινικές μελέτες, από τα τωρινά 50 εκατ. ευρώ. Συνυπολογίζοντας το πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα στη συνολική οικονομία, το συνολικό αποτύπωμα θα ανέβαινε σε άνω του 1,1 δισ. ευρώ, δηλαδή αύξηση 0,6% του ΑΕΠ. Αυτό που διαφεύγει σε κάποιους όμως, είναι πως τη στιγμή που μιλάμε υπάρχουν και άλλες χώρες που ανταγωνίζονται για αυτά τα κεφάλαια, και όσο εμείς βραδυπορούμε κάποιοι άλλοι τρέχουν. Ο χρόνος δεν είναι υπέρ μας».

Ποια είναι η συνεισφορά της IQVIA στη φαρμακοβιομηχανία;

«Πολύπλευρη, καθώς καλύπτουμε διαρκώς μεγαλύτερες ανάγκες των πελατών μας. Για την ελληνική φαρμακοβιομηχανία ενδεικτικά αναφέρω πως φέραμε στην Ελλάδα το SmartSolve, την κορυφαία διεθνώς πλατφόρμα διαχείρισης ποιότητας, επικεντρωμένη στις εταιρείες life science, που τους επιτρέπει να αυτοματοποιήσουν και επιταχύνουν τις διαδικασίες QMS, ενισχύοντας την ανταγωνιστικότητά τους διεθνώς. Η IQVIA Hellas είναι η μόνη που προσφέρει τοπική υποστήριξη και knowhow, κάτι που η ελληνική φαρμακοβιομηχανία εκτιμά και για αυτό έχουμε ήδη υπογράψει μακροχρόνια συμβόλαια με κάποιες από τις κορυφαίες φαρμακευτικές. Επιπλέον είμαστε περήφανοι γιατί παρέχουμε συμβουλευτικές υπηρεσίες ώστε οι ελληνικές φαρμακοβιομηχανίες να περάσουν FDA audits και να λάβουν άδεια ώστε να εξάγουν ελληνικά φάρμακα στις ΗΠΑ. Τέλος, με την υπηρεσία MIDAS, που αφορά δεδομένα κατανάλωσης φαρμάκων και λήξης πατεντών σε διεθνές επίπεδο, οι εταιρείες μπορούν να κατευθύνουν κατάλληλα το product development και τις εξαγωγές τους. Κατανοείτε επομένως τη συμβολή της IQVIA Hellas στην ανάπτυξη των εξαγωγών και της ελληνικής οικονομίας γενικότερα.

Για το σύνολο των πελατών μας, πέραν του 1ου πυλώνα υπηρεσιών που είναι τα δεδομένα κατανάλωσης φαρμάκων και προϊόντων υγείας από τα φαρμακεία και νοσοκομεία, και τα στοιχεία συνταγογραφίας, βοηθάμε τις εταιρείες να βελτιώσουν τη γνώση της αγοράς και την εμπορική αποτελεσματικότητά τους με υπηρεσίες συμβουλευτικής, management consulting, advanced analytics, έρευνας αγοράς, όπου είμαστε πρώτοι στην Ελλάδα στον χώρο της υγείας, και φυσικά Health Technology Assessment (HTA), όπου έχουμε βραβευθεί στο ISPOR. Με τις τεχνολογικές λύσεις, τον 3ο πυλώνα, οι πελάτες μας βελτιώνουν την αποδοτικότητά τους μετρώντας κατάλληλους δείκτες και ενοποιώντας τα reports μέσα από τις Business Intelligence λύσεις μας. Προσπαθούμε να είμαστε ταχύτατοι στην αντίδραση με νέες λύσεις όπως τα virtual meetings που γίνονται ανάρπαστες λόγω του σωστού timing. Ταυτόχρονα παραμένουμε προσηλωμένοι στην υψηλή ποιότητα υπηρεσιών όπως το OCE, το παγκόσμιο state of the art CRM. Με τις κλινικές μελέτες, τον 4ο πυλώνα, βοηθάμε στην ανάπτυξη καινοτόμων θεραπειών, βελτιώνοντας τις διαδικασίες και επιταχύνοντας τους χρόνους όπου είναι δυνατόν, τηρώντας ταυτόχρονα τα αυστηρά πρωτόκολλα. Όπως βλέπετε, επεκτείνουμε τις υπηρεσίες μας για να καλύψουμε ένα διαρκώς μεγαλύτερο φάσμα αναγκών της φαρμακευτικής αγοράς. Οι φαρμακευτικές εταιρείες είναι για εμάς συνεργάτες ζωής και η εμπιστοσύνη που μας δείχνουν μεγαλώνει την ευθύνη μας προς αυτούς».

Η IQVIA είναι το αποτέλεσμα της συγχώνευσης της IMS Health, ηγέτιδας εταιρείας στην ανάλυση δεδομένων, τις συμβουλευτικές και τεχνολογικές λύσεις στον χώρο της Υγείας, και της Quintiles, κορυφαίας εταιρείας στις Κλινικές Μελέτες. Ποια είναι η δυναμική της εταιρείας στην Ελλάδα και τι αναμένουμε στον τομέα των επενδύσεων;

«Είμαστε ευτυχείς, καθώς, παρά την κρίση και την πανδημία, επιταχύναμε την ανάπτυξή μας και μεγαλώσαμε το αποτύπωμά μας στον χώρο της υγείας, προς όφελος των συνεργατών μας και των ασθενών. Ενδεικτικά, το 2020 δημιουργήσαμε 3 hubs, το 1ο για Technology, το 2ο για Health Economics και το 3ο για Management Consulting, επενδύοντας 3 εκατ. ευρώ ετησίως. Οι καλές επιδόσεις των hubs προϊδεάζουν ήδη για περαιτέρω ανάπτυξή τους, και άρα μεγαλύτερη επένδυση από αυτή που είχαμε σχεδιάσει. Σε επίπεδο προσλήψεων, για τα hubs και για την οργανική μας ανάπτυξη, συμπεριλαμβανομένου του τμήματος κλινικών μελετών, κάναμε 50 προσλήψεις το 2020 και άλλες 18 το πρώτο τρίμηνο του 2021. Συνεχίζουμε να φέρνουμε ανθρώπους από το εξωτερικό, Έλληνες και ξένους, να εργαστούν στην ελληνική IQVIA, υλοποιώντας το brain gain. Για το επόμενο διάστημα, παράγοντας-κλειδί για περαιτέρω επενδύσεις είναι η υιοθέτηση μέτρων από το υπουργείο Υγείας για προσέλκυση κλινικών μελετών στην Ελλάδα. Ενημερωτικά, η IQVIA διεθνώς έχει ένα backlog υπογεγραμμένων συμβάσεων ύψους 23 δισ. δολ., τη στιγμή που ολόκληρη η Ελλάδα απορροφά μόλις 50 εκατ. ευρώ ετησίως από όλες τις κλινικές μελέτες… Δεύτερος παράγοντας είναι η δημιουργία ευνοϊκού κλίματος για ξένες και ελληνικές επενδύσεις από τις φαρμακοβιομηχανίες, καθώς και η περαιτέρω μείωση του clawback, που θα δημιουργήσουν ζήτηση για νέες υπηρεσίες και συνεπώς νέες προσλήψεις. Ενδεικτικά, ως IQVIA Hellas προσφέρουμε ήδη καινοτόμες υπηρεσίες προς πολυεθνική φαρμακευτική που έφτιαξε hub στην Ελλάδα, καθώς και σε ελληνικές που χτίζουν νέα εργοστάσια. Τρίτος παράγοντας, η υλοποίηση έργων ψηφιοποίησης από το υπουργείο Υγείας που θα αλλάξει το τοπίο επιτρέποντας νέες επενδύσεις από εμάς σε υποδομές, software και ανθρώπινο δυναμικό για την ανάπτυξη νέων λύσεων. Σε ευρύτερο πλαίσιο θα ήθελα να αναφερθώ στη δράση μας για σύνδεση πανεπιστημίων με την αγορά μέσω προγραμμάτων internships και άμεσων προσλήψεων αποφοίτων, καθώς και τις συνεργασίες μας με συλλόγους ασθενών και την Ένωση Ασθενών Ελλάδος σε διάφορα projects που προσφέρουμε στα πλαίσια του CSR έργου μας, ώστε να δώσουμε μεγαλύτερη αξία και φωνή στο Έλληνα ασθενή. Επομένως ο ρόλος της IQVIA Hellas, πέρα από οικονομικά αναπτυξιακός, επεκτείνεται και στην συνεισφορά στον Έλληνα ασθενή και το σύστημα περίθαλψης, μέσω πολυσχιδών δράσεων».

Η τεχνητή νοημοσύνη

Η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης στην εξυπηρέτηση του ασθενούς, του κράτους και των εταιρειών είναι εύκολη στην εφαρμογή της στη χώρα μας;

«Είναι δύσκολη για λόγους που σχετίζονται με την έλλειψη οράματος, κεντρικού σχεδιασμού, συνδεσιμότητας συστημάτων, ανθρώπινων πόρων και λιγότερο κεφαλαίων. Αποσπασματικές κινήσεις δεν οδηγούν στο απαιτούμενο άλμα το οποίο θα βελτίωνε το επίπεδο υγείας μέσω της πρόληψης και της καλύτερης αντιμετώπισης προβλημάτων, ενώ ταυτόχρονα θα οδηγούσε στην εξοικονόμηση χρημάτων, ανθρώπινων πόρων και χρόνου».