Skip to main content

Ποιος θυμάται τώρα την ανταγωνιστικότητα

Προβληματική ανταγωνιστικότητα σημαίνει συρρίκνωση της οικονομίας, ενώ στη δική μας περίπτωση είμαστε και «τυχεροί», καθώς υπάρχουν τα χρήματα που εισρέουν από τα κάθε είδους κοινοτικά ταμεία

Το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών είναι η αχίλλειος πτέρνα της ελληνικής οικονομίας και συνιστά κίνδυνο μεγαλύτερο ακόμα και απ’ αυτό το δημόσιο χρέος.

Ένα μεγάλο κομμάτι του τελευταίου είναι σε θεσμικούς επενδυτές (ESM, EFSF κ.λπ.), ενώ άλλα περίπου 120 δισ. (οφειλή στον EFSF) έχουν μεταφερθεί για να πληρωθούν μετά το2032. Αυτό προσφέρει βραχυπρόθεσμα ευελιξία, μείωση των πιέσεων και περισσότερη άνεση στην άσκηση πολιτικής.

Ο κίνδυνος (σε ενεστώτα χρόνο) ελλοχεύει στο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών, που έκλεισε στο 6,4% το 2024 (ανήλθε στα 15,1 δισ.) και πρέπει να μειωθεί -όπως επαναλαμβάνει συχνά ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γ. Στουρνάρας-στο 3%. Παρεμπιπτόντως να αναφέρουμε εδώ ότι οι ΗΠΑ αγωνίζονται με τους δασμούς και με άλλα μέτρα να μειώσουν το δικό τους έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών, που είναι στο 3,9%.

Η Γαλλία, που βρίσκεται στο μάτι του κυκλώνα αυτό το διάστημα, με μεγάλα δημοσιονομικά προβλήματα, έχει πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, όπως επίσης πλεόνασμα έχει και η γειτονική μας Ιταλία. Κοινό στοιχείο και στις δύο χώρες η ισχυρή βιομηχανική βάση που στην Ελλά-δα είναι ζητούμενο πολλά χρόνια.

Όσο το εν λόγω έλλειμμα παραμένει υψηλό, αυξάνεται το εξωτερικό χρέος και μειώνεται η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Το 2021 ήμασταν στην 46η θέση της διεθνούς κατάταξης του IMD μεταξύ 66 χωρών και σήμερα βρισκόμαστε στην 50ή.

Επιπτώσεις στην ανταγωνιστικότητα υπάρχουν και από τη διαφορά του πληθωρισμού μεταξύ της Ελλάδας και των άλλων χωρών της Ευρωζώνης. Στη χώρα μας είναι διπλάσιος, γεγονός που σημαίνει στην πράξη καθήλωση των πραγματικών μισθών, που κατατάσσονται σήμερα στην προτελευταία θέση της Ε.Ε. Και επειδή «ενός κακού μύρια έπονται» τα χαμηλά εισοδήματα σημαίνουν περιορισμένη φοροδοτική ικανότητα των πολιτών, η οποία αναπληρώνεται με έμμεσους φόρους και υπερφορολόγηση, κάτι που είναι αρνητικό για τα μελλοντικά έσοδα του προϋπολογισμού.

Οι φόροι από το 2019 έως το 2024 έχουν αυξηθεί κατά 22δισ. όταν το πραγματικό ΑΕΠ το ίδιο διάστημα έχει αυξηθεί μόνο κατά 17 δισ. Έτσι ο προϋπολογισμός εμφανίζει πλεονάσματα, τα οποία είναι ελλείμματα για τους πολίτες.

Οι φόροι δεν προέρχονται από την παραγωγή καινούργιου πλούτου, αλλά από τη φορολόγηση με διαφορετικούς τρόπους των ίδιων εισοδημάτων.

Αυτή η ιστορία έχει ημερομηνία λήξης. Προβληματική ανταγωνιστικότητα σημαίνει συρρίκνωση της οικονομίας, ενώ στη δική μας περίπτωση είμαστε και «τυχεροί», καθώς υπάρχουν τα χρήματα που εισρέουν από τα κάθε είδους κοινοτικά ταμεία.

Το λυπηρό είναι ότι αυτά αντί να κατευθυνθούν στην ενίσχυση της παραγωγικής βάσης -που είναι και το φάρμακο στην περίπτωσή μας- πάνε είτε σε καλυμμένη κατανάλωση, με πρόσχημα κοινωνικές ανάγκες (δάνεια για σπίτια, προσλήψεις κ.λπ.), είτε σε μοίρασμα προς άγραν ψήφων κάτω από το τραπέζι όπως έδειξε ο ΟΠΕΚΕΠΕ, όπου όλα τα κόμματα έβαλαν τη σφραγίδα τους…