«Ποιος αξίζει το άγχος μου;»· αυτή την ερώτηση βάζει η ψυχολόγος Έλενα Σολταρίδου στο επίκεντρο του βιβλίου της, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Key Books· μέσα από 45 σύντομα κεφάλαια, βοηθά τον αναγνώστη να δει ποιες σχέσεις τρέφονται από το άγχος του –και πώς να σταματήσει να τις τροφοδοτεί.
Η Έλενα Σολταρίδου μίλησε μαζί μας.
«Ποιος αξίζει το άγχος μου;»· σχεδόν προκλητικός, ο τίτλος του βιβλίου. Πότε καταλάβατε ότι δίνουμε μεγάλη βαρύτητα σε ανθρώπους και καταστάσεις που, ίσως, δεν το αξίζουν;
«Η καθημερινότητα ενός ψυχολόγου δεν είναι εύκολη. Καθημερινά βλέπουμε ανθρώπους να εξαντλούνται ψυχικά για πράγματα που δεν μπορούν να ελέγξουν, να αγωνιούν υπερβολικά για τις αντιδράσεις των άλλων, να κουβαλούν ευθύνες που δεν τους αναλογούν.
Κάποια στιγμή, όμως, γίνεται σαφές πως το άγχος μας δεν αφορά αυτό που πραγματικά συμβαίνει, αλλά αυτό που φοβόμαστε ότι μπορεί να συμβεί. Και, συνήθως, πίσω από αυτό κρύβεται ένας βαθύτερος φόβος: μήπως απορριφθούμε, μήπως δεν φανούμε αρκετοί, μήπως χάσουμε την αποδοχή.
Και, τότε, γεννιέται το πιο ουσιαστικό ερώτημα: αυτό που κουβαλώ είναι πραγματικά δικό μου ή το κουβαλώ επειδή έχω μάθει ότι πρέπει να συμπεριφέρομαι με αυτό τον τρόπο;»
Ζούμε σε μια εποχή που το burnout μοιάζει σχεδόν «κανονικότητα»· έχουμε μάθει να ταυτίζουμε την αξία μας με την εξάντληση;
«Ζούμε σε μια εποχή που εξιδανικεύει τη συνεχή δραστηριότητα, το μόνιμο κυνήγι, το συνεχές τρέξιμο. Αν είσαι διαρκώς απασχολημένος, θεωρείσαι παραγωγικός, άξιος, επιτυχημένος. Όσες περισσότερες δραστηριότητες κάνεις, χαρακτηρίζεσαι ενεργός.
Αυτό, όμως, δημιουργεί μια βαθιά παγίδα… Αρχίζουμε να πιστεύουμε πως όσο περισσότερο πιεζόμαστε, όσα περισσότερα παράγουμε, τόσο περισσότερο αποδεικνύουμε την αξία μας.
Η αλήθεια είναι πως η εξάντληση δεν είναι παράσημο. Είναι συχνά η απόδειξη ότι έχουμε απομακρυνθεί από τις πραγματικές μας ανάγκες, ότι δεν έχουμε ακούσει το σώμα μας.
Η ξεκούραση δεν είναι πολυτέλεια ούτε ανταμοιβή. Είναι απαραίτητη προϋπόθεση ψυχικής ισορροπίας».
Πόσο δύσκολο είναι σήμερα να θέσει κανείς όρια χωρίς να νιώθει ενοχές;
«Το να θέσει κανείς όρια παραμένει δύσκολο, κυρίως γιατί οι περισσότεροι μεγαλώσαμε χωρίς να μάθουμε τι πραγματικά σημαίνουν.
Πολλοί έχουμε συνδέσει το “όχι” με ενοχή, σύγκρουση ή απόρριψη. Σαν να σημαίνει ότι γινόμαστε λιγότερο διαθέσιμοι, λιγότερο αγαπητοί, λιγότερο “καλοί”.
Στην πραγματικότητα, τα όρια είναι μορφή αυτοσεβασμού. Δεν καταστρέφουν τις σχέσεις… μας προστατεύουν από παρεξηγήσεις και σιωπηλές ματαιώσεις.
Οι ενοχές στην αρχή είναι φυσιολογικές. Είναι το κόστος της αλλαγής ενός παλιού μοτίβου σκέψης. Με τον χρόνο όμως αντικαθίστανται από κάτι βαθύτερο… την εσωτερική ηρεμία».

Το βιβλίο απευθύνεται κυρίως σε ανθρώπους με έντονο άγχος ή αφορά τελικά σχεδόν όλους μας;
«Το βιβλίο μας αφορά όλους. Το άγχος δεν εμφανίζεται μόνο ως κρίση πανικού ή ως έντονη δυσφορία. Πολύ συχνά εκφράζεται αθόρυβα… στην υπερανάλυση, στη δυσκολία να ξεκουραστούμε, στην αίσθηση ότι πάντα κάτι πρέπει να κάνουμε, να διορθώσουμε ή να προλάβουμε.
Έχουμε κανονικοποιήσει τόσο πολύ την ψυχική πίεση, που συχνά δεν την αναγνωρίζουμε.
Το βιβλίο γράφτηκε ακριβώς για να φωτίσει αυτές τις σιωπηλές μορφές άγχους και να μας βοηθήσει να τις αναγνωρίσουμε πριν μας εξαντλήσουν… πριν μας κάνουν να αγγίξουμε τα όρια των αντοχών και των ανοχών μας».
Ποιες είναι οι πιο συχνές «πηγές άγχους» που συναντάτε στους ανθρώπους γύρω σας;
«Οι πιο συχνές πηγές άγχους συνδέονται, αρχικά, με εξωτερικές πιέσεις της καθημερινότητας, την εργασιακή ανασφάλεια, τους γρήγορους ρυθμούς ζωής, την οικονομική πίεση, την αβεβαιότητα για το μέλλον, τις αυξημένες κοινωνικές απαιτήσεις και τη διαρκή έκθεση στη σύγκριση, ιδιαίτερα μέσα από τα social media.
Όμως, πίσω από αυτές τις εξωτερικές συνθήκες ενεργοποιούνται βαθύτερες εσωτερικές διεργασίες όπως ο φόβος της απόρριψης, η ανάγκη επιβεβαίωσης, η δυσκολία αποδοχής της αβεβαιότητας, η πεποίθηση πως πρέπει να είμαστε συνεχώς διαθέσιμοι ή υπεύθυνοι για τη συναισθηματική ισορροπία των άλλων.
Οι άνθρωποι, συχνά, δεν εξαντλούμαστε μόνο από αυτό που συμβαίνει γύρω μας, αλλά από τον τρόπο που έχουμε μάθει να το ερμηνεύουμε και από την ανάγκη να προσπαθούμε να τα ελέγξουμε, να τα προλάβουμε και να διαχειριστούμε όλα».
Θεωρείτε ότι τα social media έχουν αλλάξει τον τρόπο που βιώνουμε το άγχος και τη σύγκριση με τους άλλους;
«Πολύ συχνά ερχόμαστε σε επαφή με μια αλλοιωμένη εικόνα της ζωής των άλλων, όπου προβάλλονται, κυρίως, στιγμές επιτυχίας, ευτυχίας και πληρότητας, ενώ οι δυσκολίες και οι αμφιβολίες μένουν στο παρασκήνιο…
Αυτό μπορεί εύκολα να μας οδηγήσει στην ψευδαίσθηση ότι όλοι οι άλλοι τα καταφέρνουν καλύτερα, πιο γρήγορα ή πιο ολοκληρωμένα από εμάς. Έτσι ενισχύεται η σύγκριση και μαζί της το άγχος ότι υστερούμε.
Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στα ίδια τα μέσα, αλλά στο ότι συχνά ξεχνάμε πως αυτό που βλέπουμε είναι μόνο ένα μέρος της πραγματικότητας και όχι η πλήρης εικόνα της ζωής ενός ανθρώπου».
Ποιο είναι το μεγαλύτερο ψέμα που λέμε καθημερινά στον εαυτό μας σχετικά με την πίεση και την παραγωγικότητα;
«“Θα νιώσουμε καλύτερα όταν πετύχουμε λίγο περισσότερο…”
Ας ξεκινήσουμε.. θα νιώσουμε καλύτερα μόλις ολοκληρώσουμε το επόμενο βήμα, μόλις αποδείξουμε κάτι ακόμη, μόλις ανταποκριθούμε σε όλες τις απαιτήσεις, μόλις ακούσουμε το μπράβο, που, τελικά όμως, εμείς οι ίδιοι δεν δίνουμε στον εαυτό μας.
Στην πραγματικότητα, αυτό είναι ένας φαύλος κύκλος… Γιατί όταν η αίσθηση της αξίας μας βασίζεται αποκλειστικά στην απόδοση, πάντα θα υπάρχει ένας νέος στόχος, μια νέα απαίτηση, ένας ακόμη λόγος να νιώθουμε πως δεν έχουμε φτάσει αρκετά μακριά…
Η πραγματική αίσθηση πληρότητας και ικανοποίησης δεν γεννιέται τη στιγμή που θα καταφέρουμε περισσότερα. Γεννιέται όταν σταματήσουμε να μετράμε την αξία μας με όρους παραγωγικότητας και αρχίσουμε να αναγνωρίζουμε πως η ανθρώπινη αξία δεν χρειάζεται διαρκή απόδειξη».
Σε μια κοινωνία που επιβραβεύει τη διαρκή διαθεσιμότητα, πώς μπορεί κανείς να προστατεύσει την ψυχική του ισορροπία;
«Η ψυχική ισορροπία προστατεύεται μέσα από μικρές, συνειδητές αλλαγές στην καθημερινότητά μας.
Συχνά, πιστεύουμε ότι χρειάζονται μεγάλες αποφάσεις ή ριζικές ανατροπές· όμως, η ουσιαστική φροντίδα του εαυτού χτίζεται μέσα από μικρές πράξεις συνέπειας απέναντι στις ανάγκες μας…
Αυτό μπορεί να σημαίνει να μην απαντάμε στα emails το Σαββατοκύριακο, να κλείνουμε για λίγο το κινητό χωρίς ενοχή, να επιτρέπουμε στον εαυτό μας λίγα λεπτά σιωπής μέσα στη μέρα χωρίς να πρέπει να “παράγουμε” κάτι…, ένα ευγενικό αλλά ξεκάθαρο “δεν μπορώ σήμερα”, μία βόλτα χωρίς σκοπό, ένας καφές χωρίς, ταυτόχρονα, να ελέγχουμε social media.
Η διαρκής διαθεσιμότητα προς όλους, συχνά σημαίνει απουσία από τον εαυτό μας. Δεν χρειάζονται θεαματικές αλλαγές, απλά συνειδητές επιλογές».
Αν έπρεπε να συνοψίσετε το βασικό μήνυμα του βιβλίου σε μία πρόταση, ποια θα ήταν;
«“Δεν χρειάζεται να εξαντλείσαι προσπαθώντας να χωρέσεις στις ανάγκες και στις προσδοκίες των άλλων για να αποδείξεις την αξία σου.. για να αξίζεις την αγάπη και την αποδοχή τους”. Και ίσως να προσέθετα. . . “Μάθε να ακούς τα συμπτώματα του σώματός σου, πριν το ίδιο το σώμα σου σε αναγκάσει να το κάνεις”.»

Πιστεύετε ότι οι νεότερες γενιές μιλούν πιο ανοιχτά για την ψυχική υγεία ή απλώς βιώνουν περισσότερο άγχος;
«Οι νεότερες γενιές πράγματι μιλούν πιο ανοιχτά για την ψυχική υγεία, και αυτό είναι πολύ σημαντικό.
Ταυτόχρονα, όμως, μεγαλώνουν μέσα σε μια πρωτόγνωρη πίεση που τη χαρακτηρίζει η ταχύτητα, η αβεβαιότητα, η διαρκής έκθεση, η σύγκριση και η αίσθηση ότι πρέπει πολύ νωρίς να γνωρίζουν ποιοι είναι και τι θέλουν, ενώ όλα γύρω τους είναι διαρκώς ρευστά και μεταβαλλόμενα…
Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι απλώς να μιλάμε περισσότερο για την ψυχική υγεία, αλλά να μαθαίνουμε και πώς να χτίζουμε ουσιαστική ανθεκτικότητα, εσωτερική σταθερότητα και έναν πιο λειτουργικό -για τον εαυτό- τρόπο να σχετιζόμαστε με τις απαιτήσεις της ζωής».
Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στην ευαισθησία και στην υπερανάλυση που μας εξαντλεί;
«Η ευαισθησία και η υπερανάλυση, συχνά, συγχέονται· όμως, είναι πολύ διαφορετικά χαρακτηριστικά.
Η ευαισθησία είναι μια πολύτιμη ικανότητα σύνδεσης. Μας επιτρέπει να “ακούμε” τον εαυτό μας, να κατανοούμε βαθύτερα τους άλλους και να αντιλαμβανόμαστε όσα συμβαίνουν μέσα και γύρω μας με μεγαλύτερη επίγνωση.
Η υπερανάλυση, συνήθως γεννιέται από την ανάγκη για έλεγχο, για να προλάβουμε καταστάσεις, για να μην πληγωθούμε. Είναι μια προσπάθεια του νου να εξουδετερώσει την αβεβαιότητα, να προβλέψει κάθε πιθανό σενάριο, να κάνει τη “σωστή” επιλογή που θα μας προστατεύσει από λάθη ή απόρριψη.
Η διαφορά βρίσκεται στο αποτέλεσμα… Η ευαισθησία οδηγεί σε κατανόηση και ουσιαστική σύνδεση. Η υπερανάλυση οδηγεί σε ψυχική κόπωση, ακινησία και συχνά σε ακόμη μεγαλύτερο άγχος».
Το βιβλίο έχει και έναν έντονο κοινωνικό υπαινιγμό: ότι, ίσως, δίνουμε υπερβολική σημασία σε εξωτερικές απαιτήσεις. Σωστά;
«Το άγχος δεν είναι μόνο προσωπική υπόθεση ή ατομική αδυναμία. Διαμορφώνεται και μέσα από το πλαίσιο στο οποίο ζούμε.
Η εποχή μας μάς μαθαίνει διαρκώς ότι πρέπει να είμαστε πιο αποδοτικοί, πιο επιτυχημένοι, πιο διαθέσιμοι, πιο γρήγοροι, πιο “αρκετοί” σε κάθε πτυχή της ζωής. Καλλιεργεί την αίσθηση πως πάντα υπάρχει κάτι ακόμη που οφείλουμε να πετύχουμε ή να διορθώσουμε. Όταν αυτές οι απαιτήσεις εσωτερικεύονται, σταματάμε να αναρωτιόμαστε αν πράγματι μας εκφράζουν… τις θεωρούμε αυτονόητες και αρχίζουμε να χτίζουμε τη ζωή μας γύρω από στόχους που ίσως ποτέ δεν επιλέξαμε πραγματικά…
Και, τότε, το άγχος γίνεται τρόπος ύπαρξης».
Αν ένας αναγνώστης κλείσει το βιβλίο και κρατήσει μόνο μία σκέψη, ποια θα θέλατε να είναι αυτή;
«Ας μην μας φροντίσουμε όταν ξεπεράσουμε τα όρια των αντοχών και των ανοχών μας, όταν εμφανιστούν τα ψυχοσωματικά συμπτώματα. Η ουσιαστική αυτοφροντίδα ξεκινάει από εμάς, για εμάς· και ας μας υπενθυμίζουμε, πάντα, πως αν δεν μάθουμε να φροντίζουμε τον εαυτό μας, το σώμα μας θα μας αναγκάσει κάποια στιγμή να το κάνουμε».
Τι σημαίνει για εσάς, προσωπικά, «ψυχική ελευθερία»;
«Να είναι κάποιος παρών στις σχέσεις του, να αγαπά, να φροντίζει και να συνδέεται ουσιαστικά, χωρίς, όμως, να αυτοαναιρείται μέσα σε αυτή τη σύνδεση.
Ψυχική ελευθερία σημαίνει κάποιος να μπορεί να λέει “ναι” και “όχι”, χωρίς να γίνεται έρμαιο του φόβου, της ενοχής ή της ανάγκης για επιβεβαίωση. Να μην καθορίζεται αποκλειστικά από το πώς τον βλέπουν οι άλλοι, αλλά να έχει μια σταθερή εσωτερική πυξίδα… Ψυχική ελευθερία είναι η δυνατότητα να επιλέγεις πού αξίζει να επενδύεις τον χρόνο σου, τις ελπίδες και τα όνειρά σου…
Να ξεχωρίζεις τι κουβαλάς, επειδή κάποτε έμαθες πως αυτός είναι ο μόνος τρόπος να αγαπιέσαι.
Και ίσως, τελικά, αυτή να είναι η πιο βαθιά μορφή φροντίδας προς τον εαυτό μας… Να του επιτρέπουμε να υπάρχει σε σχέσεις που τον εξελίσσουν, που είναι ήρεμος, χωρίς να χρειάζεται διαρκώς να αποδεικνύει ότι αξίζει, χωρίς να δίνει καθημερινά μάχες. Ας επιλέξουμε όλοι τις μάχες μας!»
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












