Οι επικρίσεις κατά της συμφωνίας ΗΠΑ – Ιράν συνεχίζονται και από τις δύο πλευρές.
Ωστόσο μία από τις πλέον σκληρές τοποθετήσεις προήλθε από έναν άνθρωπο που έχει συμμετάσχει σε ανάλογη διαδικασία στο παρελθόν: τον πρώην υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ , Άντονι Μπλίνκεν.
Σε μακροσκελή ανάρτησή του στο Χ ο πρώην ΥΠΕΞ των ΗΠΑ, Αντονι Μπλίνκεν θεωρεί ότι το μόνο «επίτευγμα» της εκεχειρίας» «είναι το πιθανό άνοιγμα του Στενού του Ορμούζ, το οποίο ωστόσο ήταν ανοιχτό πριν από την έναρξη του πολέμου».
Ολόκληρη η ανάρτηση Μπλίνκεν έχει ως εξής:
Σκέψεις για την «Εκεχειρία» με το Ιράν:
«Ο Πρόεδρος Τραμπ θα έπρεπε να δημοσιοποιήσει τη συμφωνία κατάπαυσης του πυρός στον αμερικανικό λαό. Οι πολίτες αξίζουν να τη δουν και να βγάλουν τα δικά τους συμπεράσματα για τα αποτελέσματα του πολέμου του προέδρου. Όπως επίσης θα έπρεπε να είχαν ενημερωθεί πριν εκείνος αποφασίσει να ξεκινήσει τον πόλεμο.
Από όσα έχουν γίνει γνωστά, πρόκειται για μια κακή συμφωνία που βάζει τέλος σε έναν λάθος πόλεμο, τον οποίο επέλεξε ο ίδιος ο Πρόεδρος Τραμπ.
Το μόνο χειρότερο θα ήταν να συνεχιστεί ένας πόλεμος που έχει αποδειχθεί τόσο δαπανηρός σε ανθρώπινες ζωές -συμπεριλαμβανομένων Αμερικανών στρατιωτικών- και σε χρήματα των φορολογουμένων, χωρίς να κάνει τον αμερικανικό λαό ασφαλέστερο ή τη ζωή του καλύτερη.
Με βάση τα ίδια τα κριτήρια που έθεσε ο Πρόεδρος Τραμπ, ο πόλεμος αυτός αποτελεί αποτυχία.
Το ιρανικό καθεστώς παραμένει στην εξουσία και το στρατιωτικό του σκέλος εμφανίζεται ακόμη πιο ενισχυμένο, ενώ ο ιρανικός λαός είναι φτωχότερος, πιο καταπιεσμένος και πιο απελπισμένος.
Thoughts on the “Ceasefire” with Iran:
President Trump should share the ceasefire agreement with the American people. They deserve to see it and draw their own conclusions about the results of the president’s war. Just as they should have been informed before he launched it.…
— Antony Blinken (@ABlinken) June 17, 2026
Το Ιράν φαίνεται ότι εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικό απόθεμα πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών (drones), καθώς και την παραγωγική ικανότητα να κατασκευάζει περισσότερα. Έχει επίσης ανανεώσει τις σχέσεις του με ένοπλες οργανώσεις-πληρεξουσίους στον Λίβανο, το Ιράκ, την Υεμένη και αλλού. Η συμφωνία κατάπαυσης του πυρός φαίνεται να μην αντιμετωπίζει καθόλου αυτά τα ζητήματα.
Η προσπάθεια να «εξαφανιστεί εκ νέου» το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν — το οποίο ο Πρόεδρος Τραμπ είχε ισχυριστεί ότι είχε ήδη καταστρέψει ολοσχερώς πέρυσι — απέτυχε. Το Ιράν εξακολουθεί να διαθέτει το υψηλά εμπλουτισμένο ουράνιο που είχε παραγάγει πριν από την έναρξη του πολέμου, καθώς και τις μηχανές που μπορούν να το εμπλουτίσουν σε βαθμό κατάλληλο για την κατασκευή πυρηνικών όπλων. Ίσως αυτά τα ζητήματα αντιμετωπιστούν στις διαπραγματεύσεις που υποτίθεται ότι θα ξεκινήσουν αυτή την εβδομάδα. Αλλά με ποιο τίμημα, όσον αφορά την άρση κυρώσεων και την αποδέσμευση παγωμένων περιουσιακών στοιχείων;
Στην καλύτερη περίπτωση, θα επιστρέψουμε σε κάτι που θα μοιάζει με την JCPOA — τη συμφωνία για τα πυρηνικά που διαπραγματεύτηκε ο Πρόεδρος Ομπάμα χωρίς να οδηγηθεί σε πόλεμο και η οποία είχε θέσει το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν υπό αυστηρούς περιορισμούς. Ο Πρόεδρος Τραμπ αποχώρησε από τη συμφωνία το 2018 και στη συνέχεια δεν κατάφερε να την αντικαταστήσει.
Υπάρχουν σοβαροί λόγοι να αμφιβάλλει κανείς ότι θα επιτύχουμε μέσα σε 60 ημέρες μια συμφωνία εξίσου ισχυρή με την JCPOA -η οποία χρειάστηκε δύο χρόνια διαπραγματεύσεων και τη συνεργασία όλων των μεγάλων δυνάμεων- ενώ σήμερα βρισκόμαστε σε σαφώς πιο αδύναμη διαπραγματευτική θέση. Και, παρεμπιπτόντως, αν ο πρόεδρος επιχειρήσει να διεκδικήσει τα εύσημα επειδή το Ιράν θα αποκηρύξει τα πυρηνικά όπλα σε κάποια νέα συμφωνία, αρκεί να διαβάσει κανείς την πρώτη παράγραφο της JCPOA, όπου περιλαμβάνεται ακριβώς η ίδια δέσμευση.
Το μοναδικό «επίτευγμα» της κατάπαυσης του πυρός είναι πιθανότατα η επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ — τα οποία όμως ήταν ήδη ανοιχτά πριν ξεκινήσει ο πόλεμος. Και, όπως φαίνεται, θα πληρώσουμε το Ιράν γι’ αυτό, επιτρέποντας εξαιρέσεις που θα διευκολύνουν τις εξαγωγές του ιρανικού αργού πετρελαίου. Το Ιράν απέδειξε πλέον ότι διαθέτει την ικανότητα να διακόπτει ή να επιβραδύνει τη διέλευση πετρελαίου, φυσικού αερίου, λιπασμάτων και άλλων κρίσιμων προϊόντων από τα οποία εξαρτάται μεγάλο μέρος του κόσμου. Στο μέλλον, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα αναζητήσει τρόπους να επιβάλλει ουσιαστικά «τέλη διέλευσης», ενισχύοντας έτσι περαιτέρω το καθεστώς.
Δεν πρέπει να αναμένουμε επιστροφή στην κανονικότητα σύντομα — αν ποτέ συμβεί. Οι τιμές του αργού πετρελαίου θα υποχωρήσουν από τα ιστορικά υψηλά στα οποία έφτασαν, αλλά δύσκολα θα επιστρέψουν στα προπολεμικά επίπεδα. Όλοι θα επιβαρυνθούμε από τις επίμονες πληθωριστικές πιέσεις. Θα χρειαστεί χρόνος για να επανεκκινήσει η παραγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου, να αποκατασταθούν οι υποδομές, να αναπληρωθούν τα επικίνδυνα μειωμένα αποθέματα, να καθαριστούν οι νάρκες και να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη. Αντίστοιχα, θα απαιτηθεί πολύς χρόνος για να αναπληρωθούν και τα δικά μας αποθέματα επιθετικών και αμυντικών πυραύλων, γεγονός που αποδυναμώνει την αποτρεπτική μας ισχύ σε άλλα μέρη του κόσμου.
Ίσως η μόνη θετική εξέλιξη να είναι ότι η διεθνής κοινότητα στρέφει εκ νέου την προσοχή της στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας ως μέσο απεξάρτησης από τη στρατηγική σημασία των Στενών του Ορμούζ. Ωστόσο, ο μεγάλος κερδισμένος θα είναι η Κίνα, ως παγκόσμιος ηγέτης στην αιολική και ηλιακή ενέργεια, στα ηλεκτρικά οχήματα και στις μπαταρίες, διευρύνοντας ακόμη περισσότερο την επιρροή της. Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση Τραμπ επιδοτεί το κλείσιμο αιολικών πάρκων και περιορίζει τα κίνητρα που θα μπορούσαν να καταστήσουν τις Ηνωμένες Πολιτείες πιο ανταγωνιστικές στην αγορά των ηλεκτρικών οχημάτων. (Μόλις επέστρεψα από τη Νορβηγία, όπου πάνω από το 90% των νέων αυτοκινήτων που πουλήθηκαν πέρυσι ήταν αμιγώς ηλεκτρικά. Η Νορβηγία μπορεί να βρίσκεται μπροστά από την εποχή της, αλλά εμείς μοιάζουμε να οδηγούμε κατευθείαν εκτός δρόμου.)
Παράλληλα, η κυβέρνηση πέτυχε ένα θλιβερό «τριπλό πλήγμα»: αποξένωσε τους Ευρωπαίους συμμάχους (οι οποίοι προσβλήθηκαν και απειλήθηκαν επί δύο χρόνια, δεν ενημερώθηκαν για τον πόλεμο και στη συνέχεια κατηγορήθηκαν επειδή δεν βοήθησαν αρκετά), τους συμμάχους στην Ασία (που υπέστησαν τις σοβαρότερες συνέπειες από την αύξηση των τιμών της ενέργειας και τις ελλείψεις) και τις χώρες της Μέσης Ανατολής (που αποτέλεσαν τον βασικό στόχο των ιρανικών αντιποίνων), υπονομεύοντας παράλληλα το κύρος και την αξιοπιστία των Ηνωμένων Πολιτειών διεθνώς.
Πάνω απ’ όλα, ο πόλεμος του Προέδρου Τραμπ απέτυχε στη σημαντικότερη δοκιμασία κάθε εξωτερικής πολιτικής: δεν βελτίωσε τη ζωή του αμερικανικού λαού. Σε μια περίοδο όπου ολοένα και περισσότερες αμερικανικές οικογένειες δυσκολεύονται να καλύψουν τις βασικές τους ανάγκες, ο πόλεμος αυτός έκανε ακριβότερη και δυσκολότερη την κάλυψη καθημερινών εξόδων — από το γέμισμα του ρεζερβουάρ και τα ψώνια στο σούπερ μάρκετ μέχρι την αγορά φαρμάκων.
Όλοι πρέπει να χαιρόμαστε που ο πόλεμος τελείωσε, προς το παρόν. Αναμφίβολα, ο Πρόεδρος Τραμπ θα διεκδικήσει τα εύσημα για τον τερματισμό του. Όμως αυτό μοιάζει με έναν εμπρηστή που καυχάται ότι έσβησε τη φωτιά την οποία ο ίδιος άναψε, αφού πρώτα έχει καεί το μισό σπίτι»
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












